Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

to spίτι της μπερνάρντα άλμπα

πού να ξέρω εγώ πώς ήτανε το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα.
πάντα ήξερα λιγότερα από όσα ο κόσμος φαντάζονταν, όλος ο κόσμος, ακόμα και η μαμά μου, θεός σχωρέστην. καταλάβαινα ό,τι είναι λογική, και περνούσα απέναντι, κατά κυριολεξία. έτσι καταλάβαινα απόλυτα την άλγεβρα. ένα κι ένα ίσον δύο. στην τραγική ηλικία της εφηβείας, θυμάμαι τη μαθηματικό και την καθηγήτρια της χημείας. ήταν οι μόνες καθηγήτριες που μ'αγαπούσαν, κι όταν η μαθηματικός έδινε ένα πρόβλημα εξίσωσης, δεν την άφηνα να τελειώσει. της έλεγα με βιασύνη πού καταλήγει το πρόβλημα, και της έδινα τη λύση και την άφηνα κάγκελο, και βέβαια αυτό μου άρεσε τα μάλα, διότι έδειχνε στην ουσία ότι είμουνα ένα μάλα ... κιστήρι που αντίκρυζε πάντα τη ζωή πολύ γυμνή, πολύ μόνη... οι αριθμοί είναι η κατάληξη στο απόλυτο. κανένας δεν μοιάζει με τον άλλον, κι όλα μέσα μου ήταν έτσι, άκαμπτα, και άρα, πολύ πολύ μοναχικά.
τη μοναξιά εκφράζουν τα μαθηματικά.
και η λογική είναι μοναξιά.
και τα συναισθήματα, που λένε, όταν καταλήγουν στη μοναξιά, κι αυτά, απλά μαθηματικά είναι, είσαι μόνος σου.
κι ήμουνα μόνη μου σε ό,τι ένιωθα παιδί, μη σας πω και τώρα, όπως πολλών, το κουσούρι μου είναι αυτό.
γι'αυτό γράφω κιόλας.
το σπίτι αυτής της άσπρης ένα σπίτι τραγικό με πολλές μοναξιές φορτωμένο, σαν οι μοναξιές να είναι μπαούλα με άχρηστα φορέματα.
έτσι ήταν και το δικό μου.
κοιμόμουν σε ένα μπαουλοντίβανο που είχε κι ένα διακοσμητικό ξύλο με δύο μικρά ντουλαπάκια κι ένα καθρέφτη στη μέση.
αυτό το κρεβάτι έγινε πολλαπλών χρήσεων, αφήστε, θα τα πούμε άλλοτε γι'αυτό.
μα, φυσικά υπήρχε και ένας τοίχος.
σκασίλα μου για τους υπόλοιπους, μα αυτός, ο Ενας, ήταν για μένα σημαντικός.
το δωμάτιό μου είχε έναν τοίχο τρύπιο από μια μπαλκονόπορτα. έναν άλλον ατόφιο, που χώριζε από το διπλανό σπίτι, έναν ακόμη που είχε μια πόρτα που έβγαζε στους διαδρόμους εκείνης της εποχής, και έναν, το δικό μου τοίχο, που χώριζε από το διπλανό δωμάτιο. αυτός ο τοίχος ήταν ο δικός μου.
χρώμα δε θυμάμαι.
εκεί, σ'αυτό τον αγαπημένο τοίχο, ακουμπούσε η σίγκερ ραπτομηχανή της μαμάς μου, που ήταν μέσα στο ξύλινο επιπλάκη της. αυτή η ραπτομηχανή ήταν το γραφείο μου. όταν ήμουν δευτέρα γυμνασίου.
τότε που είπα ψέμματα, σε ένα πάρτυ, ότι, τάχα, έγραφα ποιήματα.
και γύρισα σπίτι φορτωμένη εκείνο το όραμα (χα χα χα) του νεαρού που με είχε ρωτήσει, και για να τον καταπλήξω, είχα πει ναι.
γύρισα λοιπόν σπίτι, σκεπτόμενη αφενός το ρωμαίο που δεν ξαναείδα ποτέ μου, αφετέρου και κυριότερο, φορτωμένη
ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΨΕΜΜΑ.
ψέμμα με δύο μ είναι πιο χορταστικό κι απ'το ψωμί.
ψέμματα, είπες ψέμματα! σα δε ντρέπεσαι! ηλίθια! ουστ να μου χαθείς! ανόητη! σαχλή! ηλίθια! άχρηστη.

πρέπει να επανορθώσεις.
να το κάνεις αλήθεια.
τελείωσε. ενα κι ένα κάνει δύο. ψέμματα, απαγορεύονται.

κι έτσι γύρισα στον τοίχο τον κοίταξα που δεν έγραφε τίποτα,
και πήρα ένα τελευταίο φύλλο τετραδίου, ένα στυλό ή κάτι, ένα κοντύλι ρε παιδιά, έβαλα τα χοντροδάχτυλα πάνω του, κοίταξα τον τοίχο,
κι άρχισα
στον άσπρο τοίχο να μη βλέπω τίποτα
στα χέρια να μη βλέπω τίποτα
αλλά κάτι μικρά ζωύφια ζωγραφίζονταν στο χαρτί, κάνανε λέξεις, κάνανε κενά, μουτζούρες, κακογραμμένα, βιαστικά, βιασμένα, σαν να έπαιρνα πρέζα, αλλά την πρέζα δεν την έπαιρνα ποτέ, ήταν η μαθηματική πρέζα που είχα μέσα μου.
κάτι έγραφα. μετά το διάβαζα εκεί, φάτσα στον άσπρο τοίχο, που αγάπησα, γιατί ήταν το κενό μου.
έγραφα ποιήματα λοιπόν!
ή αποκατέστησα την αλήθεια,
ή,
ήταν προφητικό το ψέμα. με ένα μ αυτή τη φορά. απλό. αθώο. αληθινό ψέμα. ήταν η αρχή μιας μικρής δημιουργίας, είναι από το μηδέν. από τη μηδέν που πας κάπου που δεν είναι μηδέν. που είναι χειρότερα από το μηδέν. ο άσπρος τοίχος, ο αγαπημένος μου, τον είδα προχτές πάλι, κι έχω φουρτουνιάσει,
ήταν η αρχή. φαίνεται εκεί καρφίτσωσα το ψέμμμμμα μου, κι έχασε τα πολλά 'μή', 'μαμά', 'θα σε μαλώσω', 'μάλωσα' 'μάλιστα', και αυτά έπεφταν ένα ένα κάτω, κανείς δεν μπορούσε να τους δώσει σημασία, κι έμεινε ένα μ στο ψέμμα, το μ της μοναξιάς.
κι εκεί πάνω έγραφα... έγραφα τα πρώτα εφηβικά μου ποιήματα.
το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα
είναι ένα σπίτι παρθενικό των αιμάτων μου.
αυτό, όσοι το διαβάσατε, πάρτε το έτσι,
εισαγωγή στο θέατρο του μήνα να είναι πάρτε το.
έχει συνέχεια αλλά πρέπει να δουλέψω τώρα και να συνέλθω, γιατί ένας τέτοιος τοίχος κρύβει πολλά και φουρτούνιασα τώρα, θα τα βγάλω ίσως άλλοτε, καλημέρα σας, καλή δύναμη. συγγνώμη που σας κούρασα, φεύγω.
άλμπα είναι ακόμη όλα.

4 σχόλια:

Σωκράτης Ξένος είπε...

πάλι απελευθερώνεται το πολύκλαδο σχοινάκι και λες: πάρε και συ μιαν άκρη του, δίχρωμη, τρίχρωμη, μαύρη, ξέφτι, ό,τι θες, πάρε κι εσύ κι όλοι σας ίσο μερίδιο έλκυσης , μαζεύτε την απόσταση , ελάτε κοντά μου, ελάτε σε κείνο το παιδί, θα 'μαι κι εγώ παρούσα ολόκληρη, ελάτε ανοχύρωτοι εδώ δεν έχει εχθρούς, ελάτε οπλισμένοι την αγάπη, ολάνοιχτες λέξεις και παράθυρα , πόρτες διάπλατες, ελάτε σε κείνο το παιδί κιαν το δείτε σκυμμένο μην το σκουντήσετε, μην του μιλήσετε πριν απ' το ποίημα, να , μες στο σφιχτό καιρό έχει για σας όλον τον γλυκόν αέρα , για σας όλο το χρόνο…

μιαν καλημέρα αγκαλιά για σένα, καλή μας Ελέν
έτσι όπως ξέρει το άνευ όρων του Ανθρώπου

- είπε...

έγραψε ο σωκράτης.
πάλι έγραψε.


κι εγώ ξέρετε, είμαι περήφανη.
γιατί ξέρω να βάζω στοιχήματα, και τα κερδίζω.
κι εγώ όπως όλοι μας, έχουμε ποντάρει στο σωκράτη, και δε χορταίνουμε πλούτια...

MenieK είπε...

Γιατί φουρτούνιασες καλή μου? Ασε ξέρω... γιατί όπως λέει η -δε θυμάμαι ποια- κόρη της Μπερνάρντα: Κάθε δωμάτιο κι ένα αστροπελέκι

- είπε...

μένη μενάκι, δε φουρτούνιασα εγώ! μια χαρά είμαι!
το μέσα μου φουρτούνιασε...:)