Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

η τσάντα

ο κλαουδάτος ήταν ένα λαϊκό μαγαζί. καμιά σχέση με αττικόν, ας πούμε, ή με γκόλντεν χολ. δλδ, εκεί μέσα, όπως και να έμπαινες δεν είχες να σχολιαστείς. βάσταγα την πάνινη τσάντα μου και κοίταζα σ' ένα καλάθι.

τα παιδιά μου ήταν τότε μικρά.

- καλέ εσύ δεν είσαι η ελένη κονδύλη;

-ναι...:;

-δε με θυμάσαι, είμαι η ΧΧ, συμμαθήτριά σου από το κολλέγιο (ψεύτικο όνομα είναι κι αυτό, όπως το ΧΧ)...

-πόσο χαίρομαι! τι κάνεις;

-πάμε να πιούμε ένα καφεδάκι μαζί, ελένη;

-ευχαρίστως!

ήταν και για μένα τρομερά ευχάριστο, είχα αφήσει το λεγόμενο κολλέγιο στα 15 μου που με είχανε πατσαβουριάσει τα πάω στα βέλγια και να βρεθώ αλλού κι αλλού (και φυσικά τώρα ξέρω τι καλό ήταν αυτό, τότε όμως πόναγε πολύ).

η χχ ήταν η καλή μαθήτρια στο κολλέγιο. εγώ ήμουνα το μέτριο σκανταλιάρικο που ζωγράφιζε καλά, ή, τέλος πάντων έτσι νόμιζε.

εκείνη έγραφε καλλιγραφικά, εμένα με κατηγορούσαν (μέχρι σήμερα) για την κακογραφία μου. εκείνη ήταν η καλή μαθήτρια που ό,τι και να έλεγε η δασκάλα είχε ένα χαμόγελο απλωμένο στο πρόσωπό της. και φυσικά δε με έκανε παρέα, είχε τις φίλες της, όλες εκλεκτές μαθήτριες που τις ζήλευα!

ενδιαμέσως είχα και μια καθηγήτρια, τη χειρότερη ίσως, τότε ακόμη δεν το ήξερα, που είχα ποτέ. κάθε φορά που γράφαμε έκεθση φώναζε από την έδρα, την ώρα που υπήρχε ησυχία στην τάξη: 'κονδύλη! όχι πολλές αρλούμπες!'

(τι εμψύχωση για ένα βλαμμένο σαν και του λόγου μου! πώς μπορούνε μερικοί εκπαιδευτικοί να μιλάνε έτχσι σε παιδάκια, όσο χαζά κι αν είναι, όσο φαντασμένα, όσο ό,τιδήποτε! απαράδεκτο!)

ήταν δεδομένο για κείνη ότι έγραφα αρλούμπες. όταν όμως οι τελευταίες μαθήτριες που και που μου πάσαραν το τετράδιο κι έγραφα την έκθεσή τους, εκεί, παίρνανε καλύτερο βαθμό από μένα, χα χα χα. ήμουνα δε κακογράφος και ανορθόγραφη, κακή στα αρχαία ελληνικά, ανύπαρκτη στο συντακτικό, σαϊνι μόνο στην άλγεβρα (τη μοναδική επιστήμη/μέθοδο που λάτρευα)

στην τρίτη γυμνασίου τα διαπρεπή αστέρια της τάξης έλεγαν τι θα σπουδάσουν.

περιμέναμε την προσευχή, είμασταν σε γραμμές, είμασταν όλη η τάξη.

εκεί που λέγαν τα άλλα παιδιά εν όψει και του λυκείου, πετάγομαι κι εγώ σαν την π... και λέω: εγώ θα σπουδάσω φιλολογία!

τι ήταν αυτό!

μέχρι σήμερα θυμάμαι τη χχ να γελάει μαζί με την παρέα της μέχρι σκασμού! τέτοιο αστείο δεν είχαν ξανακούσει! η κονδύλη φιλολογία! καλά! για ποια περνιέται! γελάγανε ασταμάτητα χωρίς να μου λένε τίποτα.

στεναχωρήθηκα. μα με είχε προετοιμάσει και η καλή φιλόλογος, ότι πάντα για γέλια ήταν ό,τι και να έκανα. έτσι δεν έβγαλα μιλιά. στην ουσία δε με πολυπείραξε. ε, όσο ναναι...

και μετά έφυγα.

βρέθηκα σ' ένα βελγικό σχολείο να κάνω εμετό κάθε πρωί πριν φτάσω, για δυο χρόνια τουλάχιστον. τόσο δύσκολο, τόσο δύσκολο για μένα.

τη συνέχεια θα την πούμε άλλοτε. την κατάληξη πάντως την ξέρετε. τους τελευταίους ανθρώπους που 'γέλασα' (αυτοί πάντως δε γέλασαν, χειροκρότησαν), ήταν τώρα που με εξέλεξαν μέλος σε μια διεθνή επιστημονική εταιρεία, μετά από διάλεξή μου και δικά τους λόγια στη νάπολη).

να λοιπόν, η περίφημη χχ, να πίνει μαζί μου καφέ στον κλαουδάτο.

σαν όνειρο ήταν, αυτή, που με σνόμπαρε πάντα!

νόμιζα ότι ίσως άλλαξαν τα πράγματα. πως έγινα αποδεκτή.

και εκείνη, με την αφέλεια της κατάστασής της, μου είπε:

-εγώ συνήθως δεν κοιτάζω κανέναν στο δρόμο, αλλά όταν είδα την τσάντα να γράφει 'μουσείο γουλανδρή', κατάλαβα ότι έπρεπε να κοιτάξω.

αυτή την πληγή τη θυμάμαι πιο πολύ λοιπόν.

την τσάντα από το μουσείο όπου πήγαινα τα παιδιά μου κάθε σάββατο, δεν την ξανάβαλα στο δρόμο. αν μπορούσα να έχω τσάντα ασορτί με τις πλαστικές σαγιονάρες μου, θα το έκανα.

όταν μια τσάντα επιτρέπει να σβήνουν τα πρόσωπα και οι προσωπικότητες, είναι λυπηρό.

ο χαρακτήρας τελικά μένει μάλλον ίδιος.

κι όμως.\

υπάρχει ελπίδα.

πέρα από την τσάντα, τις σπουδές, τα διδακτορικά, τις θέσεις.

μέσα, υπάρχει ελπίδα. ακόμη και για μένα. ακόμη και για την κάθε χχ, δε νομίζετε;


5 σχόλια:

VAD είπε...

Καλά,και δεν την εκραξες λίγο τη σνομπαρία;

- είπε...

προκαλεί στεναχώρια η σνομπαρία.
μου κόβει τη λαλιά.
και επι πλέον η σνομπαρία προκαλεί κώφωση.
να ένας διάλογος μεταξύ θυρωρού και κυρίας που μένει στο ρετιρέ:
-πάρτε τις κάλτσες του συζύγου σας, έπεσαν στην αυλή μου.
-ευχαριστώ, να είσαι καλά, άλλωστε δεν μπορούσες να τις βαστήξεις, δεν είναι ζευγάρι
-και ζευγάρι να ήταν δεν είμαστε άνθρωποι να παίρνουμε τα πράγματα των άλλων
-ναι, ναι, βλέπεις; δεν είναι ζευγάρι, τι να τις έκανες;
...

agrampelli είπε...

Αυθεντική και υπέροχη όπως πάντα Ελένη μου και τόσο τρυφερή με ένα θέμα που συχνά με κεντρίζει...Κοινωνικός ρατσισμός: το πιο μεγάλο κόμπλεξ του ανθρώπου θαρρώ."Είναι γιατρός,είναι δικηγόρος,είναι επιχειρηματίας,είναι πλούσιος,είναι φτωχός..."

Κανείς δεν λέει: "είναι ευτυχισμένος,τα έχει βρεί με τον εαυτό του,χαμογελάει,έχει φίλους που τον αγαπάνε αλήθεια,είναι άνθρωπος!"

όσα χρόνια κ αν περάσουν...κρίμα...

- είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
- είπε...

αγράμπελη, τι σπουδαίο θέμα: κοινωνικός ρατσισμός, ναι! μου έδωσες μια σπουδαία τσιμπιά!
πολύ βαθύ πράμα αυτός ο ρατσιμός, η έννοια της κάστας, της 'τάξης'...
όπου, ανάλογα με το πού ανήκεις, αμβλύνεις ή ελαχιστοποιείς την αποδοχή ... για λόγους άσχετους με το δίκιο, το λεγόμενο σωστό (δλδ να μη μειώνεις κανέναν περισσότερο από κάποιον άλλον)...
ένα λυπηρό φαινόμενο είναι αυτό που συμβαίνει και στο πανεπιστήμιο και σε άλλους τόπους εργασίας που έχουν κοινωνικά ένα κύρος ανώτερο από άλλους τόπους εργασίας (δλδ να: πανεπιστημιακός χώρος, μια πλούσια πολυεθνική εταιρεία, μια ιατρική εξειδικευμένη επιστημονική οργάνωση,και άλλοι τέτοιοι χώροι, πόσο διαφορετικοί από το χώρο μιας υπηρεσίας, ενός καταστήματος, κλπ, που επισκέπτεται περισσότερος κόσμος). να, το έχω μέσα μου αυτό το παράδειγμα και μ' ενοχλεί:
στη δουλειά μου, πέρα από τους φοιτητές και τους συναδέλφους που γνωρίζω, όταν δω μια φάτσα ανθρώπου που έχει προσηνή στάση, κοιτάζει γύρω του με ευγένεια, και, κυρίως, απλώς, ΚΟΙΤΑΖΕΙ, ε, τότε συνήθως έχω δίκιο γιατί κατατάσσω αυτόν τον άνθρωπο στους επισκέπτες που αναζητούν από πού να πιαστούν, σε ποιον να απευθυνθούν...
όχι ότι δεν υπάρχουν ευγενικοί άνθρωποι ανάμεσα στους συναδέλφους μου. μα και στο δικό μας κλάδο, και σε άλλους θεωρούμενους ευμενείς κλάδους για τους κατόχους τους, είναι γνωστό το ψιλομύτικο ύφος...
α, αγραμπελάκι, τώρα μου ήρθε στο νου το θέμα το ίδιο για την επόμενη ανάρτηση! βουρ! πάω να το γράψω! καλημέρα!