Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

αν (δλδ αν η τρέλα δεν πάει στα βουνά, έρχεται σε μένα, ανεξήγητα.)

(649)


Να κατεβάσεις και πάλι τη μουσική να σωπάσεις.
Ν’ ανοίξεις του αγέρα τις τσέπες να σε πάρουν μακριά τα νερά της βροχής.
Τι θες γλαροπούλι στα κλαδιά της νύχτας και σαλαγάς καιρούς που έχουν φύγει
δοκιμάζω τους στίχους κι εγώ για φράχτες, στα χείλια τρέχει το αίμα,
Τα ρούχα βαμμένα κόκκινα σαν τα μαλλιά του πρίγκηπα που η μάνα του ήταν δούλα
Το βλέμμα βουτηγμένο στον καφέ.
Ένα, δυο τα κύματα του αγέρα έρχονται στα έρμαια δάχτυλα, τα παίρνουν που δεν απαντούν
Ένα, δυο τα σκιρτήματα στη μήτρα μέσα έρχονται να ζητήσουν ‘σ’αγαπώ’ σ’ ετοιμόρροπο σπίτι
Και φυσικά κανείς δεν απαντά.
Μανταλωμένες συνειδήσεις σπεύδουν στο άκουσμα και απομακρύνονται,
φορούν προσεκτικά κασκόλ και πνίγονται.
Σου μίλησα χτες, αλαφροίσκιωτη κάπως. Μετά,
Πήγα να ντυθώ σ’ ένα δημόσιο χώρο, σ’ έναν αμπελώνα
Κοιμήθηκα στα βαρελίσια τα κρασιά του Αυγούστου Δεκεμβρίου.
Κάτι άλλο πια σημαίνει το μοίρασμα, κάτι άλλο.
Οσμίζομαι απόφαση.

ελένη κονδύλη.‏2007‏‏-‏11‏‏-‏14‏

3 σχόλια:

L'Enfant de la Haute Mer είπε...

σπαράγματα και σπαραγμός ...

geokalp είπε...

σιβυλλικό!
μάλλον μπερδεύτηκα...

τη καλησπέρα μου

- είπε...

χαιρετώ και τους δυο σας!
αυτά τα ποιήματα θέλουν υπόστεγο, διότι έτσι απρόβλεπτα που είναι, άρες μάρες κουκουνάρες, μπορεί να μας πάει καμιά ξόφαλτσα, θέλει προσοχή!
:)