Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ζέστη.

κάνει ζέση αυές τις μέρες. ήμουνα στη νέα μάκρη με τα παιδιά, πήγα να ψωνίσω, γυρνούσα με το καρότσι και τα ψώνια πάνω στην άσφαλτο. τι βλέπω!
μια πεταλούδα πανέμορφη με τα φτερά της όρθια να 'ξαποσταίνει' πάνω στην άσφαλτο.
τόση ομορφιά, δεν ήθελα να την πατήσει αυτοκίνητο, πάω να την πάρω, περνά ένα αυτοκίνητο, λέω: ή εμένα φοβήθηκε και πέταξε, ή ο αέρας με τη φόρα του αυτοκινήτου την έκανε να πετάξει.
βρέθηκε όρθια πάλι στη μέση της λεωφόρου. σε λίγο τα φτεράκια της έπεσαν πάνω στην άσφαλτο, λέω πάει, έσβησε. όμως τόση ομορφιά δε θέλω να την πατήσουν τα αυτοκίνητα. κοιτάζω, πάω κοντά της. ξαναορθώνει τα φτερά της, έρχεται αυτοκίνητο, κάνω πίσω, εκείνη ψιλοπετάει και φτάνει στην άκρη της λεωφρόρου. αποφασιστικά την παίρνω με προσοχή. τα φτερά της είναι και πάλι όρθια, ζει. στη χούφτα μου μέσα, και την οδηγώ προσεχτικά κάμποσα μέτρα μέσα στον πευκώνα, την βάζω πάνω σε κάτι σκοίνα.
μένω έκθαμβη από τη δύναμη της ζωής!
γυρνάω σπίτι, μαγειρεύω...
χτυπάει το τηλέφωνο. η λαλά ελένη μου, έσβησε τώρα, μόλις τώρα.
δεν πρόλαβα να δοκιμάσω το φαγητό, άφησα τα παιδιά μόνα του κι έτρεξα να την προλάβω. να προλάβω τι; ένας πεθαμένος δε φεύγει. πρόλαβα να τη φιλήσω στο κρεβατάκι της, μπόρεσα να κλάψω μαζί της. έ, 87 χρόνων, ήθελε να πάει να βρει τον άντρα της, τα αδέλφια της όλα, τη μάνα που την άφησε 3 χρόνων ορφανή, φίλους, φίλες...
στο κρεβάτι της απέναντι, δίπλα στο παράθυρο, είχε μια φωτογραφία. δυο όμορφες κοπέλες της δεκαετίας του 40 χαμογελούν με αγάπη. είναι αδελφές. η μια, μεγαλύτερη κατά 5 χρόνια, είναι η μητέρα μου. η άλλη, πιο ξαλέγρα, είναι η λεγόμεννη λαλά από όλα τα ανηψάκια της, και της έμεινε το όνομα.
όταν χήρεψε πριν 5 χρόνια περίπου, έλεγε: έπρεπε εγώ να φύγω μιχαλάκη μου, όχι εσύ, συγγνώμη!
κι εγώ της είχα πει: κάτσε καλά κακομοίρα μου, μη λες ότι θες να φύγεις, γιατί άμα φύγεις, μου φαίνεται ότι όσο δάκρυ δεν έχυσα για τη μάνα και για τον πατέρα μου, θα το χύσω για σένα, γιατί εσύ είσαι η τελευταία! κράτα καλά!
με κοίταζε στα μάτια με τρόμο τότε και δε μίλαγε.
τώρα που είχε καταπέσει, τη ρωτούσαν: τι κάνετε;
απαντούσε: δεν πέθανα! δεν πέθανα.
μετά δεν έλεγε πια τίποτα.
έμενε στο σπίτι του αδελφού μου, με την πεθερά του αδελφού μου. τις φρόντιζε και τις δυο μια γυναίκα.
στις 28 ιουλίου η ιωάννα, η πεθερά του αφελφού μου κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο.
η θεια μου το έμαθε βέβαια, στο διπλανό δωμάτιο ήταν. εκείνη τη μέρα κάθησα λίγο μαζί της. της διάβασα ένα κείμενο από την αγάπη, ένα θρησκευτικό περιοδικό. ήταν ένα πατερικό κείμενο από το γεροντικό. της άρεσε πολύ. το χαμόγελό της όταν της αρέσει κάτι είναι σπουδαίο, και η ομιλία της ανάλογη. το βλέμμα της τρομερό όταν θέλει να πει κάτι που δεν τολμάει.
τότε που της διάβασα ήταν το χαμόγελο και η βαθειά ικανοποίηση.
της υποσχέθηκα πως θα της ξαναδιάβαζα. δεν έγινε.
τέλειωσε το δρόμο της.
και άσφαλτος να είναι ο δρόμος, όταν τελειώνει είναι πολύ οδηνυρός.
λαλά, που να καταλάβουν οι άλλοι, το 'δεν πέθανα'. τώρα νιώθω ότι έφυγε όλη η γενιά πίσω μου. η τάφρος είναι ανοιχτή για μένα.
σμαραγδή, το πραγματικό σου όνομα.
ας αναπαυτείς σε σκηνές δικαίων. σαν την πεταλούδα πάνω στα σκοίνα.
αιωνία σου η μνήμη, καλό ταξίδι στο μοναχικό δρόμο όλων προς το θεό.

6 σχόλια:

Σωκράτης Ξένος είπε...

ανθρώπινα βέβαια
εντελώς ανθρώπινα
κι εσύ
κοίτα ν΄αγαπάς όπως αγαπάς τους ανθρώπους
αυτό φτάνει Λενιώ

την αγάπη μας

agrampelli είπε...

Έτσι τρυφερά που ένοιωσεςτην πεταλούδα...ψυχή την λένε ξέρεις!
Καλό νάχεις Ελένη...

monahikoslikos είπε...

Ευαίσθητη όπως πάντα Ελένη κατάφερες να κάνεις μια νεκρολογία ένα εξαιρετικά ζωντανό λογοτεχνικό διαμαντάκι.

baobab είπε...

Ελενάκι μου, να την θυμάσαι που έζησε έτσι που να αγαπηθεί τόσο και που έφυγε σαν πεταλούδα
(χαθήκαμε, αλλά σ'αγαπώ πολύ κι είμαι πάντα μυστικά κοντά σου!)

- είπε...

σωκράτη, αγραμπελάκι, λυκάκι, δεντράκι, να σαστε καλά και να χαιρόσαστε τη ζωή!
σας ευχαριστώ που μου είπατε λόγο για τη θειά μου. μού λείπει πολύ. κιόλας.

Δάφνη Χρονοπούλου είπε...

Κι είναι της Πεταλούδας το άλλο όνομα Ψυχή.