Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΑ (και όχι ώρα μηδέν). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΑ (και όχι ώρα μηδέν). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

η ομορφιά. 2.

2; πώς 2;
ε, θα καταλάβετε.
ένα ζευγάρι παπούτσια. δύο δεν είναι; ο λουκάς, ο πρώτος μου γιος, ήταν 8 χρόνων και πήγαμε σ' ένα τσίρκο με ένα άλλο αγοράκι. περιμέναμε γύρω από τη σκηνή, βλέπαμε παπούτσια σε μια βιτρίνα, και ο μικρούλης μέλωνε κατά κυριολεξία τα παπούτσια, παρόμοια με του φίλου του, που σε κάθε βήμα έβγαζαν φωτάκι. ήταν της μόδας τότε.
του εξήγησα κάτι, το κατάλαβε τόσο καλά, που ποτέ δεν ξανααναφερθήκαμε σ' αυτό:
λουκά, αυτά τα παπούτσια κάνουν 15.000 δρχ. τα παπούτσια χωρίς φωτάκια κάνουν 5.000 δρχ και είναι το ίδιο καλά. κι υπάρχουν την ίδια στιγμή παιδιά που δεν έχουν παπούτσια καθόλου. δεν είναι λοιπόν καλύτερα, αν έχουμε 15.000 δρχ (και τότε είχαμε), να δώσουμε τα μισά για παπούτσια άλλων παιδιών, παρά να τα δώσουμε μόνο για μάς;
δεν είναι πιο δίκαιο;

ήταν.

είναι.

αυτό ήταν μια πρακτική του σπιτιού μας, και κάποιος μας την είχε μάθει.
ένα πρόσωπο, που ήταν πρός-ωπο πάντα. ένα μέτ-ωπο καθαρό.
ένα ζευγάρι μάτια γεμάτα καλοσύνη και σοβαρότητα.
γεμάτα κούραση και αξιοπρέπεια που τη μοίραζε όπως οι ζάπλουτοι μοιράζουν λίρες τη μέρα της γιορτής τους.
εκείνη μοίραζε αξιοπρέπεια κάθε μέρα.
γιατί γιόρταζε κάθε μέρα με τη χαρά των άλλων.
αυτή, μας είχε μάθει να μοιραζόμαστε κυρίως μ' αυτούς που δε γνωρίζουμε.
που στέκουν 'μέσα', τόσο 'μέσα', που πεινάνε χωρίς να ζητάνε, που πονάνε χωρίς να φωνάζουν, που ζουν στη σκιά της φτώχειας χωρίς πολλά πολλά.
όσοι την ξέραμε, ακολουθούσαμε το παράδειγμα που μας είχε δώσει.

στο σπίτι μας, σε εμφανές μέρος, υπήρχε και υπάρχει ένας πλαστικός, ευτελέστατος κουμπαράς.
κάποια ρέστα από ψώνια, μια πεταμένη δεκαρούλα, ένα ευτυχές γεγονός που μας γεμίζει χαρά και κάτι θέλουμε να μοιραστούμε, ένα καθημερνό βλέμμα για κάποιον που δε γνωρίζουμε γιατί δε βγαίνει στο φως, μια σκέψη ότι κάποτε κι εγώ ήθελα να ζητιανέψω, όταν έπρεπε να πάμε αμερική το σεραφείμ για την καρδούλα του, μα ήρθαν τα πράγματα έτσι και δε χρειάστηκε πολύ, μόνο λίγο, να ζητιανέψω. και τόσες άλλες σκέψεις μπορεί να κάνετε κι εσείς, παρόμοιες, μικρές, χαζούλικες, ή μεγάλες και σοβαρές για ό,τι σας περνάει από το κεφάλι.
προς το νοέμβρη κάθε χρονιάς, αυτός ο κουμπαράς, περίπου γεμάτος, αναλόγως τα κέφια, τα οικονομικά, κλπ κλπ, πήγαινε στα χέρια που όριζε εκείνη. πλήθος τέτοιοι κουμπαράδες έφθαναν από φίλους.
τα χρήματα γίνονταν πολλά.
άλλοι άνθρωποι, που είχαν εξακριβώσει τη σιωπηλή φτώχεια και δυστυχία, είχαν καταλόγους. ποιος που θα τον πέταγαν από το σπίτι γιατί δεν πλήρωνε νοίκι, ποιος που είχε μεταφερθεί στην πόλη μ'έναν άρρωστο από το χωριό του, ποιος που δεν τόλμαγε να δει στη φυλακή το παιδί του, ή τον φαντάρο του στο στρατό γιατί ντρεπόταν να μην έχει μία, ο κατάλογος είναι πολύ μακρύτερος από ό,τι φανταζόσαστε.
τα χρήματα του κουμπαρά γινόταν συστηματική και άρτια πράξη.
ένα περιστατικό που ίσως δεν το σκεφτόμαστε εύκολα, είναι η φτώχεια που δέρνει οικογένειες φυλακισμένων, και προκαλεί εντάσεις και απόρριψη: αυτός που είναι μέσα θέλει, θέλει, θέλει...
κι οι δικοί του που είναι απέξω δεν έχουν, δεν έχουν, δεν έχουν... γιατί ... σκεφτείτε λίγο! κι έτσι αρχίζει η απόρριψη κι η φυλακή γίνεται σχολείο για άλλα πράματα...
να βρεις λοιπόν την οικογένεια. να την ντύσεις, να τη φροντίσεις. να της πληρώσεις ξενοδοχείο να ρθεί στην άλλη πόλη, να δει το δικό της, να έχει να του δώσει κι εκείνου, να γλυκάνει για όλους η πίκρα της καταστολής, της ανέχειας, της παραβατικότητας.
αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα.
φέτος ο κουμπαράς που είχα στο σπίτι παραβιάστηκε για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια, πάνω από 20, που έχω έναν τέτοιο κουμπαρά! άλλοτε θα σας πω γιατί παραβιάστηκε, και από ποιον.
και να, ένα πρόσωπο από το διαδίκτυο, που δεν ήξερε τίποτε για όλα αυτά, μου έφερε...
μου έφερε.
κάτι.
και για να δεις αυτή την ομορφιά, δε γίνεται να είσαι ένας. θέλει 2, και το 2 γίνεται πολύ παραπάνω.
καταλάβατε;
καλημέρα σας.
σίγουρα οφείλω και συνέχεια.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

χωρίς τσάντα, αφιερωμένο στην αγράμπελη.

λοιπόν, κοινωνικός ρατσισμός.
να το ξεπεράσουμε και να μιλήσουμε για την ανθρωπιά. γιατί υπάρχει και δεν την ξεχνάμε... δε μπορούμε ρε παιδί μου! αδυνατούμε!
γιατί καλέ αδυνατείτε;
μα, γιατί αν την ξεχάσουμε, απο πού θα πιαστούμε;
λοιπόν (ξανά!), ήμουν φοιτήτρια στο βέλγιο, όπου είχα πάει με τη μητέρα και τον αδελφό μου απ΄ τα 15 μου. η μάνα μου δεν ήξερε παρά ελάχιστα γαλλικά, ίσως γι' αυτό τα ελληνικά και η σχέση με την ελλάδα, και το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν στην ελλάδα κι ήλθε στο βέλγιο πολύ αργότερα, βάστηξε τους δεσμούς με την πατρίδα εντελώς ζωντανούς, στα 20 χρόνια διαμονής μου εκεί.
ως φοιτήτρια λοιπόν σε βελγικό πανεπιστήμιο, δε μου έφτανε η ζωή.
ήθελα να επιστρέψω.
με το στανιό μάζεψα την χαρτούρα που ζητούσαν για μετεγγραφή, κι έπεισα με το στανιό τους γονείς να μ' αφήσουν να γραφτώ και στο ελληνικό πανεπιστήμιο. χωρίς να ξέρω αν γινόταν, ήθελα με πονηριά και παγαποντιά να είμαι γραμμένη και στα δυο πανεπιστήμια και να τελειώνω και τα δυο.
(η ξενητειά με είχε μάθει να κάνω τα πράματα αλλιώτικα, αφού ούφο ήμουνα. έτσι είχα καταφέρει στα 16 μου να είμαι μαθήτρια στο λύκειο εκεί, αλλά με τρόπο θαυματουργικο είχα πετύχει και να γραφτώ στο πανεπιστήμιο εκεί. αυτό ήταν στα όρια του παράνομου, και να που το είχα καταφέρει. γιατί να μην καταφέρω κι αυτό; έτσι σκεφτόμουν).
έστειλα τα χαρτιά στον πατέρα μου, και τον παρακάλεσα να πάει στο πανεπιστήμιο αθηνών να βρει άκρη.
ο καημένος ο πατέρας μου... ο θεός να τον αναπαύει, κι αυτόν και τη μάνα μου κι όλους που πέρασαν απέναντι...
πήρε τα χαρτιά μου και κατέληξε κάπου στην ιπποκράτους, -εγώ αγνοούσα παντελώς τα τι και πώς-. κοίταζε από δω κι απο κει, δεν ήξερε ακριβώς πού να απευθυνθεί...
τα υπόλοιπα μου τα περιέγραψε ο ίδιος ο μπαμπάς μου:
"σε μια στιγμή, εκεί που δεν ήξερα τι να κάνω εκεί που με έστειλαν, άνοιξε μια πόρτα απ' αυτές που έχουν σαν στρώμα πάνω τους, χοντρές!
με είδε έτσι ένας κύριος που βγήκε από κει, και με ρώτησε τι θελετε;
με έβαλε στο γραφείο του να καθήσω, είδε και τα χαρτιά
με ρώτησε τι και τι και πώς κλπ, του είπα
φαινόταν σπουδαίος άνθρωπος, και μου είπε όταν θα 'ρθεις το καλοκαίρι να πας να τον βρεις! μου έδωσε και το τηλέφωνό του! τον λένε ΧΧ.
ο πατέρας μου είχε πολλή καλοσύνη αλλά τον διέκρινε η σιωπή. για να μιλήσει με ενθουσιασμό, όσο συγκρατημένος κι αν ήταν, αυτό, ήταν σπάνιο.

επειδή όμως στο τέλος οι γονείς μου δε συμφώνησαν να κατέβω να δώσω εξετάσεις για να με δεχτούν και στο ελληνικό πανεπιστήμιο, στεναχωρήθηκα, κι ούτε πήρα τηλέφωνο αυτόν τον καθηγητή...
πέρασαν χρόνια, πήρα το πρώτο μου πτυχίο, το δεύτερο, άρχισα ντοκτορά. το θέμα μού το πρότεινε η αείμνηστη βαν ριτ.
ε, δε θα το πιστέψετε! εγώ άρχισα το ντοκτορά μου το 80, για τη σχέση ενός ελληνικού κειμένου με το αραβικό πρωτότυπό του. στη βιβλιογραφία ανακάλυψα ότι ένα ντοκτορά του ιλινόις ασχολείτο με τα ελληνικά χειρόγραφα αυτού του θέματος. παράγγειλα το βιβλίο από το ιλινόις. ο συγγραφέας ήταν ο ιωάννης-θεοφάνης παπαδημητρίου, και ήταν το δικό του ντοκτορά, του 1961 ή 63, δε θυμάμαι τώρα.
ε, αυτός ήταν ο ΧΧ που έλεγα πιο πάνω! σ' αυτόν είχε φτάσει τυχαία ο πατέρας μου!
όταν το 84 πήγα να τον βρω γιατί δούλευα σε παρόμοιο θέμα με εκείνον, με γνώρισε, δεν του είπα τίποτε για τον πατέρα μου, κι εκείνος μου είπε:
γιατί δεν ήρθατε να με βρείτε τότε που έδωσα το τηλέφωνό μου στον μπαμπά σας;
!!!
ε, δεν είναι όμορφο να είναι κανείς άνθρωπος; είναι μικρός και είναι όμορφος έτσι ο κόσμος...
καλημέρα σας!

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ένα γκράφιτι: μα, χαζή είσαι παιδάκι μου;

οντά στην εμμανουήλ μπενάκη, σ' ένα παλιό σπίτι, για χρόνια έβλεπα ένα πολύτιμο, διδακτικότατο, κουλτουρέ και πολιτισμένο (σαφώς αντίθετες αυτές οι δυο λεξούλες μεταξύ τους) γκράφιτι:

εν αμίλλαις πονηραίς, αθλιότερος ο νικήσας.

παρόλο που μου φαίνεται απλό στη μετάφραση, θα σας το μεταφράσω όπως μπορώ: ανάμεσα σε παλιανθρώπους νικά ο πιο παλιάνθρωπος.

όλοι κρύβουμε έναν παλιάνθρωπο μέσα μας. είναι ένας τουλάχιστον από τους δέκα μικρούς μήτσους.

εγώ ας πούμε, παρόλο που είμαι απείρου κάλλους αλλά έχω και κάλους, μοιάζω σε αντιδράσεις μου με εκείνη την ξαπλωμένη ζάπλουτη, που έλεγε για τα ίμια 'καλά, πές μου, εγώ ξέρω ζυρίχη, λωζάνη, παρίσι, 'ίμια'; τι είναι; πού είναι; κλπ'.

άλλοτε μοιάζω με τον τύπο που κάνει ασκήσεις θάρρους, κι είμαι στο νούμερο άσκησης 888888888 (τυχαίο άραγε; δε νομίζω!)

κι άλλοτε μοιάζω με τον ξάδελφο απ' την καρδίτσα...

τι θες λοιπόν ελένη, μετά αυτή την εισαγωγή στο μάθημα της λογικής:

να νικάς και να είσαι ο αθλιότερος

ή να νικάς και να είσαι αυτό που γράφει ο άπαιχτος μπρεχτ;

διότι

έχω κι εγώ ένα γκράφιτι στο γραφείο μου, το έχω βάλει πάνω από το κεφάλι μου:

mere courage ne tire aucune leçon des catastrophes qui l'accablent.

να το μεταφράσω: η μάνα-κουράγιο δεν παίρνει κανένα μάθημα απ'τις καταστροφές που πέφτουν στο κεφάλι της.

πόσο θα ήθελα να της μοιάζω...

ναι, ήμουνα στη θέση του συνοδηγού στο ταξί, είχα τη τσάντα μου με τα έγγραφα που μόλις είχα πάρει για το σχολείο του σεραφείμ από το ΚΕΔΔΥ, ευτυχώς μόλις τα είχα υπογράψει σε 4 αντίτυπα, μου έδωσαν τα 2, μου είπαν το ένα να πάει στο σχολείο, το άλλο να μείνει στο γονέα γιατί έχει ισχύ τρία χρόνια (νομίζω), και τα άλλα 2 τα έχουν για το αρχείο τους.

τα χαρτιά αυτά είναι ιδιαζόντως πολύτιμα για το σεραφείμ, και μου είχαν κοστίσει πολύ χρόνο μέχρι να τα πάρω. μπορώ να σας πω διαδικασία ετών, να γνωρίσουν το σεραφείμ, να εξετάσουν, να δουν, να προτείνουν. ήταν μια απελευθέρωση.

για να τελειώσει η διαδικασία ήμουν εχτές στο κεδδυ από το πρωί, πρώτη μου δουλειά, μέχρι τις 2 και κάτι το μεσημέρι. δόξα τω θεώ, ετοίμασαν το χαρτί, βασικό για μένα και κυρίως το παιδί, και φυσικά εγώ δεν πρόλαβα να πάω στο ταχυδρομείο, ούτε στο γραφείο μου. τρεις η ώρα έπρεπε να είμαι ξανά σπίτι.

βγήκα από το κεδδύ στη λεωφόρο ηρακλείου και βρήκα ένα ταξί. ήταν 2 και 10 το μεσημέρι. προορισμος πολύδροσο, μήπως μπορούμε να κάνουμε μια στάση φιλύρων 2 νέο ηράκλιειο να αφήσω ένα γράμμα, δε χρειάζεται καν να παρκάρετε, δε θα χτυπήσω κουδούνι, απλώς το αφήνω στην πόρτα. το ταξί δεν είχε γράψει ούτε 2 ευρώ όταν φτάσαμε φιλύρων 2.

μα πρέπει να παρκάρω.

δε χρειάζεται καν, δε θα χτυπήσω κανένα κουδούνι

δε γίνεται, θα κάνω το γύρο και θα γυρίσω να σας πάρω αμέσως.

είναι η τσάντα μου μέσα.

εδώ να με περιμένετε κάνω το γύρο.

περίμενα πάνω από μισή ώρα. σταματούσα όλα τα ταξί. τίποτα.

μέσα στην τσάντα μου όλα: κλειδιά, κινητό, έγγραφα της δουλειάς μου, τα πολύτιμα έγγραφα για το σεραφείμ, τα δωράκια της άννας... τα γυαλιά μου... και τόσα άλλα....

να μιλήσω για στεναχώρια; για ουσιαστική απώλεια μνήμης όλων των τηλεφώνων που ήταν στο κινητο, για χίλια δυο

ήμουν και καλύτερα, που λέει ο σεραφείμ τώρα.

να σκεφτώ ότι ο ταξιτζής, απλώς, με έκλεψε; ότι ήμουν αφελής; ότι κάτι του έτυχε και δεν μπόρεσε να ξανάρθει; ότι ήταν τρελός; ότι έχασε το δρόμο; ότι τον έπιασε η αστυνομία για παρανομία σε κάτι; ότι ήρθε και δε με βρήκε;

ναι. παίζουν όλα, από το πιο ηλίθιο ως το πιο πονηρό, από το πιο απλό ως το πιο απίστευτο.

να προσέχω περσότερο. να είμαι πιο καχύποπτη. να γίνω πιο έξυπνη. να μην εμπιστεύομαι τους άλλους.

όχι λοιπόν. γέρασα. θέλω να χάνω. μ' αρέσει.

είναι μια μορφή μαζοχισμού, όχι ο ίδιος ο μαζοχισμός. κρίμα για ότι έγινε. το ιδανικό μου θα ήταν να συνεχίσω να μην παίρνω μαθήματα από τις δυστυχίες.

το ιδανικό θα ήταν να μην είχε συμβεί αυτό.

συμφωνείτε;

υπογραφή: και οι δέκα μικροί μήτσοι μαζί.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

ένα χαμόγελο για αρχή εβδομάδας. και ποιας εβδομάδας...

λοιπόν, καλημέρα!
είμαι ξύπνια από τις 4 ακριβώς, να βγάζω θέματα για τις σημερινές εξετάσεις.
η αγωνία μου από το σάββατο, με πιάνει ντελίριο κάθε φορά. πώς θα εξετάσω; τι μπορεί να είναι πιο δίκαιο;
- και η αγαπημένη μου σκέψη είναι ότι ασφαλώς η δικαιοσύνη δεν είναι αριθμητική όσο κι αν μας την έχουν κάνει μαντάρα.
τι μπρεί να μην είναι πολύ άδικο;
σκέψεις που μου πομώνουν το κεφάλι σαν μπουρί ξυλόσομπας.
αφού μέχρι χτες βράδυ δεν τα έχω καταφέρει, αποφασιστικά τελειώνω σήμερα δουλεύοντας διαρκώς. μόνο διάλειμα για να ποτίσω τις ντοματιές μου και τη μέντα μου.
η υπερδιέγερση φέρνει εργατικότητα και συστηματικότητα. αλλιώς δε γίνεται.
πάνω σ' αυτό έρχεται μια σκέψη. οι συνάδελφοι.
πάντα πιο οργανωμένοι, πιο ήρεμοι, πιο, πιο...
ε, τι να κάνουμε, υπάρχουν και οι παρίες λιγάκι, σαν και του λόγου μου. μα με καλές προθέσεις.
μου έρχεται στο νου η μαρία η μαυρουδή.
για τη μαρία έχω γράψει στο μπλογκ μου, δεν ξέρω αν είναι σ' αυτό ή στο προηγούμενο, θα δω.
έχω να επικοινωνήσω μαζί της από το 2008, που ήρθε στην ελλάδα και παρουσίασε στην εσηεα το βιβλίο μου μαζί με τον φώτη τερζάκη.
θεωρώ ότι είμαστε τόσο φίλα προσκείμενες που ασφαλώς και δεν την πήρα ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα μέιλ για να την ευχαριστήσω. τέτοια μεταξύ φίλων είναι μόνο άμα τα λέει η καρδιά, λόγια δε χρειάζονται.
κι ενώ λοιπόν πάνε δυο χρόνια που δεν έχω επικοινωνήσει, σήμερα το πρωί μου κάθεται στο κεφάλι η μαρία μαυρουδή. σκέφτομαι 'τι θέλει τώρα στη σκέψη μου, να στείλω μέιλ; δε θα στείλω, έχω άλλες δουλειές'.
στις 8 παρά χτυπά το κινητό μου. για μένα όπως καταλαβαίνετε είναι σχεδόν μεσημέρι.
με παίρνει ένας αγαπημένος φίλος από κωσνταντινούπολη, καλημέρα, μου λέει... άκου τι σου έχω εδώ!
και προφανώς δίνει το τηλέφωνό του σε μια άλλη φωνή:
καλημέρα, τι κάνεις;
είναι η γάργαρη φωνή της μαρίας μαυρουδή!
δεν είναι πανέμορφο;
χαίρομαι σαν παιδάκι που έχω τέτοιους φίλους
κι όταν η καρδιά είναι γυμνή, φτωχή από σκέψη, ταπεινωμένη από τις ανάγκες και τις αδυναμίες του χαρακτήρα, καμιά φορά γίνεται δίσκος.
δίσκος που προσφέρει πράματα. ο κόσμος μάς προσφέρεται σαν λουλούδι.
δόξα τω θεώ.
καλημέρα σε όλους!

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

μη μου το σβήσετε! ΧΑΜΟΓΈΛΑ!





κοιμήθηκα νωρίς χτες.
τα μάτια μου έκλειναν. το μυαλό είχε κατεβάσει τα στόρια πιο νωρίς, μια λίμνη ήρεμη,
γεμάτη λύπη.
λύπη για διάφορα πράματα: επαγγελματικά, γιατί δέχτηκα ένα γερό χτύπημα αυτόν τον καιρό, και πήρε μέρες για να δράσει...
οικογενειακά, τα ξέρετε, και δεν υπάρχουν οικογενειακά αν η κοινωνία δεν ήταν ήδη σε ώρα μηδέν για τους ευπαθείς πολίτες, άλλωστε, αν υπάρχουν ευπαθείς πολίτες, είναι ήδη η κοινωνία σε ώρα μηδέν απέναντί τους, αλλιώς θα τους είχε στηρίξει. τέλος πάντων, σιγά μη και δεν επανέλθω σ' αυτό το θέμα,
εν πάσει περιπτώσει, ως εμμηνοπαυσικό άτομο, η κούραση από χίλια δυο,
κι ο ύπνος, που έλεγε κι ο φίλος μας ο σώπα, σοπενάουερ δλδ, αδελφός του θανάτου.
ξύπνησα στις 7 και κάτι από ένα τηλέφωνο! (ενώ συνήθως ξυπνάω πολύ πιο νωρίς)
αποφάσισα να ξυπνήσω αμέσως και να φτιάξω μια ιστορία με φωτο.
κανσόν, κόλλημα φωτο, σχόλια.
πάω στο ψιλικατζίδικο ν' αγοράσω κόλλα, είναι ανοιχτό, πουλάει εφημερίδες.
βγαίνω επιτακτικά από το σπίτι.
ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ
ΝΑΙ
ΜΕ ΠΕΡΙΜΈΝΕΙ!
ακριβώς απέναντι στο λευκό τοίχο που βλέπω μόλις ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου,
ένα υπέροχο γκράφιτι.
ένα λουλούδι με καταπράσινο μίσχο μεγαλύτερο από το μικρό μου μπόι!
ένα κόκκινο λουλούδι,.
και λέει:
ΧΑΜΟΓΕΛΑ!!!

η απρόσωπη ομορφιά της πόλης χτύπησε!
ίσως για κάποιον άλλον να γράφτηκε, ίσως για όλους.
δε με νοιάζει.

μη το σβήσετε μοναχά.
ήταν για μένα το ωραιότερο δώρο σήμερα.
κι ας μην ήταν για μένα.

όποιος κι αν το έγραψε, για όποιο λόγο κι αν το ζωγράφισε τόσο όμορφο, τόσο χαρούμενο, τόσο ουσιαστικό,

άσκησε τη βία της προστακτικής με το μόνο τρόπο που αποδέχεται βαθιά ο καθένας μέσα μας!

ΧΑΜΟΓΕΛΑ!