Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

η Αναστασία

- τι κάνει το μωρό;
- μια χαρά είναι Αναστασία μου! μόνο που είναι τεμπέλης: μόλις πιει λίγο γάλα κοιμάται! χα χα χα
- κανείς δεν έχει σταυρό μεγαλύτερο απ' αυτόν που μπορεί να σηκώσει, να το ξέρεις.

μου έμεινε αυτή η πρόταση στο κεφάλι με απορία.

μετά, κατάλαβα. μεγάλες περιπέτειες.

θυμάμαι και το τέλος της τριλογίας του μαχφούζ (υπέροχο τρίτομο μυθιστόρημα, να το διαβάσετε, εκδόσεις ψυχογιός): ο πρώτος τόμος τελειώνει με το θάνατο του αγαπημένου γιου σε μια διαδήλωση.
ο δεύτερος τόμος αρχίζει μ' ένα γλυκόπικρο μονόλογο της μάνας: 'αχ φάχμι, έλεγα πως δε θα ζήσω μετά από σένα... μα πόσα χρόνια τώρα πηγαινοέρχομαι στο μνήμα σου να βάζω λουλούδια...'

πολλές φορές σκέφτομαι αυτή την ατάκα και το λόγο της Αναστασίας...
(η Αναστασία ήταν ένας αγαθός πέρα για πέρα άνθρωπος που αγαπούσε όσους γνώριζε κι ακόμη περσότερους).

μαζί, τώρα μου ήρθε, σκέφτηκα και μια γραμματέα στο πανεπιστήμιο, που είχα γνωρίσει κάποτε, καλή της ώρα, και δε θα πω το όνομά της, ζει ακόμη.
μου είχε πει: ο κύριος Ευαγγελίδης (ο Θεός ας αναπαύει αυτόν τον άνθρωπο, αιωνία του η μνήμη) σας αγαπάει πολύ. να τον έχετε από κοντά. μπορεί να σας χρειαστεί.
κι εγώ, με τη σιγουριά βλαμένου ανθρώπου, της είπα:
σιγά μην έχω από κοντά τον ευαγγελίδη και τον κάθε ευαγγελίδη. αν χρειαστώ τίποτε που να είναι απαραίτητο, θα εμφανίσει ο θεούλης έναν ευαγγελίδη, ή τον ίδιο ή κανέναν άλλο, και θα βοηθήσει. δε θυμάστε που λέει στο ευαγγέλιο 'αν χρειαστείτε, και πέτρες μπορεί να σηκωθούν και να σας υπερασπιστούν', ή κάπως έτσι;

όντως. αυτό γίνεται κάθε φορά.
μερικές φορές όμως σίγουρα λαβωνόμαστε από διάφορα. υπάρχουν και στιγμές κατατρόπωσης.
δεν ξέρεις εύκολα το γιατί. κι ίσως ακριβώς γι' αυτό, δεν πρέπει να σε ενδιαφέρει τόσο το γιατί: καμιά φορά το γιατί σπρώχνει στο κυνήγι μαγισσών, και το κυνήγι μαγισσών μπορεί να είναι εναντίον άλλων, αλλά και εναντίον του εαυτού σου, δλδ να γεμίζεις ενοχές και να λες ότι 'εγώ φταίω, είδες; δεν έκανα έτσι, δεν έκανα αλλιώς' κλπ κλπ.
ζούμε όλοι στιγμές κατατρόπωσης, που σε βάζουν να σκύβεις το κεφάλι. να μην μπορείς άλλο. να μην αντέχεις.

μα η καρδιά είναι μια πεδιάδα. ν' αφήνεις το βλέμμα σου να περιπλανιέται στο μέλλον, ακόμη κι αν το βλέπεις έρημο.
στην έρημο ακουμπάει ο πιο καθαρός ουρανός.
πάντα υπάρχει ένα σημείο ένωσης ανάμεσα στο αύριο και τη ζωή, στο αύριο και την ελπίδα.
στη ζωή και τη ζωή.
αυτό είναι το αίμα.
γι' αυτό η αγάπη έχει κόκκινο χρώμα. κοστίζει μα αξίζει, θα έλεγα γελοιωδώς.
δε βαριέσαι, μπούρδες γράφω. τι να κάνουμε; καλή κυριακή σε όλους!




Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

δάσκαλος και μαθητής

θυμάμαι την κυρία φανή, δασκάλα της β' δημοτικού όταν ήμουν μαθήτρια, να μπαίνει στην τάξη. ο λύσας, ο τελευταίος μαθητής της τάξης έχει ξαπλώσει στη μέση της τάξης και κάνει τον πεθαμένο. η κυρία φανή βάζει το τακούνι της πάνω στην κοιλιά του.
δε θα το ξεχάσω.
και δε θα ξεχάσω το λύσα, ένα χρόνο αργότερα, να μην έρχεται πια σχολείο: με τον μπαμπά του πάνω σ' ένα τρίκυκλο μαζεύει παλιοσίδερα.
θυμάμαι την κυρία φανή και την κυρία καίτη και μια άλλη κυρία, να με καλούν κοντά τους, εκεί που κάθονταν στον ήλιο, όντας κι εγώ στη β' δημοτικού και να με ρωτάνε:
-τι είναι αυτό το σημάδι στο πρόσωπό σου;
δασκαλεμένη από τη μαμά μου εγώ λέω:
-το λένε αιμαγγείωμα, δεν είναι τίποτα, έτσι γεννήθηκα, δεν πονάει, δεν πειράζει.
-κρίμα... κι είσαι και κοριτσάκι! φύγε τώρα, πήγαινε να παίξεις.


...

θυμάμαι την κυρία λόλη, στο γυμνάσιο, την ώρα της έκθεσης να φωνάζει στην τάξη, συστηματικά σχεδόν:
-κονδύλη! όχι πολλές αρλούμπες!

θυμάμαι δασκάλους να γδύνουν τα παιδιά την αξιοπρέπειά τους.

θυμάμαι την κυρία μακρή, καθηγήτρια γαλλικών, να λέει:
-ένα παιδί από αυτή την τάξη θα μας κάνει όλους περήφανους μια μέρα. εσείς θα χαιρόσαστε που είσαστε συμμαθητής του, κι εγώ που ήμουνα δασκάλα του.
η δασκάλα αυτή δεν είχε καμιά εγγύηση ότι έτσι θα γινόταν. το πόσο όμως εμψύχωνε, και μάλιστα για πρώτη φορά, αυτό το παιδί, δεν έχει καμιά σχέση με το μέλλον του παιδιού. είχε ευεργετική σχέση σε όλη τη ζωή του, δλδ στο παρόν, το ΠΑΡΌΝ του παιδιού...

θυμάμαι τον κύριο λόιξ, καθηγητή πολυτεχνείου της λουβαίν, να χτυπάει το κουδούνι του φτωχικού σπιτιού μας, απρόσκλητος, για να κάνει ιδιαίτερο μάθημα δωρεάν στον αδελφό μου, τότε φοιτητή ιατρικής στη λουβαίν.

θυμάμαι τον οττέν, τον καθηγητή ανάλυσης κειμένων, να με βρίσκει στο δρόμο και να μου λέει: έλα δω εσύ! στις εξετάσεις έγραψες βλακείες. είσαι όμως η καλύτερη φοιτήτρια της χρονιάς, σε ξέρω από τη συμμετοχή σου στο μάθημα. αντί για 6 που άξιζε το γραφτό σου, θα σου βάλω 13, μην παρεξηγηθείς!

(άκου και να μην παρεξηγηθώ!)

θυμάμαι τη βαν ριτ, την αριστοκράτισα καθηγήτρια αραβικής φιλοσοφίας.
να με παίρνει τηλέφωνο στη γειτόνισσα εδώ στην ελλάδα, γιατί όταν γυρίσαμε δεν είχαμε ούτε τηλέφωνο, λέγοντάς μου:
συγγνώμη που θα σας τηλεφωνώ κάθε 15, μα δε θέλω να εγκαταλείψετε με την πρώτη δυσκολία ό,τι έχετε κάνει μέχρι τώρα...

θυμάμαι τον ρεκμάνς, καθηγητή μου στο μεταπτυχιακό, να γράφει στη γερουσία, όταν τελείωσα και μου πρότειναν μια θέση στο πανεπιστήμιο της λουβαίν, μα δεν είχε μπει η ελλάδα ακόμη στην κοινότητα και δεν δικαιούμην: 'αντί να δίνετε υπηκοότητα μόνο σε ποδοσφαιριστές, δώστε και σ' έναν άνθρωπο των γραμμάτων που τον θέλουμε'...

θυμάμαι τον παπαδημητρίου εδώ, να βοηθάει τον αγράμματο πατέρα μου, κατά τύχη, και να με θυμάται αργότερα...
θυμάμαι τον παπαθωμόπουλο, να μου συμπαραστέκεται στις πρώτες ομιλίες μου με το βλέμμα ανθρώπου που αγαπάει...

θυμάμαι δασκάλους και δασκάλους.
μοναξιά και σκέψη.

τώρα πια, στη μέση ζώνη που είμαι, έχοντας ζήσει και ζωή, έχοντας πλησιάσει πολύ και θάνατο, κάθε φορά που έχω την τιμή να βρεθώ σε τάξη, νιώθω ευγνωμοσύνη για τα παιδιά που γνωρίζω, το παιδί που ήμουν κάποτε ξυπνά και μου γνέφει:
ναι,
η καρέκλα είναι για να κάθονται τα παιδιά,
ο λόγος είναι για να μοιραζόμαστε το μέλλον

-κι εγώ τις προάλλες έδωσα τη θέση μου μα βρήκα μια άλλη, όχι μόνο στην αίθουσα εκείνη, μα στην καρδιά σου κοριτσάκι,
κι η καρδιά των παιδιών είναι το πιο άγριο το πιο ειλικρινές το πιο μυστικό λεω-φορείο.
είθε να έχω πάντα μια θέση εκεί, να παλεύω
έχω δεχτεί τόσα που όσα και να κάνω είναι λίγα.
είμαι κι εγώ λιγοστή. έχω λίγα χρόνια ακόμη. μα θέλω φεύγοντας να έχω μαζί μου ένα χαμόγελο και την αγάπη των παιδιών.
και όσο και να τρέμω, κάτι, έστω κάτι τόσο δα, να έχω προσφέρει στα παιδιά.
έστω και μια θέση μέσα σε μια αίθουσα.

εκείνα μου έχουν δώσει μια θέση να υπάρχω.

ευχαριστώ.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

γεύση νεκρού στο στόμα
αλλοιώνεται η ησυχία των οστών του προσώπου, νομίζεις πως όλα κουνιούνται θες να αποβάλεις τη σκέψη την αίσθηση ξέρεις πως είναι απλώς παραίσθηση ή διαίσθηση.
ή απλώς, πόνος στη μνήμη.
πονάει ένας φίλος που χάθηκε άδικα, και μείναμε εμείς μόνοι μας να κοιτάμε μακριά τη θέση που δεν έχει πια εκείνος.
τον θυμάμαι λεβέντη να με περιμένει στη στάση του μετρό. άγνωστος. εσύ είσαι; εσείς είστε;
γεύση νεκρού στο στόμα, μιας και το περατίκι το βαστά σε χρόνο άδικο, έτσι μου φαίνεται.
με πικραίνει αυτό.
σήμερα τον θυμάμαι πιο πολύ από ποτέ. ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει, φίλε μας. όσο περνά ο καιρός δεν μπορώ να σε ξεχάσω.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

το τώρα και το αύριο

868

Ξανάρχισα να γράφω,

Όπως ξαναρχίζουν να πίνουν

Πράξη μέσα στην αιθάλη και τη σιωπή

Εάν εσού μνησθώ

Το αντίθετο

Αν σε ξεχάσω μοναξιά, θάλασσα κι αρμυρό νερό

Να σε ξεχάσω δεν μπορώ -μα τότε, τώρα;-

Η γλώσσα κολληθείη τω λάρυγγί μου

Τώρα πια η τρύπα του αέρα για τον ποιητή γίνεται οπή, σφίγγουν τα γεγονότα γύρω οι ειδήσεις είναι απόχη στην τράπεζα τα χρήματα έχουν απλώς τελειώσει

Τώρα

Νερό οι υποχρεώσεις ξεπλένουν τη ζωή

Κι η ζωή

Ένα σακκούλι πολύτιμα πετράδια, έκαψαν τον καιρό

Στα χέρια κάποιας μάντισσας που κατοικεί σ’ αρχαίες πέτρες και συλλαμβάνει τον καιρό στα χέρια του βενέζη,

Αγράμματη πια.

Δε με χωρίζει τίποτε παρεκτός αιθάλη

Κι όλα κοινά κι όλα καλά

Γράφω τις ιστορίες του μετρό

ιστορίες λάθος ζευγαριών

εικόνες μικρής πυραμίδας που βασίζεται στο αύριο

Το αύριο είναι το σημείο 0 της βαρύτητας βουτάω το καλαμάρι και την πέννα και το εμπρός και το πίσω εκεί

Ξανθαίνουν οι σκιές πάνω στα δέντρα

Μαλακώνουν τα εδάφια των γραφών σαν μπαμπάκι και σύννεφο και σα λάσπη

Αδιαφορώ

Και μετά

Γράφω πάλι

ο θυμός

Αντικαταστάθηκε από την επίγνωση.

---------------------

ελένη κονδύλη2010-11-13

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

δεν είμαι περήφανη, είμαι προβληματισμένη.

πού πάμε, που λέει ο κόσμος.
εγώ είχα κουβεντιάσει με την κόρη μου, είχα αφήσει το γιο μου στο νοσοκομείο, είχα πάει να πληρώσω μια πεντακοσάρα σε δικηγόρο για μια μήνυση.
δλδ είμουνα στην τσίτα.
επειδή ο θεούλης αγαπάει, αυτά τα 500 τα βρήκα κρυμμένα σ' ένα ντουλάπι. το φανταζόσαστε;
τώρα έχω λιγότερο από 50.
και είχα πάρει το μετρό.
συνωστισμός.
μεσημέρι, πιτσιρίκια με τσάντες, προσπαθώ να εισχωρήσω ανάμεσα.
ελευθερώνεται μια θέση κι ένας πολύ νεαρός, αμούστακος σχεδόν, την καταλαμβάνει με αγενέστατη ταχύτητα, ενώ ήταν μπροστά στη θέση μια σιτεμένη πιο χοντρούλα από μένα.
μου φαίνεται αγενής η στάση του νεαρού, αλλά, οκ, τι να γίνει.
και ο νεαρός, στα όρια της ψυχογενούς επιθετικότητας, λέει στην χοντρή κυρία: 'υπάρχει και το συγγνώμη όταν πατάμε κάποιον, ε, τι λές;'
γίνομαι έξω φρενών και τον κοιτάζω επιτιμητικά.
στην αγκαλιά του πέφτει αμέσως μια νεαρή, γύρω στα 17 την έκανα, κι αρχίζουν ένα χαμούρεμα απίστευτο.
όπως ήδη έχω τα μάτια μου πάνω στο νεαρό, παρατηρώ τα δικά του: είναι κατακόκκινα, και κλείνουν. τα ανοίγει με δυσκολία, μιλά με δυσκολία.
είναι φανερά ή μαστουρωμένος ή όπως είμαι εγώ σήμερα, άρρωστος με πολύ πυρετό.
η πιτσιρδέλα τον φιλά, τον προσέχει. εκείνος φαίνεται να την αγαπά. τα χέρια του είναι με τόση στοργή πάνω της, ξέρει να βαστά γυναίκα στα χέρια του.
όσο και να προσπαθεί τα μάτια του κλείνουν΄.
κάνω προσευχή. ο θυμός έχει φύγει, το βλέμμα μου παίρνει τον τρίτο της παρέας.
ένας που πρέπει να είναι 23 με 25, στέκει όρθιος μαζί τους, αυτοί κάθονται στην ίδια θέση.
κι αυτός είναι μαστουρωμένος αλλά κρατάει καλά.
η μικρή γυρίζει και με κοιτάει.
της σκάω ένα χαμόγελο και το ανταποδίδει με τέτοια γλυκα... τέτοια γλύκα.
ο νεαρός στον κόσμο του. ο αποπάνω τους από κοντά.
το πράγμα είναι πολύ σοβαρό.
τους σκέφτομαι να βγαίνουν μαζί, να χώνονται σ' ένα δωμάτιο, λυπάμαι τη μικρή που δεν είναι μαστουρωμένη. τα αγόρια δε θα έχουν αναστολή για τίποτα.
ανάβω, σκέφτομαι.
η μικρή είναι στην αγκαλιά του και χαμουρεύεται για να κρυφττεί αυτό που βλέπουν όλοι και κανείς δε μιλάει: ένα παιδί που δεν μπορεί να σταθεί όρθιο.
βουτηγμένο στην πρέζα.
αντί να είναι το θύμα, αυτό το γλυκό κοριτσάκι μπορεί να είναι η συνεργός του μεγαλύτερου, και καλύπτουν τον μικρόν.
όπως και να γίνει είναι σε κίνδυνο, όλοι το βλέπουν και κανείς δε μιλά,
σκέφτομαι τα παιδιά μου και παίρνω την απόφαση να μην κάνω πίσω.
απευθύνομαι στη μικρή και της λέω: πού πάτε;
ξέρεις ότι αυτό το αγόρι είναι άρρωστο; πρέπει να το πας σε γιατρό για να το βοηθήσεις!
εγω; λέει επιθετικά ο καθισμένος. τι τολμάς να πεις;
εσύ, του λέω, βεβαίως εσύ αγόρι μου! μάνα είμαι και ξέρω: τα μάτια σου καίνε, και δεν μπορείς να μιλήσεις! δε βλέπεις; μπερδεύεις τα λόγια σου. φαίνεσαι σαν μαστουρωμένος. η κοπελίτσα είναι καθαρή, πρέπει να σε βοηθήσει.
πριν προλάβω να τελειώσω, έρχεται εξαγριωμένος ο όρθιος.
είμουνα αποφασισμένη να παλέψω και με τα χέρια. θα μπορούσα να τον νικήσω, τέτοια λύσσα είχα μέσα μου!
έρχεται και μου λέει: πώς τολμάτε και προσβάλετε!
κι εσύ του λέω παιδί μου, χάλια είσαι, αλλά αυτός που κάθεται είναι χάλια!
τι χάλια;
είναι σα μαστουρωμένος!
εγώ ήρθα από καλαμάτα ταξίδευα όλη νύχτα, λέει ο όρθιος.
πώς βρίζετε αυτόν που κάθεται;
δεν τον έβρισα!
τον είπατε μαστουρωμένο!
και λοιπόν; έτσι μοιάζει. η ζωή του είναι σε κίνδυνο!
κι εσείς άμα πίνατε ένα μπουκάλι κρασί...
φυσικά, του απαντάω, κι εγώ μαστουρωμένη θα ήμουνα!
μα μαστουρωμένος είναι για ουσίες...
ε, εσύ το είπες για ουσίες. προφανώς κάτι θα ξέρεις.
εμένα με νοιάζει κι αυτή η κοπελίτσα κι αυτό το παλλικάρι που δεν στέκει ορθό.

η κοπελίτσα πάνιασε.
καιρό είχα να δω τέτοια θλίψη.
αποφασιστικά σηκώθηκε προκαλώντας και τους υπόλοιπούς.
όχι παιδάκι μου, αν δεν είναι να κατέβεις εδώ, εγώ θα κατέβω στην επόμενη, δε θα με ξαναδείς.
πρόσεχε τη ζωή σου και τη ζωή του φίλου σου.

όλοι κοίταζαν. ένας ηλικιωμένος μόνο πήρε ευγενικά το μέρος μου, χωρίς να κατηγορήσει τα παιδιά.
μετά όλοι κουνούσαν το κεφάλι.

λίγη ζωή, πατριώτες!
λίγη ζωή, έχετε; δώστε, δώστε....

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

ναι ναι, και είμαι και περήφανη!

χα χα χα, γύρισα σπίτι μου τώρα, μα το πρωί πήρα το αεροπλανάκι από το ελευθέριος βενιζέλος και πήγα στο ρέθυμνο. η κάρτα επιβίβασης έλεγε 'πύλη Β19'. έπρεπε να κατέβω έναν όροφο στο αεροδρόμιο, κι εκεί που πήγαινα άκουσα ένα μεταλλικό ρυθμικό θόρυβο: ήταν όμορφος, πιο νέος από μένα, είχε ανάγκη για να περπατάει ένα μεταλλικό μπαστούνι με 4 πόδια. χωρίς να το θέλω, είδα ένα σώμα να πονάει.
κατέβηκα, βρήκα πού έπρεπε να περιμένω.
άκουσα τον ίδιο ρυθμικό θόρυβο.
ο ίδιος άνθρωπος είχε κατέβει κι αυτός, με διαφορά αρκετών λεπτών.
έψαχνε την πύλη Β18, που, παραδόξως δεν ήταν στη σειρά, από το Β15, πήγαινε εκεί στο Β19!
αφού με ρώτησε, κι έβλεπα έναν άνθρωπο σε ανάγκη, προχώρησα και ρώτησα μια υπάλληλο του αεροδρομίου, πού είναι η Β18. η υπάλληλος απάντησε:
δεν ξέρω, να ρωτήσετε αλλού.
πού να ρωτήσω;
να ρωτήσετε την εταιρεία.
δεσποινίς, είναι η πύλη αποβίβασης για κάποιον που χρειάζεται βοήθεια, ποιον να ρωτήσω;
δεν ξέρω, την εταιρεία να ρωτήσετε!
τα πήρα στην κράνα και της είπα:
ακούστε, ούτε εσείς ούτε εγώ θα φύγουμε από δω, αν δε βρούμε πού θα πάει αυτός ο άνθρωπος που χρειάζεται στήριξη.
εν τω μεταξύ, ο άνθρωπος είχε ήδη φτάσει εκεί, κι έλεγε με ευγένεια ότι έψαχνε, του είπαν προς τα δω, κλπ κλπ.
όταν η κοπελίτσα είδε ότι δε θα την έβγαζε καθαρή, τότε πολύ απλά, με τη στολή που φόραγε, ρώτησε δυο τρεις, βρήκε άκρη,
κι έγινε το αυτονόητο:
ειπώθηκε στον άνθρωπο με πολλή ευγένεια προς τα πού να πάει.
δεν ήταν δλδ δύσκολο.

χρειάστηκε όμως πριν να πω στην νεαρά πεταλουδίτσα πως αν δεν βρήσκαμε άκρη δε θα το κούναγε απο κει.

αν ήταν ο αδελφός της με μπαστούνι, θα χρειαζόταν κάποιος να την απειλήσει για να κάνει κάτι τόσο απλό και τόσο γρήγορα.


λίγη σκέψη.
ή λίγη τσίπα;
ε λοιπόν, απλώς: λίγη σκέψη.
μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

ένα στιγμιότυπο. τρίτη ηλικία και οικονομικά.

παραμονές της 28ης οκτωβρίου είχα πάρει το μετρό, και έβγαζα εισητήρια στο αυτόματο μηχάνημα, δίπλα στο ατμ της εθνικής τράπεζας.
εκεί βρισκόταν αυτός ο γέροντας, με παλτό και καπέλο, πρόσωπο σοβαρό με χοντρό κοκκάλινο σκελετό, γύρω στα 75 τον έκανα εγώ.
σκέφτηκα πως σιγά σιγά στη γιορτή αυτή που κάποτε βλέπαμε τους παλιούς αγωνιστές να βάζουν στεφάνι στους φίλους που έχασαν, τώρα πια η γενιά αυτή θα είναι όλο και πιο σπάνια. το παιδάκι που είμουν κάποτε κι άκουγα ιστορίες τους, έχω γίνει πια μεσόκοπη.
με αιχμαλώτισε ωστόσο η δυσκολία που είδα.
ο γέροντας αυτός απομακρύνθηκε από το μηχάνημα, καθώς, διαγωνίως (σε άλλη ουρά εγώ) είδα τι έγινε.
το μηχάνημα τον πληροφόρησε ότι δεν έχει χρήματα.
κοντοστάθηκε λίγο, μετά απομακρύνθηκε και πήρε τη θέση του κάποιος άλλος που περίμενε να κάνει ανάληψη.
ο γέροντας καθόταν λίγο πιο κει ακίνητος, σχεδόν αποσβωλομένος.
σαν να τον είχε λούσει παγωμένο νερό.
σκέφτηκα πως την κρίση της οικονομίας που δημιουργήθηκε τώρα την πληρώνουν μερικές φορές πολύ άδικα, άνθρωποι σαν κι αυτόν.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

η ομορφιά. 2.

2; πώς 2;
ε, θα καταλάβετε.
ένα ζευγάρι παπούτσια. δύο δεν είναι; ο λουκάς, ο πρώτος μου γιος, ήταν 8 χρόνων και πήγαμε σ' ένα τσίρκο με ένα άλλο αγοράκι. περιμέναμε γύρω από τη σκηνή, βλέπαμε παπούτσια σε μια βιτρίνα, και ο μικρούλης μέλωνε κατά κυριολεξία τα παπούτσια, παρόμοια με του φίλου του, που σε κάθε βήμα έβγαζαν φωτάκι. ήταν της μόδας τότε.
του εξήγησα κάτι, το κατάλαβε τόσο καλά, που ποτέ δεν ξανααναφερθήκαμε σ' αυτό:
λουκά, αυτά τα παπούτσια κάνουν 15.000 δρχ. τα παπούτσια χωρίς φωτάκια κάνουν 5.000 δρχ και είναι το ίδιο καλά. κι υπάρχουν την ίδια στιγμή παιδιά που δεν έχουν παπούτσια καθόλου. δεν είναι λοιπόν καλύτερα, αν έχουμε 15.000 δρχ (και τότε είχαμε), να δώσουμε τα μισά για παπούτσια άλλων παιδιών, παρά να τα δώσουμε μόνο για μάς;
δεν είναι πιο δίκαιο;

ήταν.

είναι.

αυτό ήταν μια πρακτική του σπιτιού μας, και κάποιος μας την είχε μάθει.
ένα πρόσωπο, που ήταν πρός-ωπο πάντα. ένα μέτ-ωπο καθαρό.
ένα ζευγάρι μάτια γεμάτα καλοσύνη και σοβαρότητα.
γεμάτα κούραση και αξιοπρέπεια που τη μοίραζε όπως οι ζάπλουτοι μοιράζουν λίρες τη μέρα της γιορτής τους.
εκείνη μοίραζε αξιοπρέπεια κάθε μέρα.
γιατί γιόρταζε κάθε μέρα με τη χαρά των άλλων.
αυτή, μας είχε μάθει να μοιραζόμαστε κυρίως μ' αυτούς που δε γνωρίζουμε.
που στέκουν 'μέσα', τόσο 'μέσα', που πεινάνε χωρίς να ζητάνε, που πονάνε χωρίς να φωνάζουν, που ζουν στη σκιά της φτώχειας χωρίς πολλά πολλά.
όσοι την ξέραμε, ακολουθούσαμε το παράδειγμα που μας είχε δώσει.

στο σπίτι μας, σε εμφανές μέρος, υπήρχε και υπάρχει ένας πλαστικός, ευτελέστατος κουμπαράς.
κάποια ρέστα από ψώνια, μια πεταμένη δεκαρούλα, ένα ευτυχές γεγονός που μας γεμίζει χαρά και κάτι θέλουμε να μοιραστούμε, ένα καθημερνό βλέμμα για κάποιον που δε γνωρίζουμε γιατί δε βγαίνει στο φως, μια σκέψη ότι κάποτε κι εγώ ήθελα να ζητιανέψω, όταν έπρεπε να πάμε αμερική το σεραφείμ για την καρδούλα του, μα ήρθαν τα πράγματα έτσι και δε χρειάστηκε πολύ, μόνο λίγο, να ζητιανέψω. και τόσες άλλες σκέψεις μπορεί να κάνετε κι εσείς, παρόμοιες, μικρές, χαζούλικες, ή μεγάλες και σοβαρές για ό,τι σας περνάει από το κεφάλι.
προς το νοέμβρη κάθε χρονιάς, αυτός ο κουμπαράς, περίπου γεμάτος, αναλόγως τα κέφια, τα οικονομικά, κλπ κλπ, πήγαινε στα χέρια που όριζε εκείνη. πλήθος τέτοιοι κουμπαράδες έφθαναν από φίλους.
τα χρήματα γίνονταν πολλά.
άλλοι άνθρωποι, που είχαν εξακριβώσει τη σιωπηλή φτώχεια και δυστυχία, είχαν καταλόγους. ποιος που θα τον πέταγαν από το σπίτι γιατί δεν πλήρωνε νοίκι, ποιος που είχε μεταφερθεί στην πόλη μ'έναν άρρωστο από το χωριό του, ποιος που δεν τόλμαγε να δει στη φυλακή το παιδί του, ή τον φαντάρο του στο στρατό γιατί ντρεπόταν να μην έχει μία, ο κατάλογος είναι πολύ μακρύτερος από ό,τι φανταζόσαστε.
τα χρήματα του κουμπαρά γινόταν συστηματική και άρτια πράξη.
ένα περιστατικό που ίσως δεν το σκεφτόμαστε εύκολα, είναι η φτώχεια που δέρνει οικογένειες φυλακισμένων, και προκαλεί εντάσεις και απόρριψη: αυτός που είναι μέσα θέλει, θέλει, θέλει...
κι οι δικοί του που είναι απέξω δεν έχουν, δεν έχουν, δεν έχουν... γιατί ... σκεφτείτε λίγο! κι έτσι αρχίζει η απόρριψη κι η φυλακή γίνεται σχολείο για άλλα πράματα...
να βρεις λοιπόν την οικογένεια. να την ντύσεις, να τη φροντίσεις. να της πληρώσεις ξενοδοχείο να ρθεί στην άλλη πόλη, να δει το δικό της, να έχει να του δώσει κι εκείνου, να γλυκάνει για όλους η πίκρα της καταστολής, της ανέχειας, της παραβατικότητας.
αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα.
φέτος ο κουμπαράς που είχα στο σπίτι παραβιάστηκε για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια, πάνω από 20, που έχω έναν τέτοιο κουμπαρά! άλλοτε θα σας πω γιατί παραβιάστηκε, και από ποιον.
και να, ένα πρόσωπο από το διαδίκτυο, που δεν ήξερε τίποτε για όλα αυτά, μου έφερε...
μου έφερε.
κάτι.
και για να δεις αυτή την ομορφιά, δε γίνεται να είσαι ένας. θέλει 2, και το 2 γίνεται πολύ παραπάνω.
καταλάβατε;
καλημέρα σας.
σίγουρα οφείλω και συνέχεια.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

κι άλλες ιατρικές χοντράδες. ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ...

αχ τι ωραία!
δεν έχω ακόμη πεθάνει. μην ανησυχείτε, θα γίνει. πάντως, καλώς ή κακώς, στα 55 μου, είμαι εδώ και λίγα χρόνια μια εμμηνοπαυσική κυρία τρομερά, απίστευτα γοητευτική!!!
παρά τη γοητεία μου, όταν ήμουν λιγότερο από ενός έτους, υπέστην ακτινοβολία στο λαιμό.
στα 20, απέκτησα ένα ψυχρό όζο στο θυρεοειδή, με είχαν ετοιμάσει ότι θα κάνω χειρουργείο και μετά χημειοθεραπείες, τελικώς η βιοψία δεν ήταν κακιά, στα 28 έκανα όζους και στο άλλο κομμάτι του ίδιου αδένα, πάλι οκ η βιοψία.
στα 35-40 μου πάω στο λαϊκό. μου εξηγούν ότι πρέπει απαραιτήτως να χειρουργηθώ γιατί 'σε ακτινοβολημένο τράχηλο, με την εμμηνόπαυση, 100% καρκίνος στο θυρεοειδή, δεν το συζητάμε!'
λέω: τότε γίνεται να γίνει το χειρουργείο κατά τις διακοπές; ναι.
πάω τότε.
-λοιπόν, αποφασίσατε;
-νομίζω δεν έχω περιθώρια, έτσι δεν είναι;
-έτσι. καθήστε λοιπόν.
κάθομαι.
εξετάζει.
-λυπάμαι, δεν γίνεται χειρουργείο! έχει πολλές συμφύσεις.

πήγα να της πω: δε μας χαιρετάς, ρε νταλάρα, μας πρήζεις πως θα πεθάνουμε από καρκίνο αν δε χειρουργηθούμε και μετά μας λες ότι δεν γίνεται να χειρουργηθούμε. σα δε ντρέπεσαι! πού τις βάζεις τις ευαισθησίες απέναντι στον ασθενή;
ε, γιατροί, τι λέτε;

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

ασθένεια αρρώσεια, ιδιαιτερότητες, ευαισθησίες και ρατσισμός.

λοιπόν, όταν ο σεραφείμ, που είναι σήμερα 16 χρόνων κοντά, είχε πάει σε καρδιοχειρουργό καθηγητή πανεπιστημίου, γύρναγε χαρούμενος γύρω από το υπέροχο γραφείο. ήταν τα πρώτα σίγουρα τρεχαλιτάκια ενός 14μηνου μωρού.
ο γιατρός, βλέποντας τις εξετάσεις της καρδούλας του, μου είπε: αυτό το παιδί δεν πρέπει να χειρουργηθεί σήμερα, πρέπει να χειρουργηθεί χτες, και φταίτε εσείς! αυτό το παιδί αυτό δε θα βγει από το "μηχάνημα" (δε θυμάμαι πώς το έλεγε, το έχω ξεχάσει)
του λέω: μου λέτε: δε θα βγει από το μηχάνημα και πρέπει να το χειρουργήσουμε και δε θα βγει από το μηχάνημα; τότε, γιατί να το κάνουμε;
ο γιατρός μου εξήγησε, και στο τέλος σαν γκουρού με όλη την κακία ενός στραβογαμημένου ανώμαλου, πρόσθεσε:
ΈΤΣΙ ΈΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΣ ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ!
(μεταξύ μας, ούτε τώρα δεν του εύχομαι να πάει να γα..., πάει πολύ για ένα τέτοιο τύπο.

είμαι κακιά.

επιτρέπεται όμως γιατροί. εν ονόματι σχετικής (απ' ό,τι φαίνεται πολύ σχετικής) αλήθειας, να μιλάνε έτσι; να κατεδαφίζουν ελπίδες που οι συγγενείς έχουν ανάγκη για να συμπαρασταθούν στους δικούς τους;

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

πόσο μικρός είναι ο κόσμος!!!

σ' αυτόν τον τόσο μικρό πικρό κόσμο,
έλαβα μια πρόσκληση για ένα συνέδριο.
στα αγγλικά, με το γουιθάουτ στη μέση του. και γουίθ, και άουτ. ωραία λέξη.
λέει λοιπόν:

A World without Walls 2010

"An International Conference on Peace building, Reconciliation and Globalization in an Interdependent World"

(Berlin, 6th - 10th November 2010)

Held on the 21st Anniversary of the fall of the Berlin Wall


ένας κόσμος χωρίς σύνορα. συγγνώμη, ένας κόσμος χωρίς τοίχους. σ' αυτόν τον μικρό κόσμο με τα πιράνχας, έχω την τιμή να είμαι κι εγώ προσκεκλημένη. με απαύτωσε όμως ο τίτλος και το ενθύμιο. κόσμος χωρίς τοίχους γιατί γκρεμίστηκε το τείχος του βερολίνου. ενθύμιο συνέδριο. κι εγώ ρωτάω θυμωμένα: τόσο μικρός είναι ο κόσμος; επειδή σαρώθηκε αυτός ο τοίχος με τα μέτρα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, τώρα γιορτάζουμε έναν ανεξέλεγκτο κόσμο; ξέρω, είμαι θυμωμένη, και μπορεί να τα λέω λάθος, ε, δεν έγινε και τίποτα.
μα επειδή γιορτάζεις εσύ την πτώση του τείχους σου, να μας μιλάς για τον κόσμο όλο...
το 'εσύ' είναι τα πιράνχας, δεν είναι οι γερμανοί, το 'εσύ' είναι ένα εκπτωτικό 'εμείς'/

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΒΑΖΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΣΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΜΑΣ
ΕΣΤΩ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΆ
ΈΝΑ : 'ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΧΩΡΙΣ ΤΕΙΧΗ.

θεωρούμε πως φτάνει το δικό μας γενέθλιο, που οφείλεται βέβαια αλλού, το δικό μας τείχος να έχει πέσει, τολμάμε στο ενθύμιο αυτής της πτώσης να αναιρούμε την ύπαρξη των άλλων.

A World without Walls 2010

"An International Conference on Peace building, Reconciliation and Globalization in an Interdependent World"

(Berlin, 6th - 10th November 2010)

Held on the 21st Anniversary of the fall of the Berlin Wall

ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΕΙΧΗ;

ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΔΙΧΑΣΜΈΝΗ;
ΜΕ ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ ΙΣΡΑΗΛ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ;
ΟΧΙ.
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΥΧΗ.
με την ανάγκη των πιράνχας.


Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

τι με έπιασε τώρα... σχολεία.

θυμήθηκα ένα μπουκάλι κρασί.
μια δασκάλα του σεραφείμ που αποχώρησε από την αθήνα, με κάλεσε στο χωριό που δίδασκε να 'δουν' τα πιτσιρίκια από κοντά ένα συγγραφέα, κι επειδή παριστάνω το συγγραφέα, με σκέφτηκε. τότε ήταν ακόμη εν ζωή ο χάρης σακελλαρίου, επέλεξα λοιπόν να μιλήσω γι' αυτόν στα παιδιά, και να πω τι έκανε αυτός με τους μαθητές του. από κει και το μπουκάλι το κρασί που σας έλεγα, με ετικέτα ενός γονιού με το όνομα και την ημερομηνία της εκδήλωσης...
δλδ φιλοξενία όχι άριστη, αλλά πέρα από λόγια.
στο χωριό όμως αυτό, υπήρχαν δύο δημοτικά σχολεία. είχε προσβληθεί ο άλλος διευθυντής που δεν είχε κάνει την εκδήλωση, γι' αυτό, ναι μεν έπρεπε να πάω και στο άλλο το σχολείο, αλλά έπρεπε να είμαι προετοιμασμένη και για τη σχετική ψυχρολουσία. ε, τι να κάνουμε, δεν πειράζει, είχε και καλό καιρό...:)
με πάνε λοιπόν στο άλλο σχολείο αυτοί που με είχαν καλέσει.
όντως, συναντάμε κάτι ψιλοαδιάφορους δασκάλους, μια μου λέει: να τον συγχωρείτε το διευθυντή, αλλά είχε ανηλειμμένες υποχρεώσεις,
λέω αλοίμονο καταλαβαίνω,
θέτε έναν καφέ
όχι μη σας κουράζω
άντε, τα παιδιά τα μαζεύουμε (μεταφράστε: άντε πάτε να σας φάνε να ησυχάσουμε).
σε δυο λεπτά βρίσκομαι σε μια αίθουσα με απίστευτη βαβούρα.
όμως η αίθουσα ήταν υπέροχη: σχολική αίθουσα μεγάλη, με τοίχους χοντρούς, παράθυρα απ' αυτά που μπορείς να κοιμηθείς στο άνοιγμά τους.
τα πιτσιρίκια, καμιά εξηνταριά, από την πρώτη στην έκτη, και να γίνεται Ο χαμός. δάσκαλος ή δασκάλα μαζί τους ΚΑΝΕΝΑΣ.
η πόρτα έκλεισε πίσω μου, και με άφησαν στο θηριοτροφείο.
τι να κάνω κι εγώ η καημένη; από κάπου έπρεπε να πιαστώ για να επιβιώσω.
μπροστά μπροστά ήταν μια παρέα με τα μαγκάκια του σχολείου κι είχαν ένα χαρτόνι διαστάσεων και το χρησιμοποιούσαν για ξίφος, και το πετούσαν από τον έναν στον άλλο.
να μιλήσω εκεί μέσα;
χα χα χα
βεβαίως και θα μιλήσω.
παίρνω το χαρτόνι έτσι ρολό τεράστιο, το πετάω σ' ένα τυπάκι απ' τα μορτάκια λέγοντάς του: 'πιάστο!'
επ...
άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα η διάδραση. 'πέτα το σε μένα!' του λέω ξανά.
επ... τι τρέχει εδώ, λένε μάλλον. θα το πετάξει και σε μένα;
μην τα πολυλογούμε, σε 5' τα πιτσιρίκια ακούγανε και περιμένανε...
η πίεση είχε καταλαγιάσει
άνοιγε στις ζωηρές καρδούλες ένα κομματάκι ενδιαφέροντος και σοβαρότητας...
σε λίγο δεν ακουγόταν τίποτα, μόνο ματάκια έβλεπες, και πιτσιρίκια να ακούνε και να μιλάνε...
σε μια στιγμή η πόρτα ξανάνοιξε. νομίζω ήταν κάποιοι δάσκαλοι και κοιτούσαν μήπως είχα ρίξει αέριο κι είχαν πεθάνει τα μικρά.
φυσικά καμιά σημασία δεν τους έδωσα, χαμογέλασα μόνο και συνέχισα με τα παιδιά...
απίστευτο.
και το πιο απίστευτο ήταν μια πιτσιρδέλα. πρέπει να 'ταν τετάρτη-πέμπτη, όχι από τα μεγάλα. με το που είπα ' αυτό ήταν παιδιά, σας ευχαριστώ πολύ, τελειώσαμε'
η μικρή ήρθε καρφωτή μ' ένα μολύβι κι ένα τετράδιο.
μπορείτε να μου γράψετε το όνομά μου εδώ στα αραβικά;
η πόρτα άνοιξε να φύγουν στο διάλειμα. μια ουρά όμως πιτσιρικάκια, ίσως όλα; που να ξέρω; ήταν εκεί, μ' ένα κομμάτι χαρτί κομμένο στραβά, μ' ένα τετράδιο, ένα μπλοκ, ένα κάτι, για να γράψω το όνομά τους στα αραβικά...
εμφανίστηκε κι ο πολυάσχολος μεγαλοδιευθυντής.
μου έσφιξε το χέρι.
ήταν ζεστή τώρα πια η επαφή. του λέω κι εγώ:
συγχαρητήρια! τα παιδιά σας σάς έβγαλαν ασπροπρόσωπο!
ήταν αλήθεια αυτό.
ο καθένας μας όμως εισέπραττε την αλήθεια κάπως διαφορετικά.
καλή σου ώρα ελευθερία, δασκάλα...


Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

χωρίς τσάντα, αφιερωμένο στην αγράμπελη.

λοιπόν, κοινωνικός ρατσισμός.
να το ξεπεράσουμε και να μιλήσουμε για την ανθρωπιά. γιατί υπάρχει και δεν την ξεχνάμε... δε μπορούμε ρε παιδί μου! αδυνατούμε!
γιατί καλέ αδυνατείτε;
μα, γιατί αν την ξεχάσουμε, απο πού θα πιαστούμε;
λοιπόν (ξανά!), ήμουν φοιτήτρια στο βέλγιο, όπου είχα πάει με τη μητέρα και τον αδελφό μου απ΄ τα 15 μου. η μάνα μου δεν ήξερε παρά ελάχιστα γαλλικά, ίσως γι' αυτό τα ελληνικά και η σχέση με την ελλάδα, και το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν στην ελλάδα κι ήλθε στο βέλγιο πολύ αργότερα, βάστηξε τους δεσμούς με την πατρίδα εντελώς ζωντανούς, στα 20 χρόνια διαμονής μου εκεί.
ως φοιτήτρια λοιπόν σε βελγικό πανεπιστήμιο, δε μου έφτανε η ζωή.
ήθελα να επιστρέψω.
με το στανιό μάζεψα την χαρτούρα που ζητούσαν για μετεγγραφή, κι έπεισα με το στανιό τους γονείς να μ' αφήσουν να γραφτώ και στο ελληνικό πανεπιστήμιο. χωρίς να ξέρω αν γινόταν, ήθελα με πονηριά και παγαποντιά να είμαι γραμμένη και στα δυο πανεπιστήμια και να τελειώνω και τα δυο.
(η ξενητειά με είχε μάθει να κάνω τα πράματα αλλιώτικα, αφού ούφο ήμουνα. έτσι είχα καταφέρει στα 16 μου να είμαι μαθήτρια στο λύκειο εκεί, αλλά με τρόπο θαυματουργικο είχα πετύχει και να γραφτώ στο πανεπιστήμιο εκεί. αυτό ήταν στα όρια του παράνομου, και να που το είχα καταφέρει. γιατί να μην καταφέρω κι αυτό; έτσι σκεφτόμουν).
έστειλα τα χαρτιά στον πατέρα μου, και τον παρακάλεσα να πάει στο πανεπιστήμιο αθηνών να βρει άκρη.
ο καημένος ο πατέρας μου... ο θεός να τον αναπαύει, κι αυτόν και τη μάνα μου κι όλους που πέρασαν απέναντι...
πήρε τα χαρτιά μου και κατέληξε κάπου στην ιπποκράτους, -εγώ αγνοούσα παντελώς τα τι και πώς-. κοίταζε από δω κι απο κει, δεν ήξερε ακριβώς πού να απευθυνθεί...
τα υπόλοιπα μου τα περιέγραψε ο ίδιος ο μπαμπάς μου:
"σε μια στιγμή, εκεί που δεν ήξερα τι να κάνω εκεί που με έστειλαν, άνοιξε μια πόρτα απ' αυτές που έχουν σαν στρώμα πάνω τους, χοντρές!
με είδε έτσι ένας κύριος που βγήκε από κει, και με ρώτησε τι θελετε;
με έβαλε στο γραφείο του να καθήσω, είδε και τα χαρτιά
με ρώτησε τι και τι και πώς κλπ, του είπα
φαινόταν σπουδαίος άνθρωπος, και μου είπε όταν θα 'ρθεις το καλοκαίρι να πας να τον βρεις! μου έδωσε και το τηλέφωνό του! τον λένε ΧΧ.
ο πατέρας μου είχε πολλή καλοσύνη αλλά τον διέκρινε η σιωπή. για να μιλήσει με ενθουσιασμό, όσο συγκρατημένος κι αν ήταν, αυτό, ήταν σπάνιο.

επειδή όμως στο τέλος οι γονείς μου δε συμφώνησαν να κατέβω να δώσω εξετάσεις για να με δεχτούν και στο ελληνικό πανεπιστήμιο, στεναχωρήθηκα, κι ούτε πήρα τηλέφωνο αυτόν τον καθηγητή...
πέρασαν χρόνια, πήρα το πρώτο μου πτυχίο, το δεύτερο, άρχισα ντοκτορά. το θέμα μού το πρότεινε η αείμνηστη βαν ριτ.
ε, δε θα το πιστέψετε! εγώ άρχισα το ντοκτορά μου το 80, για τη σχέση ενός ελληνικού κειμένου με το αραβικό πρωτότυπό του. στη βιβλιογραφία ανακάλυψα ότι ένα ντοκτορά του ιλινόις ασχολείτο με τα ελληνικά χειρόγραφα αυτού του θέματος. παράγγειλα το βιβλίο από το ιλινόις. ο συγγραφέας ήταν ο ιωάννης-θεοφάνης παπαδημητρίου, και ήταν το δικό του ντοκτορά, του 1961 ή 63, δε θυμάμαι τώρα.
ε, αυτός ήταν ο ΧΧ που έλεγα πιο πάνω! σ' αυτόν είχε φτάσει τυχαία ο πατέρας μου!
όταν το 84 πήγα να τον βρω γιατί δούλευα σε παρόμοιο θέμα με εκείνον, με γνώρισε, δεν του είπα τίποτε για τον πατέρα μου, κι εκείνος μου είπε:
γιατί δεν ήρθατε να με βρείτε τότε που έδωσα το τηλέφωνό μου στον μπαμπά σας;
!!!
ε, δεν είναι όμορφο να είναι κανείς άνθρωπος; είναι μικρός και είναι όμορφος έτσι ο κόσμος...
καλημέρα σας!

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

η τσάντα

ο κλαουδάτος ήταν ένα λαϊκό μαγαζί. καμιά σχέση με αττικόν, ας πούμε, ή με γκόλντεν χολ. δλδ, εκεί μέσα, όπως και να έμπαινες δεν είχες να σχολιαστείς. βάσταγα την πάνινη τσάντα μου και κοίταζα σ' ένα καλάθι.

τα παιδιά μου ήταν τότε μικρά.

- καλέ εσύ δεν είσαι η ελένη κονδύλη;

-ναι...:;

-δε με θυμάσαι, είμαι η ΧΧ, συμμαθήτριά σου από το κολλέγιο (ψεύτικο όνομα είναι κι αυτό, όπως το ΧΧ)...

-πόσο χαίρομαι! τι κάνεις;

-πάμε να πιούμε ένα καφεδάκι μαζί, ελένη;

-ευχαρίστως!

ήταν και για μένα τρομερά ευχάριστο, είχα αφήσει το λεγόμενο κολλέγιο στα 15 μου που με είχανε πατσαβουριάσει τα πάω στα βέλγια και να βρεθώ αλλού κι αλλού (και φυσικά τώρα ξέρω τι καλό ήταν αυτό, τότε όμως πόναγε πολύ).

η χχ ήταν η καλή μαθήτρια στο κολλέγιο. εγώ ήμουνα το μέτριο σκανταλιάρικο που ζωγράφιζε καλά, ή, τέλος πάντων έτσι νόμιζε.

εκείνη έγραφε καλλιγραφικά, εμένα με κατηγορούσαν (μέχρι σήμερα) για την κακογραφία μου. εκείνη ήταν η καλή μαθήτρια που ό,τι και να έλεγε η δασκάλα είχε ένα χαμόγελο απλωμένο στο πρόσωπό της. και φυσικά δε με έκανε παρέα, είχε τις φίλες της, όλες εκλεκτές μαθήτριες που τις ζήλευα!

ενδιαμέσως είχα και μια καθηγήτρια, τη χειρότερη ίσως, τότε ακόμη δεν το ήξερα, που είχα ποτέ. κάθε φορά που γράφαμε έκεθση φώναζε από την έδρα, την ώρα που υπήρχε ησυχία στην τάξη: 'κονδύλη! όχι πολλές αρλούμπες!'

(τι εμψύχωση για ένα βλαμμένο σαν και του λόγου μου! πώς μπορούνε μερικοί εκπαιδευτικοί να μιλάνε έτχσι σε παιδάκια, όσο χαζά κι αν είναι, όσο φαντασμένα, όσο ό,τιδήποτε! απαράδεκτο!)

ήταν δεδομένο για κείνη ότι έγραφα αρλούμπες. όταν όμως οι τελευταίες μαθήτριες που και που μου πάσαραν το τετράδιο κι έγραφα την έκθεσή τους, εκεί, παίρνανε καλύτερο βαθμό από μένα, χα χα χα. ήμουνα δε κακογράφος και ανορθόγραφη, κακή στα αρχαία ελληνικά, ανύπαρκτη στο συντακτικό, σαϊνι μόνο στην άλγεβρα (τη μοναδική επιστήμη/μέθοδο που λάτρευα)

στην τρίτη γυμνασίου τα διαπρεπή αστέρια της τάξης έλεγαν τι θα σπουδάσουν.

περιμέναμε την προσευχή, είμασταν σε γραμμές, είμασταν όλη η τάξη.

εκεί που λέγαν τα άλλα παιδιά εν όψει και του λυκείου, πετάγομαι κι εγώ σαν την π... και λέω: εγώ θα σπουδάσω φιλολογία!

τι ήταν αυτό!

μέχρι σήμερα θυμάμαι τη χχ να γελάει μαζί με την παρέα της μέχρι σκασμού! τέτοιο αστείο δεν είχαν ξανακούσει! η κονδύλη φιλολογία! καλά! για ποια περνιέται! γελάγανε ασταμάτητα χωρίς να μου λένε τίποτα.

στεναχωρήθηκα. μα με είχε προετοιμάσει και η καλή φιλόλογος, ότι πάντα για γέλια ήταν ό,τι και να έκανα. έτσι δεν έβγαλα μιλιά. στην ουσία δε με πολυπείραξε. ε, όσο ναναι...

και μετά έφυγα.

βρέθηκα σ' ένα βελγικό σχολείο να κάνω εμετό κάθε πρωί πριν φτάσω, για δυο χρόνια τουλάχιστον. τόσο δύσκολο, τόσο δύσκολο για μένα.

τη συνέχεια θα την πούμε άλλοτε. την κατάληξη πάντως την ξέρετε. τους τελευταίους ανθρώπους που 'γέλασα' (αυτοί πάντως δε γέλασαν, χειροκρότησαν), ήταν τώρα που με εξέλεξαν μέλος σε μια διεθνή επιστημονική εταιρεία, μετά από διάλεξή μου και δικά τους λόγια στη νάπολη).

να λοιπόν, η περίφημη χχ, να πίνει μαζί μου καφέ στον κλαουδάτο.

σαν όνειρο ήταν, αυτή, που με σνόμπαρε πάντα!

νόμιζα ότι ίσως άλλαξαν τα πράγματα. πως έγινα αποδεκτή.

και εκείνη, με την αφέλεια της κατάστασής της, μου είπε:

-εγώ συνήθως δεν κοιτάζω κανέναν στο δρόμο, αλλά όταν είδα την τσάντα να γράφει 'μουσείο γουλανδρή', κατάλαβα ότι έπρεπε να κοιτάξω.

αυτή την πληγή τη θυμάμαι πιο πολύ λοιπόν.

την τσάντα από το μουσείο όπου πήγαινα τα παιδιά μου κάθε σάββατο, δεν την ξανάβαλα στο δρόμο. αν μπορούσα να έχω τσάντα ασορτί με τις πλαστικές σαγιονάρες μου, θα το έκανα.

όταν μια τσάντα επιτρέπει να σβήνουν τα πρόσωπα και οι προσωπικότητες, είναι λυπηρό.

ο χαρακτήρας τελικά μένει μάλλον ίδιος.

κι όμως.\

υπάρχει ελπίδα.

πέρα από την τσάντα, τις σπουδές, τα διδακτορικά, τις θέσεις.

μέσα, υπάρχει ελπίδα. ακόμη και για μένα. ακόμη και για την κάθε χχ, δε νομίζετε;


Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ένα γκράφιτι: μα, χαζή είσαι παιδάκι μου;

οντά στην εμμανουήλ μπενάκη, σ' ένα παλιό σπίτι, για χρόνια έβλεπα ένα πολύτιμο, διδακτικότατο, κουλτουρέ και πολιτισμένο (σαφώς αντίθετες αυτές οι δυο λεξούλες μεταξύ τους) γκράφιτι:

εν αμίλλαις πονηραίς, αθλιότερος ο νικήσας.

παρόλο που μου φαίνεται απλό στη μετάφραση, θα σας το μεταφράσω όπως μπορώ: ανάμεσα σε παλιανθρώπους νικά ο πιο παλιάνθρωπος.

όλοι κρύβουμε έναν παλιάνθρωπο μέσα μας. είναι ένας τουλάχιστον από τους δέκα μικρούς μήτσους.

εγώ ας πούμε, παρόλο που είμαι απείρου κάλλους αλλά έχω και κάλους, μοιάζω σε αντιδράσεις μου με εκείνη την ξαπλωμένη ζάπλουτη, που έλεγε για τα ίμια 'καλά, πές μου, εγώ ξέρω ζυρίχη, λωζάνη, παρίσι, 'ίμια'; τι είναι; πού είναι; κλπ'.

άλλοτε μοιάζω με τον τύπο που κάνει ασκήσεις θάρρους, κι είμαι στο νούμερο άσκησης 888888888 (τυχαίο άραγε; δε νομίζω!)

κι άλλοτε μοιάζω με τον ξάδελφο απ' την καρδίτσα...

τι θες λοιπόν ελένη, μετά αυτή την εισαγωγή στο μάθημα της λογικής:

να νικάς και να είσαι ο αθλιότερος

ή να νικάς και να είσαι αυτό που γράφει ο άπαιχτος μπρεχτ;

διότι

έχω κι εγώ ένα γκράφιτι στο γραφείο μου, το έχω βάλει πάνω από το κεφάλι μου:

mere courage ne tire aucune leçon des catastrophes qui l'accablent.

να το μεταφράσω: η μάνα-κουράγιο δεν παίρνει κανένα μάθημα απ'τις καταστροφές που πέφτουν στο κεφάλι της.

πόσο θα ήθελα να της μοιάζω...

ναι, ήμουνα στη θέση του συνοδηγού στο ταξί, είχα τη τσάντα μου με τα έγγραφα που μόλις είχα πάρει για το σχολείο του σεραφείμ από το ΚΕΔΔΥ, ευτυχώς μόλις τα είχα υπογράψει σε 4 αντίτυπα, μου έδωσαν τα 2, μου είπαν το ένα να πάει στο σχολείο, το άλλο να μείνει στο γονέα γιατί έχει ισχύ τρία χρόνια (νομίζω), και τα άλλα 2 τα έχουν για το αρχείο τους.

τα χαρτιά αυτά είναι ιδιαζόντως πολύτιμα για το σεραφείμ, και μου είχαν κοστίσει πολύ χρόνο μέχρι να τα πάρω. μπορώ να σας πω διαδικασία ετών, να γνωρίσουν το σεραφείμ, να εξετάσουν, να δουν, να προτείνουν. ήταν μια απελευθέρωση.

για να τελειώσει η διαδικασία ήμουν εχτές στο κεδδυ από το πρωί, πρώτη μου δουλειά, μέχρι τις 2 και κάτι το μεσημέρι. δόξα τω θεώ, ετοίμασαν το χαρτί, βασικό για μένα και κυρίως το παιδί, και φυσικά εγώ δεν πρόλαβα να πάω στο ταχυδρομείο, ούτε στο γραφείο μου. τρεις η ώρα έπρεπε να είμαι ξανά σπίτι.

βγήκα από το κεδδύ στη λεωφόρο ηρακλείου και βρήκα ένα ταξί. ήταν 2 και 10 το μεσημέρι. προορισμος πολύδροσο, μήπως μπορούμε να κάνουμε μια στάση φιλύρων 2 νέο ηράκλιειο να αφήσω ένα γράμμα, δε χρειάζεται καν να παρκάρετε, δε θα χτυπήσω κουδούνι, απλώς το αφήνω στην πόρτα. το ταξί δεν είχε γράψει ούτε 2 ευρώ όταν φτάσαμε φιλύρων 2.

μα πρέπει να παρκάρω.

δε χρειάζεται καν, δε θα χτυπήσω κανένα κουδούνι

δε γίνεται, θα κάνω το γύρο και θα γυρίσω να σας πάρω αμέσως.

είναι η τσάντα μου μέσα.

εδώ να με περιμένετε κάνω το γύρο.

περίμενα πάνω από μισή ώρα. σταματούσα όλα τα ταξί. τίποτα.

μέσα στην τσάντα μου όλα: κλειδιά, κινητό, έγγραφα της δουλειάς μου, τα πολύτιμα έγγραφα για το σεραφείμ, τα δωράκια της άννας... τα γυαλιά μου... και τόσα άλλα....

να μιλήσω για στεναχώρια; για ουσιαστική απώλεια μνήμης όλων των τηλεφώνων που ήταν στο κινητο, για χίλια δυο

ήμουν και καλύτερα, που λέει ο σεραφείμ τώρα.

να σκεφτώ ότι ο ταξιτζής, απλώς, με έκλεψε; ότι ήμουν αφελής; ότι κάτι του έτυχε και δεν μπόρεσε να ξανάρθει; ότι ήταν τρελός; ότι έχασε το δρόμο; ότι τον έπιασε η αστυνομία για παρανομία σε κάτι; ότι ήρθε και δε με βρήκε;

ναι. παίζουν όλα, από το πιο ηλίθιο ως το πιο πονηρό, από το πιο απλό ως το πιο απίστευτο.

να προσέχω περσότερο. να είμαι πιο καχύποπτη. να γίνω πιο έξυπνη. να μην εμπιστεύομαι τους άλλους.

όχι λοιπόν. γέρασα. θέλω να χάνω. μ' αρέσει.

είναι μια μορφή μαζοχισμού, όχι ο ίδιος ο μαζοχισμός. κρίμα για ότι έγινε. το ιδανικό μου θα ήταν να συνεχίσω να μην παίρνω μαθήματα από τις δυστυχίες.

το ιδανικό θα ήταν να μην είχε συμβεί αυτό.

συμφωνείτε;

υπογραφή: και οι δέκα μικροί μήτσοι μαζί.

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

αφιερωμένο σ' ένα γιατρό (ακόμη)

Εξημερώνομαι στον άγριο τόπο

Δώσε, δέσε, πονάω.

Μα τη σιωπή φοβάμαι περισσότερο, αυτήν ενδιάμεσα, που δεν ξέρεις,

Μέχρι πού, μέχρι πώς,

Μπορεί να φωλιάσει και να τελειώσει.

Ένα σώμα που σφαδάζει στην άσφαλτο

Μια γυναίκα γελάει χωρίς γέλιο

Ένας άντρας παλεύει να ζει.

Το ρούχο του έχει λιώσει

Το αίμα του βάφει το δέρμα κόκκινο από την αρχή

Πονάω παντού φωνάζει ακούγεται παντού

Όλα σταματημένα γύρω

Κι ευτυχώς

Το ρολόι γυρίζει.

Παλεύεις

Μιλάς μαζί του

Προσπαθείς να μιλήσεις να ντύσεις όση σιωπή με τόση επαφή, μη χαθείς παλικάρι

Να βάλω κάτι στις πληγές σου

Έστω το αντιληιακό στρώμα του αυτοκινήτου μου

Δε με νοιάζει

Να ένα παντελόνι που δε θα ξαναφορεθεί

Ένα αυτοκίνητο σχεδόν στη μέση του δρόμου, κανείς αφηρημένος να μη πλησιάσει πάνω σου

Κι εγώ τι εγώ μ’ ελπίδα ζω

Είμαι κοντά σου.

Προσέχω μην ξεπεράσεις το φράγμα της επιβίωσης από την κραυγή στην άφεση.

Προσέχω, είμαι κοντά.

Είμαι ο καλός σαμαρείτης ακούω γκόσπελ, προχωρώ με τα χέρια στις τσέπες, γαϊδούρια και φυστίκια, μια έκφραση για όλα, είμαι ροκ. Έχει γράψει και για μένα το ευαγγέλιο.

Ανήκω στην ελπίδα, το είδες.

ελένη κονδύλη 2010-09-15

--------------------------------------------------------------------------------

δεν είναι η πρώτη φορά που αφιερώνω ένα κείμενο σ' ένα γιατρό.

το πρώτο γράφτηκε όταν ξύπνησα μετά την εντατική, και γνώρισα κάποιον που τον άκουγα να με καλεί με το όνομά μου και να μου δίνει θάρρος. το 'χω δημοσιέψει κι εδώ, σ' αυτό ή στο προηγούμενο μπλογκ.

γυρνώντας από νάπολη, είδα ένα τρομερό ατύχημα: ένας μοτοσυκλετιστής που έτρεχε 'είχε άγιο' όπως είπε ο γιατρός: αλλού η μηχανή, αλλού αυτός, αλλού το δαντελένιο -έτσι είχε γίνει- αυτοκίνητο.

ένας οδηγός σταμάτησε. γιατρός. είναι φίλος μου. δεν πτοήθηκε από τις σαχλαμάρες 'μη, θα βρεις το μπελά σου' κλπ, ποιος τόλμαγε να του μιλήσει.

δε σας λέω πώς ήταν το παλλικάρι. σταμάτησε ένα ασθενοφόρο με άλλο ασθενή, κι ο γιατρός ζήτησε υλικά για τις πρώτες βοήθειες. μη έχοντας φορίο, βρήκε στο αυτοκίνητό του ένα αντηλιακό στρώμα, και κατάφερε να βάλει επάνω το σώμα, τα ρούχα του είχαν λιώσει, όλος ήταν μια πληγή. αφού ο γιατρός έμεινε κοντά του και του έδωσε κυριολεκτικά τις πρώτες βοήθειες, με ενδοφλέβια που ζήτησε από το πρώτο νοσοκομειακό και συμβουλές στους νοσηλευτές, έφυγε πρώτα το παλλικάρι, ο γιατρός έδωσε τα στοιχεία του στην αστυνομία και μετά φύγαμε κι εμείς.

είμουνα συγκλονισμένη. τι είμαι γω, μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους. θυμήθηκα μια άλλη φορά, βράδυ στη κηφισίας, μια μιρκή μοτό με μια κοπέλα με σπασμένο πόδι ή κάτι τέτοιο. ο γιατρός αυτός έφυγε χωρίς σακάκι. το άφησε εκεί, γιατί η κοπελίτσα έτρεμε. και τότε μου είχε κάνει εντύπωση. και τώρα όμως. ας είναι ευλογημένοι οι άνθρωποι που είναι άνθρωποι. κι όλοι οι γύρω τους.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

το δέκα το καλό, αγραμπελάκι μου!

το δέκα το καλό...
ρωτάω ένα φίλο, του λέω, πές μου 10 πράματα που αγαπάς. λέει:

  1. ΘΆΛΑΣΣΑ
  2. ΓΥΝΑΙΚΕΊΑ ΜΟΡΦΗ
  3. ΦΕΓΓΑΡΙ
  4. ΜΙΑ ΚΡΥΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
  5. ΓΚΡΙ ΜΠΛΕ ΚΟΚΚΙΝΟ
  6. Η ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ
  7. ΈΝΑ ΠΟΥΛΙ ΠΟΥ ΚΕΛΑΙΔΕΙ
  8. ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΒΡΥΚΟΛΑΚΑ
  9. ΟΙ ΣΤΙΓΜΈΣ ΜΟΥ
  10. Η ΓΕΝΝΗΣΗ
---------------
ΚΑΙ μετά βέβαια μπλόκαρα εγώ.
παίρνω λοιπόν το αβυσσαλέο εγώ μου από την αρχή:
1. η ευτυχία της γέννας, μια και είδα να γράφει από πάνω 'γέννηση'.
νομίζω όμως ότι η γυναίκα υπερέχει του ανδρός μόνο και μόνο γιατί έχει νιώσει 'να πετάει' από μέσα της ένα παιδί.
τέτοιο συναίσθημα δεν μπορώ να συγκρίνω με τίποτε άλλο
2. ναι, ένα κομπλιμέντο, σκάστε μη γελάτε, μ' αρέσει. ένα κομπλιμέντο τέτοιο, έξυπνο, στιλάτο, αληθινό δλδ παρηγορητικό, είναι για μένα σπουδαίο, και να το παίρνεις και να το δίνεις
3. να ξυπνάς και να είσαι ήσυχος. χωρίς πολλά φορτώματα, χωρίς πολλές αγωνίες. έχω τώρα μπόλικες βλέπετε
4. η μυρουδιά του νυχτολούλουδου και του ευκάλυπτου. τέλειο πράμα.
5. η περίοδος όταν είσαι στα τελειώματα ενός μεγάλου κειμένου, πχ ενός βιβλίου. τότε που έχεις τη χαρά ότι 'τελειώνεις' μα γίνεσαι λαγωνικό για να βρεις πώς θα τελειώσεις και ψάχνεις στα πιο απίθανα μέρη για να βρεις τροφή για σκέψη, για ένα μπάμ!!! είναι μαγεία που μοιάζει λίγο με το 1!
6. όταν καμιά φορά διδάσκεις και βλέπεις κάποια μάτια που ποτέ δε θα ξεχάσεις...
7. η φιλία και το συναίσθημα ότι μπορείς να κόβεις το χρόνο λωρίδες, να ξεχνάς το φίλο, να τον αφήνεις, να σε αναζητά και σύ να είσαι αλλού, κι όμως, να μένει η φιλία ανέπαφη και άχραντη, όποιος κι αν είσαι εσύ!
8. να βλέπεις ένα ευτυχισμένο παιδί
9. να κάνεις κάτι που να φαίνεται 'καθαρό' εσωτερικά και να σε γεμίζει χαρά
10. να ξεπερνάς τον εαυτό σου. ταπεινά, αθόρυβα, ήσυχα, όσες στιγμές περισσότερες μπορείς. είναι ευτυχία.

πάρτε το κι άλλοι, κάντε παιχνίδι!
θα ήθελα το θεουλίνι το αγαπημένο μου, τη ρίτσα τη μασούρα, την κοκό, τον ένα εκ των δύο, το λυκάκι, την κοπτοραπτού, το γιατρό με τις επιλογές του...

καλό βράδυ, πάω να διορθώσω!

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

858

Προσωποπαγής και χειροναξία
Παροναξία, παρανυχίδα, παρά τρίχα, κίνδυνος κρίση
Παροξυσμός
Λέξεις-πρόσωπα, λέπια ψαριού με την κοιλιά στον ήλιο.

Ανακύκλωση. Σκόλωψ στις σάρκες μου, στα αισθήματα, σκόλωψ στα ενθύμια, ακόμη και στο αλφάβητο, γυρνά η κοιλιά στον ήλιο,
σκοτεινιάζει το μυαλό, σκοτίζεται, κάτι λειτουργεί λάθος.
Ρακέντυτος η φύση, η φύση μας.

Νυστάζω
ύψιλον και χαμηλοί τόνοι, όλα, σαρωμένα στο πραγματικό, το ανεξέλεγκτο, το αήττητο, το ακάθεκτο πραγματικό,
όμοιο πυρακτωμένο σίδερο από λόγια καθ’εκάστης, καθ’έξιν, κατάληξη;
Πάντα η ίδια: θάνατος. Καθ’ έξιν.
Η ημέρα του σαββάτου.

Επτά τραγούδια θα σου πω… για να διαλέξεις το σκοπό…
Ένας δικαστής
Πάντα γελαστός, σαν επιτήδειος κλέφτης αποφάσεων,
Ένας δικαστής πάντα δυνατός, κουβαλάει χρόνια γενεθλίων σε μια χαρτοσακούλα,
σιδερώνει μ’ αυτήν τις σχέσεις του με τα παιδιά
Ένας δυνάστης άπειρος, αναποφάσιστος, ελισσόμενος.
Ο πιο τραχύς εαυτός είναι κι ο πιο πληγωμένος.
Η φύση ευαίσθητη, σχεδόν αόρατη, φυσάει αυτή τη στιγμή, λέει:
καθήστε, θα πετάξω εγώ το πεπρωμένο από το ματάκι σας.
Δακρύζει λίγο, μετά φεύγει όπως ήρθε.

ελένη κονδύλη.2010-08-22

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

σπαραχτική ποίηση

βαρέθηκα πια τους τίτλους, κυρίως τις ετικέτες.
εκατό τα εκατό μετάξι η μπλούζα μου, βαριά η φούστα μου, το κεφάλι μου με μεταξένια μαλλιά, η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά, τα σκοτωμένα μυαλά πάνω μας, πάνω στα κάγκελα, στις ροκ ανταύγειες ανάμεσα στα νιάτα, τη νιότη, τη νιώση, το τελευταίο ατίο, τη σύνθλιψη μεταξύ κάθαρσης και απόφασης.

γνωστικός και μυστικός δρόμας
άγνωστος και σοφός
πέρασμα στον παράδεισο μέσα από την τρύπα βελόνας
άνοιγμα της καρδιάς ενός γέρου μπροστά στο κλάμα ενός παιδιού.

αν ένα κοριτσάκι πεθαίνει μόνο του μέσα σ' ένα πηγάδι,
αν το φάντασμά του κυνηγάει πιο πολύ τη μάνα του παρά το φονιά του,
αν ο φονιάς ποτέ δε θα καταλάβει γιατί οφείλει τώρα πια θάνατο στο μέλλον και το παρόν
αν,
τότε κι εγώ, με σκυμμένο κεφάλι διαβάζω ποιήματα, πικραίνω τις μέρες μου επειδή υπάρχω
χαράζω ψεύτικα σύνορα ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, κοτάζω τα φώτα εκεί που υπάρχει φως και τα φώτα είναι άχρηστα, χαράζω σκοτάδι με τα νύχια μου εκεί που κάποιος θα αναζητούσε λίγο φως και δεν έχω να δώσω.

στη γιορτή μου
κάποιος μου έκανε ένα δώρο κι ακόμη δεν μπόρεσα να με συνεφέρω
κι ούτε θα μπορέσω
μιας κι ένα δώρο έχει νόημα όταν δεν έχει σχέση παρά μόνο με παρουσία κι όχι περιουσία.

αντιποίηση στο φάσμα του αυτισμού, του Στ. Ψ.
προσεχώς στο ποιείν.

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

πίνακι.

αν η κλασικότητα έχει να κάνει με αρχές και όχι με εποχές,
ελάτε να δούμε έναν αρχάγγελο στο μουσείο βυζαντινής τέχνης της αθήνας.
έχει πρόσωπο ανάμεσα στα γλυπτά του αθηναϊκού πανθέου, στο δισκοβόλο του μύρωνα, στον ερμή: πρόσωπο οβάλ, 'ρυθμισμένο' μαθηματικά, δλδ 'ειπωμένο' με τόση αρμονία...
μια σφαίρα στα χέρια του με τα αρχικά του κόσμου και της σωτηρίας του από τον θεάνθρωπο, μια ρομφαία εντελώς σημιτική.
πίσω από τον ερυθροφόρο ρουχισμό, φτερα...
τον κοιτάς και σε στέλνει.
σε στέλνει σε στέλνει
αλλού. στο εσωτερικό της σφαίρας του.
στο δικό σου εσωτερικό.
τη θέση αγγέλου που στέλνει μηνύματα
πήρε ο ισάγγελος
ισάγγελος
που είναι ίσος με άγγελο
είναι ένας κοινός ασιάτης.
στην ασία, όλοι οι ερημίτες φοράνε τρίχινο ένδυμα. τρίχινο είναι το ρούχο του νομάδα, νομάδας είναι ο κτηνοτρόφος ή ο κυνηγός, αυτός που δεν έχει ξεκάθαρη σχέση με ιδιοκτησία, και, κυρίως, με τη γη.
είναι ανεξάρτητος.
είναι αυτός που φεύγει.
ή, που μπορεί, συνεπώς, να έρχεται (και να σου φέρνει μηνύματα).
ή, ακόμη, στις ελάχιστες μάλλον και καλύτερες των περιπτώσεων,τον ακολουθείς εσύ, γιατί σου δείχνει το δρόμο.
δρόμο; δε φαίνεται μόνος του ο δρόμος, όταν είναι δρόμος; επομένως; ε, να: σου δείχνει το δρόμο που δημιουργείται μυστικά στο τοπίο της ζωής, καθώς αυτό ξετυλίγεται στο 'όπου γης και πατρίς', στο 'όλον' που καίγεται και αφήνει το παρόν ανεξίτηλο στο μέλλον.
ένας ισάγγελος
με τρίχινο ένδυμα
προφήτης του παρόντος, σφραγίδα δικαιοσύνης και κάθαρσης.
προφήτης του παρόντος που απευθύνθηκε στους εξουσιαστές του σήμερα και τους είπε ποια είναι η δικαιοσύνη.
τον έβαλαν στη φυλακή, χόρεψε η έρημος μπροστά στον άρχοντα.
τι δώρο θέλεις να σου δώσω;
την κεφαλή του ιωάννη σ' ένα πιάτο.
λυτρωτική για την άρχουσα τάξη η σιωπή.
το κεφάλι δόθηκε στην κορασίδα
κι αυτή το έδωσε στη μητέρα της.
κι η μητέρα της δεν ξέρω τι να έκανε αυτό το μακάβριο σιωπηλό φριχτό πιάτο.

η εικόνα
ισάγγελος, κι έχει φτερά, τίποτα δεν τον δέσμευσε στη γη, στον ουρανό μπορεί να πετούσε, στο νερό να κολυμπούσε, στη γη έφερνε κι έπαιρνε μηνύματα όσο τον δέχτηκαν. τα μηνύματά του ευλόγησε ο Εμμανουήλ στον ιορδάνη, όταν αφέθηκε στην ανθρώπινη ομολογία της θεότητας και στη γνώση/κάθραρση των ανθρώπων.
τι ζωή θεέ μου!
ο ισάγγελος κουβαλά κι αυτός κάτι. φτερά στην πλάτη, σαν τον ερμή στα πόδια, φτερά στην πλάτη για να είναι μακριά μας.
ραβδί στο χέρι, η μοναξιά των βράχων. για να τους ανέβεις, θέλεις το ραβδί του περιηγητή, άλλο στήριγμα από την ίδια τη φύση δεν έχεις.
στο άλλο χέρι ένα πινάκι θάνατο.
ο ιωάννης βαστά το κεφάλι του.
το κεφάλι του δυο φορές: ζωντανό με το σώμα, νεκρό σ'ένα πίνακα ιστορίας.
αυτό το κεφάλι, το επί πίνακι, είναι θέμα ζωγραφικής και βίας και ιστορίας.
η εικόνα όμως, με τον ιωάννη ορθό και άρτιο ως σώμα να κουβαλά τον αποκεφαλισμό του, αυτό, σπάει κάθε κλασικότητα.
σπάει τα κόκκαλα της εξουσίας
της λογικής και της καταπίεσής της
νικάει τη βία,
πλωτά, μέσα στην οικουμένη των ουρανών, της γης, των ποταμών, της κάθε θάλασσας,
αύριο
νηστεύω έτσι, απλά, τον ιωάννη τον αποκεφαλιστή, που λένε, αποκεφαλισθείς, μα, πού να καταλάβεις τις λέξεις
μια ζωή
εν χριστώ
μπροείς να ξεπεράσεις την ιστορία, άρα και το θάνατο.

εγκεφαλικά, λογικά, κοινωνικά, άστα να πάνε,είμαι χάλια.
μα αν τρυφερά περιμένω να ανάψουν ένα κερί για μένα στην εκκλησία σου, άγιε ιωάννη
μπορεί
να ελεήσει το σύμπαν της σωτηρίας του θεού μου
να βρώ ό,τι θα ήταν καλό
για τη ζωή.
να σε κοιτάξω όχι στο πινακι
να σε δω
κάποτε να λάμπεις εμπρός μου, από τη βάπτιση έως τη μεταμόρφωση.
νηστεία αύριο
για ένα θάνατο, άδικο,
όπως όλοι οι θάνατοι.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ένα απόγευμα.

σήμερα ήταν μεγάλη μέρα πάλι.
σε τρεις βδομάδες τρεις κηδείες σε μια οικογένεια, έστω κι αν πρόκειται για ηλικιωμένα άτομα, είναι πολύ...
φανταστείτε ότι θα κάνουμε τα 40 για τις δυο πρώτες μαζί, κι αποφασίσαμε σήμερα να κάνουμε πάρτυ για τα 40 της τρίτης, της τρελάρας της ειρήνης, που πάνω στο έμφραγμά της, έλεγε στο γιατρό: τόσο όμορφος που είσαι σε θέλω και να χαμογελάς...
ό,τι και να λέμε, δοκιμασία για όλους.
μετά γύρισα στο σπίτι με τον αδελφό μου, κουβεντιάζαμε και τσακωνόμαστε για διάφορα, υπερκεράσαμε τις ψυχιατρικές ανάγκες μας μ'ένα υπέροχο παγωτό, δεν έχουμε και λίγα προβλήματα εδώ που τα λέμε, μια συνηθισμένη οικογένεια είμαστε...
το απόγευμα πέτυχα αυτό που ήθελα, να βγω με το σεραφείμ για κάποια μικροψώνια άκρως απαραίτητα. σε κάποια φάση ο σεραφείμ έπρεπε να πάρει παπούτσια. μπήκε σ' ένα μαγαζί που γνωρίζει καλά, ακολούθησα εγώ, κοίταζε από δω, από κει, κυνήγαγα εγώ. σε κάποια φάση δοκίμασε ένα ζευγάρι που του άρεσε.
και να το θαύμα.
μια γλυκιά φωνή είπε στο σεραφείμ: θέλεις να σε βοηθήσω να βάλεις αυτό το παπούτσι;
φαντάστηκα πως είναι υπάλληλος, μα είδα στην πλάτη της νεαρής που μιλούσε μια τσάντα. είδα όμως κι ένα φωτεινό χαμόγελο καθαρό-καθαρό, προσηνέστατο, αγαθό!
της είπα: αφού δεν είσαστε υπάλληλος, τι είσαστε; άγγελος; πού τα έχετε κρύψει τα φτερά σας;
γέλασε κι εκείνη κι η παρέα της.
ήταν τρεις νέοι άνθρωποι ανάμεσα στα 23 έως 30.
ήταν και οι τρεις τόσο καλοσυνάτοι, τόσο αγνοί στην όψη, ο νεκτάριος, η μαρία και η ελένη, μάθαμε τα ονόματά τους μετά, που ο σεραφείμ έπιασε κουβέντα μαζί τους.
δε βλέπεις ταχτικά τέτοιους ανθρώπους.
ο νεκτάριος ήταν ο αδελφός της ελένης που απηύθυνε πρώτη το λόγο στο σεραφείμ. μαζί τους ήταν κι η μαρία, η αρραβωνιαστικά του νεκτάριου.
φεύγανε, τους χαιρετήσαμε, τους ευχηθήκαμε να είναι πάντα έτσι, κι η ελένη με μια γρήγορη κίνηση γύρισε πίσω, ξανανέβηκε τις σκάλες του καταστήματος, και μου είπε:
- κάντε μου μια χάρη, μου ήρθε αυθόρμητα! θέλω να κάνω δώρο στο σεραφείμ τα παπουτσάκια που του αρέσουν. ελπίζω να μου επιτρέπετε.
κι ετοιμαζόταν να πληρώσει τα παπούτσια βγάζοντας χρήματα για να μου δώσει.
της είπα: αφού θέλετε να κάνετε μια τέτοια κίνηση, θα ήθελα να είναι ενήμερος ο σεραφείμ. ο οποίος και δέχτηκε και την ευχαρίστησε, λέγοντάς της με την αφέλειά του: ευχαριστώ! ε! με τα λεφτά σας θα πάρω τροφή για τα αδέσποτα!
κι εγώ είπα στην ελένη: αφήστε μας τα χρήματα με τη συμφωνία να μας δώσετε το τηλέφωνό σας!
η ελένη έδωσε τα στοιχεία της και το τηλέφωνό της: εργάζεται σ' ένα ίδρυμα με παιδιά που έχουν αυτισμό, το μοναδικό πρότυπο στην ελλάδα...

ε, και μετά, μιλάμε για τύχη.
ένα απόγευμα που αντάμοιψε από πολύ πολύ ψυχική κούραση...
η ελένη, η μαρία, ο νεκτάριος, ο σεραφείμ, η ελένη, και πάλι απ' την αρχή...

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Μετά το σφουγγάρισμα έπιασε το πληκτρολόγιο
Όπως πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του
άμυαλο, πια, πράμα, κορμί πλεγμένο στους τοίχους υγρού σπιτιού
Στους πόθους ενός βήματος.
Το ωραίο βήμα της ψυχής και κάθε ανθρώπου είναι καθάριο νερό που πλένει τον άνθρωπο από τον καθημερινό θάνατο.
Ωραίο βήμα είναι να προχωράς
με το κεφάλι σκυμμένο και τη δύναμη του σταυρού μέσα σου
Την καμπούρα στητή και υπερήφανη
Την έπαρση πομπώδη μέσα στην κομπορρημοσύνη μιας ταπεινωμένης ζωής

Εσύ
Εγώ
Αυτοί, αυτοί με το αυτί στον τοίχο με την πλάτη στερεωμένη στο κριτήριο με τα χέρια κοκαλωμένα να βαστούν πέτρες, με έτοιμο το λιθοβολισμό στο κουρσεμένο τους μυαλό

Το ωραίο βήμα
Ένα συγγνώμη στην ταλάντευση του πνιγμένου
Λίγη συμπόνια στο δάσος των κρεμασμένων, την τρέλα του πλανόδιου ποιητή, του αγκυροβολημένου τροβαδούρου
Ένα ευαγγέλιο χαράς στην αποδοχή του φτωχού ανθρώπου
Γένοιτο

Και με τα χέρια ταπεινωμένα
Και με το κεφάλι σκυφτό
Και με τις λέξεις της ελευθερίας ακόμη, ως την στιγμή αυτή, αλώβητες από ψέμα. Γένοιτο, γένοιτο.

ελένη κονδύλη 2010-08-18

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

τι καιρό κάνει στην ανθρωπότητα

η ανθρωπότητα
όπως η ποσότητα ή η ικανότητα
κι όμως, λέει, ανθρωπότητα, είναι το σύνολο των ανθρώπων. ας πούμε η ανθρωποθάλασσα, ελ-μπάσαρ, αλ-νας, η ουμανιτέ.\
ένα σύνολο ανθρώπων που αφαδάζει με την πίεση της καταπίεσης και την προσπάθεια αξιών όπως η αλληλεγγύη των λαών.
ας πούμε.
λαός.
λεώς.

μου κάνει εντύπωση, μάνα είμαι, η αντίληψη της ανθρωπότητας.
η ανθρωπιά και η απανθρωπιά είναι μέσα στην ανθρωπότητα σαν σφίνα της πραγματικότητας στις γαμημένες τις ιδέες μας.
τις ιδέες μας τις λέω γαμημένες γιατί τις έχουμε πηδήξει, ακριβώς όπως ένας ματσό πηδάει αλλοδαπές χωρίς διάκριση, γιατί γι' αυτόν όλες οι γυναίκες που δεν είναι συγγενείς του, και προπαντός οι ξένες, πουτάνες είναι.
έτσι και κάτι ψωριάρηδες καθωσπρεπιστές, γαμάνε τις ιδέες γιατί δεν είναι οι δικές τους. δικές τους ιδέες είναι μόνο τα άλλοθί τους. τα πολιτικά άλλοθι, οι αριστεροί κουλτουριαρέοι, τα θρησκευτικά άλλοθι, οι ανθρωποφάγοι που χαμογελάνε με επιείκεια μόνο στα παιδιά τους, με οικονομικά άλλοθι, οι καννίβαλοι που θεωρούν ότι είναι καλύτερος όποιος κλέβει με αρχές και κυρίως με κίνητρα.
μέσα σε μια τέτοια ανθρωπότητα ο νόμος της ζούγκλας είναι ένας αθώος νόμος, ενώ το παράστημα του νόμου δίνει συνήθως δίκιο στους ισχυρούς. ρυθμιστικός παράγων εξουσίας ο νόμος, κι όχι θέληση δικαιοσύνης, πολλές φορές.
τι καιρό κάνει στην ανθρωπότητα...

να θυμόσαστε αυτή την πρόταση.
κάνει μποφόρ
κάνει θύελλες
κάνει σεισμούς
κάνει εκρήξεις
κάνει θάνατο και καταφρόνια στην καθημερινότατα

τόσων ανθρώπων.

όχι μόνο στο πακιστάν. στη γειτονιά μας, στο δρόμο μας, στο σπίτι μας. στην ιντελιγκέντσιά μας. στον καθωσπρεπισμό μας.

σταύρο, θα ξαναγράψω γι' αυτά που έγραψες. πέρασα σήμερα από ένα υπόγειο γεφύρι. απλωμένη μια κουβέρτα στο κηγκλίδωμα. κοιμόταν ακόμη.
αν ήταν ξένος, θα λέγαμε: είναι ξένος.
αν ήταν ανάπηρος, θα λέγαμε: είναι ανάπηρος.
αν ήταν καθυστερημένος, θα λέγαμε: είναι καθηστερημένος.
αν ήταν τρελός, θα λέγαμε: είναι τρελός.

τι καιρό κάνει στην ανθρωπότητα. δεν μπορώ να σας πω.

ίσως εκεί να ήταν ένας άνθρωπος,
ναι,
απλώς.
ένας άνθρωπος.

αποκλείεται. δεν εμπίπτει στις δημοκρατικές θεωρίες τέτοιος ορισμός.
θα περάσει από την επιτροπή το κείμενό σας. το δικό σας δλδ. θα εκγριθεί.
ξαπλώστε αγαπημένε στο κρεβάτι του προκρούστη σας, και κοιμηθείτε τον ύπνο του δικαίου μέχρι να μικρύνετε όσο κι εμείς.
οι μεγάλοι.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

ζέστη.

κάνει ζέση αυές τις μέρες. ήμουνα στη νέα μάκρη με τα παιδιά, πήγα να ψωνίσω, γυρνούσα με το καρότσι και τα ψώνια πάνω στην άσφαλτο. τι βλέπω!
μια πεταλούδα πανέμορφη με τα φτερά της όρθια να 'ξαποσταίνει' πάνω στην άσφαλτο.
τόση ομορφιά, δεν ήθελα να την πατήσει αυτοκίνητο, πάω να την πάρω, περνά ένα αυτοκίνητο, λέω: ή εμένα φοβήθηκε και πέταξε, ή ο αέρας με τη φόρα του αυτοκινήτου την έκανε να πετάξει.
βρέθηκε όρθια πάλι στη μέση της λεωφόρου. σε λίγο τα φτεράκια της έπεσαν πάνω στην άσφαλτο, λέω πάει, έσβησε. όμως τόση ομορφιά δε θέλω να την πατήσουν τα αυτοκίνητα. κοιτάζω, πάω κοντά της. ξαναορθώνει τα φτερά της, έρχεται αυτοκίνητο, κάνω πίσω, εκείνη ψιλοπετάει και φτάνει στην άκρη της λεωφρόρου. αποφασιστικά την παίρνω με προσοχή. τα φτερά της είναι και πάλι όρθια, ζει. στη χούφτα μου μέσα, και την οδηγώ προσεχτικά κάμποσα μέτρα μέσα στον πευκώνα, την βάζω πάνω σε κάτι σκοίνα.
μένω έκθαμβη από τη δύναμη της ζωής!
γυρνάω σπίτι, μαγειρεύω...
χτυπάει το τηλέφωνο. η λαλά ελένη μου, έσβησε τώρα, μόλις τώρα.
δεν πρόλαβα να δοκιμάσω το φαγητό, άφησα τα παιδιά μόνα του κι έτρεξα να την προλάβω. να προλάβω τι; ένας πεθαμένος δε φεύγει. πρόλαβα να τη φιλήσω στο κρεβατάκι της, μπόρεσα να κλάψω μαζί της. έ, 87 χρόνων, ήθελε να πάει να βρει τον άντρα της, τα αδέλφια της όλα, τη μάνα που την άφησε 3 χρόνων ορφανή, φίλους, φίλες...
στο κρεβάτι της απέναντι, δίπλα στο παράθυρο, είχε μια φωτογραφία. δυο όμορφες κοπέλες της δεκαετίας του 40 χαμογελούν με αγάπη. είναι αδελφές. η μια, μεγαλύτερη κατά 5 χρόνια, είναι η μητέρα μου. η άλλη, πιο ξαλέγρα, είναι η λεγόμεννη λαλά από όλα τα ανηψάκια της, και της έμεινε το όνομα.
όταν χήρεψε πριν 5 χρόνια περίπου, έλεγε: έπρεπε εγώ να φύγω μιχαλάκη μου, όχι εσύ, συγγνώμη!
κι εγώ της είχα πει: κάτσε καλά κακομοίρα μου, μη λες ότι θες να φύγεις, γιατί άμα φύγεις, μου φαίνεται ότι όσο δάκρυ δεν έχυσα για τη μάνα και για τον πατέρα μου, θα το χύσω για σένα, γιατί εσύ είσαι η τελευταία! κράτα καλά!
με κοίταζε στα μάτια με τρόμο τότε και δε μίλαγε.
τώρα που είχε καταπέσει, τη ρωτούσαν: τι κάνετε;
απαντούσε: δεν πέθανα! δεν πέθανα.
μετά δεν έλεγε πια τίποτα.
έμενε στο σπίτι του αδελφού μου, με την πεθερά του αδελφού μου. τις φρόντιζε και τις δυο μια γυναίκα.
στις 28 ιουλίου η ιωάννα, η πεθερά του αφελφού μου κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο.
η θεια μου το έμαθε βέβαια, στο διπλανό δωμάτιο ήταν. εκείνη τη μέρα κάθησα λίγο μαζί της. της διάβασα ένα κείμενο από την αγάπη, ένα θρησκευτικό περιοδικό. ήταν ένα πατερικό κείμενο από το γεροντικό. της άρεσε πολύ. το χαμόγελό της όταν της αρέσει κάτι είναι σπουδαίο, και η ομιλία της ανάλογη. το βλέμμα της τρομερό όταν θέλει να πει κάτι που δεν τολμάει.
τότε που της διάβασα ήταν το χαμόγελο και η βαθειά ικανοποίηση.
της υποσχέθηκα πως θα της ξαναδιάβαζα. δεν έγινε.
τέλειωσε το δρόμο της.
και άσφαλτος να είναι ο δρόμος, όταν τελειώνει είναι πολύ οδηνυρός.
λαλά, που να καταλάβουν οι άλλοι, το 'δεν πέθανα'. τώρα νιώθω ότι έφυγε όλη η γενιά πίσω μου. η τάφρος είναι ανοιχτή για μένα.
σμαραγδή, το πραγματικό σου όνομα.
ας αναπαυτείς σε σκηνές δικαίων. σαν την πεταλούδα πάνω στα σκοίνα.
αιωνία σου η μνήμη, καλό ταξίδι στο μοναχικό δρόμο όλων προς το θεό.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

ευ-

την κυρά ζωή τη λέγανε ζωή και πνίγηκε στη λίμνη των ιωαννίνων.
τι να πεις...
βέβαια αν δεν έχεις διαβάσει, ή αν δε σε έχουν κάποτε βάλει να διαβάσεις με το ζόρι ιστορία, δε θα είχες να πεις τίποτα (και θα γλύτωνε κι ο κόσμος που τυχόν σε διαβάζει).
στο καπνό της μνήμης...
πολλά, μπορεί να σκεφτείς πολλά, με αφορμή μια χαλασμένη μνήμη, όπως το χαλασμένο τυρί: μπορεί να βρωμάει ή να μυρίζει...
αυτή μωρέ, όπως και να τη λέγανε
πόσο βοήθησε συνανθρώπους της, πόσο βοήθησε πολύ κόσμο, πόσο πρόδωσε, πόσο τιμήθηκε αυτάρεσκα ως γυναίκα της εποχής της, πόσο μπορεί η σκέψη της να ήταν όπως οι ράγιες ενός τρένου που τις ρυθμίζει αυτόματα σε κάθε στροφή κάτι πιο βαθύ από τις επιθυμίες μας...
αυτή η κυρά ζωή πνίγηκε, κι ας τη λέγαν αλλιώς.
είναι μια άλλη που τυ λέγαν ευτυχία και πνίγηκε
είναι ένας άλλος που τον λέγαν ευτύχη μα ζούσε χρόνια στη φυλακή

λέει: ουκ εν τω πολλώ το εύ
τι σημαίνει ευπάθεια; ευτέλεια; ευπιστία;
ευτυχία πάντως σημαίνει μάλλον να έχεις πολλή τύχη.
ευπάθεια σημαίνει να έχεις πολλές αδυναμίες.
ευπιστία σημαίνει να έχεις υπερβολικά πολλή εμπιστοσύνη στον καθένα
ευτέλεια; χμ, ίσως ευτέλεια να είναι να γράφεις όπως γράφω εγώ.
τι σημαίνει εύπορος; αυτός που έχει πολλούς πόρους πλούτου
ευτραφής; αυτός που έχει πολλά κιλά, κι όχι απαραιτήτως αυτός που τρώει καλά, ίσως και το αντίθετο.

ουκ εν τω πολλώ το ευ, λοιπόν;

σκέφτηκα ακόμα μια φορά ποια είμαι. έσκυψα στο σκοτάδι μου, ναι, ένα είναι, δεν είναι πολλά τα σκοτάδια: είναι ένας ζόφος όπου τίποτα δεν ξεχωρίζει, άρα ένα είναι.
με σκέφτηκα πληγωμένη ως συνήθως τώρα τελευταία,
και σκέφτηκα πόσο καμιά φορά περιμένεις από φίλους να σε στηρίξουν, να μην τους πεις: 'ε, θέλω στήριγμα', να μην πεις τίποτα.
η εικόνα του πληγωμένου της παραβολής είναι ακριβώς σοφότατη:
ο πληγωμένος δε μιλάει.
είναι έξω από το δρόμο, πεσμένος σε ένα χαντάκι.
ο καλός σαμαρείτης δεν ακούει τίποτα.
βλέπει πως κανείς δεν είναι εκεί, έξω από τη μοναξιά και την αδυναμία αυτού του ανθρώπου.
αυτό φτάνει για να κάνει ό,τι λέει στη συνέχεια η παραβολή.
η παραβολή, όπως όλες οι παραβολές, είναι σύμ-βολικές.
μπορείς δλδ να αλλάζεις επίπεδα εννοιών και με ένα 'συν', να προσθέτεις διαφορετικά νοήματα.
έτσι η συμβολική παραβολή είναι στη θέση του καλού σαμαρείτη ο Χριστός,
που, όπως ο σαμαρείτης, δεν ανήκει στην ίδια φυλή με τους ανθρώπυς, όμως γίνεται ένα με αυτούς, χωρίς άλλη σχέση: κανείς δεν του ζητά να είναι εκεί, κανείς δεν του ζητά να τον φορτώσει στη δύναμή του, το ζώο του, να τον πάει στο πανδοχείο (όπου θα είναι με άλλους ανθρώπους), να πληρώσεις αυτός το αντίτιμο γι' αυτόν, να φύγει και να τον αφήσει εκεί, με τους δικούς του, και να επανέλθει αργότερα να πληρώσει κι άλλο αν χρειαστεί.
-και βέβαια πολλά άλλα έχουν γραφτεί γι' αυτό το διαμάντι-
σε ένα άλλο επίπεδο, στην ίδια παραβολή, ο χριστός ζητάει από τον ΄κάθε άνθρωπο να είναι αυτός που δε θα λογαριάσει διαφορές (φυλή, πίστη, χρώμα, ιδέες) με το συνάνθρωπό του, δε θα κουβεντιάσει μαζί του για να δει πώς να τον βοηθήσει, αλλά αυθόρμητα, ο χριστός θα ήθελε ο καθένας από μας να φερθεί με τέτοιο τρόπο, που

να μην υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο δρόμο και το περιθώριο!!!

ο καλός σαμαρείτης είναι καλός γιατί αφήνει το δρόμο του ή το λεγόμενο δρόμο, μπαίνει στο χαντάκι για να βγάλει από κει αυτόν που είναι αναίσθητος και να τον βοηθήσει να νιώσει τη ζωή. πάλι.

ο δρόμος του καλού σαμαρείτη είναι η ίδια η καλοσύνη.
άλλος δρόμος πέρα από την ταυτότητα του καθενός δεν υπάρχει.
πολύ δύσκολο.
για μερικούς, δρόμος τους μπορεί να είναι το ίδιο το χαντάκι.
γιατί; που να ξέρεις....
σάμπως ξέρεις γιατί κάποιοι άνθρωποι ζουν στα χρυσάφια κι έχουν χρυσή καρδιά, ενώ αυτό συνήθως είναι σπάνιο; κι όμως, υπάρχει. ε λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο, κάποιοι άνθρωποι ζουν στο τιμημένο περιθώριο κι είναι μεγάλοι. άλλωστε, να θυμηθούμε ή να μνημονέψουμε (θυμός ή μνήμη, μεγάλη ιστορία κι αυτή) ένα βαν γκόκγ, ή ένα νταλι... (τι διαφορά στη ζωή τους, ο ένας στο περιθώριο ο άλλος στα φώτα, μα άφησαν κι οι δύο έργο φοβερό)
και στο πιο σχετικα΄με το θεό, να δούμε έναν πατέρα παϊσιο που όλοι αγαπάνε, περίπου, ή κάποιον που πέθανε μάρτυρας με πολλούς τρόπους (κι όχι μόνο επειδή τον έσφαξαν ειδωλολάτρες)...
και τώρα, επειδή βιάζομαι να φύγω και δεν αντέχω να αναφερθώ παραπάνω σ' αυτό
να φτάσω έτσι άκομψα στη βάση αυτού που ήθελα να πω:
ευσπλαγχνία,
ευσκπλαγνία, τι να σημαίνει άραγε; μάλλον σημαίνει καλός ρυθμός του εσωτερικού ανθρώπου που έχει σπλάγχνα, καρδίαν, νεφρούς, όσα βρίσκονται μέσα του. αυτά ακριβώς που δεν έχει ο θεός.
κι όμως, αυτός είναι σπλαγνικός
δεν τον νοιάζει δλδ το απέξω μας, βλέπει το μέσα μας πόσο υποφέρει πεταμένο στο χαντάκι του
ευσπλαγχνία, τι λέξη τελικά...

δε σε θέλω εσένα καλοντυμένε χριστιανέ, σε βαρέθηκα, στο πρόγραμμα των ανθρώπινων συναλλαγών σου με το υπερπέραν. στην τράπεζα πίστως. στο χρηματιστήριο αξιών σου. στα σιδηρόφραχτα παράθυρα, θερμομόνωση, ηχομόνωση, απάθεια.
σε βαρέθηκα.
ίσως όμως εσύ να είσαι πιο πληγωμένος και πιο ανήμπορος από κάποιον άλλον που του φαίνεται αυτό πιο πολύ,.
όπως και να είναι

ευσπλαγχνία


σήμερα έχουμε πέντε του μηνός.

αύριο είναι η μέρα που δείχνει ένα βουνό να φωτίζεται από νοητό ήλιο. ένα φως που αντί να καίει λάμπει σα χιόνι πάνω στα ρούχα του.
(το είδε κι ο θεοτοκόπουλος αυτό το φως και το βάζει στις σκιές των ρούχων του)
ο άνθρωπος μέσα στο φως συνδιαλέγεται με δυο πεθαμένους άλλων εποχών, ο ένας αρχηγός λαού, ο μωυσής, κι ο άλλος αρχηγός της ερήμου, δλδ μόνος, προφήτης, ο ηλίας
αυτοί που πρέπει να μάθουν ακουμπάνε με τα μούτρα τους το βουνό. το ακούνε να λάμπει.

η μεταμόρφωση...

είναι πολύ μακριά μου.
όμως με τα μάτια τυφλά πιστεύω στην ευσπλαγχνία Του.


χρόνια πολλά σε όλους
τελικά είναι πιο εύκολο να κουνάς μόνο την άκρη των δακτύλων σου και να γράφεις.
έστω κι έτσι, κάτι ελπίζεις.

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

άμπουλ-κάσεμ Σάμπι (1909-1934), μια έξοχη αραβική ποιητική μορφή. πρόσκληση

η ποίηση είναι ο παιδικός χρόνος

ο χριστός είπε θα μπούμε στον παράδεισο αν γίνουμε παιδιά

το παιδί κλαίει και σε λίγο γελάει
το παιδί αλλάζει, έχει ψυχή που πετάει, καρδιά που σπαράζει, σώμα που μεγαλώνει

αν όλα αυτά η καρδιά μας...

είμαι περήφανη που έδωσα ένα παρατσούκλι στον μεγάλο αυτό ποιητή που πέθανε παιδί και είπε την πρόταση 'η ποίηση είναι ο παιδικός χρόνος', ή κάπως έτσι, και τίναξε την αραβική ποιητική συντήρηση στον αέρα!

γι' αυτό κι εγώ με τη βλακεία μου και την αποκοτιά μου νιώθω περήφανη που του έδωσα το παρατσούκλι

ο ρεμπώ της αραβικής ποίησης
http://noctoc-noctoc.blogspot.com/2007_10_01_archive.html (παραπομπή στο υπέροχο ιστολόγιο του νόστου, που έχει αναρτήσει και απόσπασμα από τη λογοτεχνία των αράβων)

βέβαια, ο τραγικός ποιητής που πέθανε τόσο νωρίς από καρδιοπάθεια, είναι γόνος της βορείου αφρικής, κι η αφρική είναι ένας λωτός που περίπου την ίδια εποχή, γέννησε στους στήμονές της τον καβάφη. ο λωτός της αφρικής έχει σχέση με την ευρωπαϊκό βορρά και τα βήματά του πάνω στα λουλούδια του νότου και τους σταυρούς τους....

Απόγονος του ποιητή o Mohamed Hassen ZOUZI-CHEBBI είναι καθηγητής σύγχρονης φιλοσοφίας στο Παρίσι.
έχει γράψει ένα βιβλίο για τον σάμπι,
και,
ΘΑ ΜΑΣ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
την Τρίτη 13 Ιουλίου, ώρα 7.00μμ
στην οδό Καπλανών 6
στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών,
προσκεκλημένος από το Τμήμα και την Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Σπουδών Μέσης Ανατολής.

είστε προσκεκλημένοι για δύο λόγους:
να τιμήσουμε τον ομιλητή που επισκέπτεται την πατρίδα μας
να ακούσετε στοιχεία που αλλιώς όλοι θα αγνοούσαμε...

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010




Αλήθεια, μου ζήτησες την κοινωνία σε πιάτο.
Την κεφαλή μου κλίναι εγώ παράτησα στα βλέμματά σου βελάσματα
Πέρασε βοσκός, πέρασε στρατιώτης, μια πόρνη σπάραξε.
Την κεφαλή
Και το κορμί
Σαν πρόβατο επί σφαγή
Μετά περάσαν όλοι
Περαστικοί της δυστυχίας της ευτυχίας του απογευματινού περιπάτου του νυκτερινού βίου της αλαζονείας του τίποτε
Μα
Εγώ
Γδέρνω τα μάγουλα πάνω στα σύννεφα της ευσπλαγχνίας σου Χριστέ
κραυγάζω
Κραυγάζω
Τώρα περνώ απέναντι
Στη σιωπή των άλλων.
Στη δική μου.
Η δική μου ζωή
Είναι δώρο δικό σου
Τα δέλτα του ποταμού όλα με έθρεψαν λάσπη, από τον Νείλο έως τον Αμαζόνιο, από τα τείχη της κίνας τα σινικά έως την πιο μελανή λάμψη που έχει το φεγγάρι
Όλα
Με τη σειρά
Τα όργανά μου ποθούν το πεπρωμένο μου
Καθώς μιλά η αγάπη.
Χριστέ,
Ας μην πάψει

eleni kondyli 2010-07-03