Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010
τι με έπιασε τώρα... σχολεία.
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
χωρίς τσάντα, αφιερωμένο στην αγράμπελη.
Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010
η τσάντα
ο κλαουδάτος ήταν ένα λαϊκό μαγαζί. καμιά σχέση με αττικόν, ας πούμε, ή με γκόλντεν χολ. δλδ, εκεί μέσα, όπως και να έμπαινες δεν είχες να σχολιαστείς. βάσταγα την πάνινη τσάντα μου και κοίταζα σ' ένα καλάθι.
τα παιδιά μου ήταν τότε μικρά.
- καλέ εσύ δεν είσαι η ελένη κονδύλη;
-ναι...:;
-δε με θυμάσαι, είμαι η ΧΧ, συμμαθήτριά σου από το κολλέγιο (ψεύτικο όνομα είναι κι αυτό, όπως το ΧΧ)...
-πόσο χαίρομαι! τι κάνεις;
-πάμε να πιούμε ένα καφεδάκι μαζί, ελένη;
-ευχαρίστως!
ήταν και για μένα τρομερά ευχάριστο, είχα αφήσει το λεγόμενο κολλέγιο στα 15 μου που με είχανε πατσαβουριάσει τα πάω στα βέλγια και να βρεθώ αλλού κι αλλού (και φυσικά τώρα ξέρω τι καλό ήταν αυτό, τότε όμως πόναγε πολύ).
η χχ ήταν η καλή μαθήτρια στο κολλέγιο. εγώ ήμουνα το μέτριο σκανταλιάρικο που ζωγράφιζε καλά, ή, τέλος πάντων έτσι νόμιζε.
εκείνη έγραφε καλλιγραφικά, εμένα με κατηγορούσαν (μέχρι σήμερα) για την κακογραφία μου. εκείνη ήταν η καλή μαθήτρια που ό,τι και να έλεγε η δασκάλα είχε ένα χαμόγελο απλωμένο στο πρόσωπό της. και φυσικά δε με έκανε παρέα, είχε τις φίλες της, όλες εκλεκτές μαθήτριες που τις ζήλευα!
ενδιαμέσως είχα και μια καθηγήτρια, τη χειρότερη ίσως, τότε ακόμη δεν το ήξερα, που είχα ποτέ. κάθε φορά που γράφαμε έκεθση φώναζε από την έδρα, την ώρα που υπήρχε ησυχία στην τάξη: 'κονδύλη! όχι πολλές αρλούμπες!'
(τι εμψύχωση για ένα βλαμμένο σαν και του λόγου μου! πώς μπορούνε μερικοί εκπαιδευτικοί να μιλάνε έτχσι σε παιδάκια, όσο χαζά κι αν είναι, όσο φαντασμένα, όσο ό,τιδήποτε! απαράδεκτο!)
ήταν δεδομένο για κείνη ότι έγραφα αρλούμπες. όταν όμως οι τελευταίες μαθήτριες που και που μου πάσαραν το τετράδιο κι έγραφα την έκθεσή τους, εκεί, παίρνανε καλύτερο βαθμό από μένα, χα χα χα. ήμουνα δε κακογράφος και ανορθόγραφη, κακή στα αρχαία ελληνικά, ανύπαρκτη στο συντακτικό, σαϊνι μόνο στην άλγεβρα (τη μοναδική επιστήμη/μέθοδο που λάτρευα)
στην τρίτη γυμνασίου τα διαπρεπή αστέρια της τάξης έλεγαν τι θα σπουδάσουν.
περιμέναμε την προσευχή, είμασταν σε γραμμές, είμασταν όλη η τάξη.
εκεί που λέγαν τα άλλα παιδιά εν όψει και του λυκείου, πετάγομαι κι εγώ σαν την π... και λέω: εγώ θα σπουδάσω φιλολογία!
τι ήταν αυτό!
μέχρι σήμερα θυμάμαι τη χχ να γελάει μαζί με την παρέα της μέχρι σκασμού! τέτοιο αστείο δεν είχαν ξανακούσει! η κονδύλη φιλολογία! καλά! για ποια περνιέται! γελάγανε ασταμάτητα χωρίς να μου λένε τίποτα.
στεναχωρήθηκα. μα με είχε προετοιμάσει και η καλή φιλόλογος, ότι πάντα για γέλια ήταν ό,τι και να έκανα. έτσι δεν έβγαλα μιλιά. στην ουσία δε με πολυπείραξε. ε, όσο ναναι...
και μετά έφυγα.
βρέθηκα σ' ένα βελγικό σχολείο να κάνω εμετό κάθε πρωί πριν φτάσω, για δυο χρόνια τουλάχιστον. τόσο δύσκολο, τόσο δύσκολο για μένα.
τη συνέχεια θα την πούμε άλλοτε. την κατάληξη πάντως την ξέρετε. τους τελευταίους ανθρώπους που 'γέλασα' (αυτοί πάντως δε γέλασαν, χειροκρότησαν), ήταν τώρα που με εξέλεξαν μέλος σε μια διεθνή επιστημονική εταιρεία, μετά από διάλεξή μου και δικά τους λόγια στη νάπολη).
να λοιπόν, η περίφημη χχ, να πίνει μαζί μου καφέ στον κλαουδάτο.
σαν όνειρο ήταν, αυτή, που με σνόμπαρε πάντα!
νόμιζα ότι ίσως άλλαξαν τα πράγματα. πως έγινα αποδεκτή.
και εκείνη, με την αφέλεια της κατάστασής της, μου είπε:
-εγώ συνήθως δεν κοιτάζω κανέναν στο δρόμο, αλλά όταν είδα την τσάντα να γράφει 'μουσείο γουλανδρή', κατάλαβα ότι έπρεπε να κοιτάξω.
αυτή την πληγή τη θυμάμαι πιο πολύ λοιπόν.
την τσάντα από το μουσείο όπου πήγαινα τα παιδιά μου κάθε σάββατο, δεν την ξανάβαλα στο δρόμο. αν μπορούσα να έχω τσάντα ασορτί με τις πλαστικές σαγιονάρες μου, θα το έκανα.
όταν μια τσάντα επιτρέπει να σβήνουν τα πρόσωπα και οι προσωπικότητες, είναι λυπηρό.
ο χαρακτήρας τελικά μένει μάλλον ίδιος.
κι όμως.\
υπάρχει ελπίδα.
πέρα από την τσάντα, τις σπουδές, τα διδακτορικά, τις θέσεις.
μέσα, υπάρχει ελπίδα. ακόμη και για μένα. ακόμη και για την κάθε χχ, δε νομίζετε;
Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010
ένα γκράφιτι: μα, χαζή είσαι παιδάκι μου;
οντά στην εμμανουήλ μπενάκη, σ' ένα παλιό σπίτι, για χρόνια έβλεπα ένα πολύτιμο, διδακτικότατο, κουλτουρέ και πολιτισμένο (σαφώς αντίθετες αυτές οι δυο λεξούλες μεταξύ τους) γκράφιτι:
εν αμίλλαις πονηραίς, αθλιότερος ο νικήσας.
παρόλο που μου φαίνεται απλό στη μετάφραση, θα σας το μεταφράσω όπως μπορώ: ανάμεσα σε παλιανθρώπους νικά ο πιο παλιάνθρωπος.
όλοι κρύβουμε έναν παλιάνθρωπο μέσα μας. είναι ένας τουλάχιστον από τους δέκα μικρούς μήτσους.
εγώ ας πούμε, παρόλο που είμαι απείρου κάλλους αλλά έχω και κάλους, μοιάζω σε αντιδράσεις μου με εκείνη την ξαπλωμένη ζάπλουτη, που έλεγε για τα ίμια 'καλά, πές μου, εγώ ξέρω ζυρίχη, λωζάνη, παρίσι, 'ίμια'; τι είναι; πού είναι; κλπ'.
άλλοτε μοιάζω με τον τύπο που κάνει ασκήσεις θάρρους, κι είμαι στο νούμερο άσκησης 888888888 (τυχαίο άραγε; δε νομίζω!)
κι άλλοτε μοιάζω με τον ξάδελφο απ' την καρδίτσα...
τι θες λοιπόν ελένη, μετά αυτή την εισαγωγή στο μάθημα της λογικής:
να νικάς και να είσαι ο αθλιότερος
ή να νικάς και να είσαι αυτό που γράφει ο άπαιχτος μπρεχτ;
διότι
έχω κι εγώ ένα γκράφιτι στο γραφείο μου, το έχω βάλει πάνω από το κεφάλι μου:
mere courage ne tire aucune leçon des catastrophes qui l'accablent.
να το μεταφράσω: η μάνα-κουράγιο δεν παίρνει κανένα μάθημα απ'τις καταστροφές που πέφτουν στο κεφάλι της.
πόσο θα ήθελα να της μοιάζω...
ναι, ήμουνα στη θέση του συνοδηγού στο ταξί, είχα τη τσάντα μου με τα έγγραφα που μόλις είχα πάρει για το σχολείο του σεραφείμ από το ΚΕΔΔΥ, ευτυχώς μόλις τα είχα υπογράψει σε 4 αντίτυπα, μου έδωσαν τα 2, μου είπαν το ένα να πάει στο σχολείο, το άλλο να μείνει στο γονέα γιατί έχει ισχύ τρία χρόνια (νομίζω), και τα άλλα 2 τα έχουν για το αρχείο τους.
τα χαρτιά αυτά είναι ιδιαζόντως πολύτιμα για το σεραφείμ, και μου είχαν κοστίσει πολύ χρόνο μέχρι να τα πάρω. μπορώ να σας πω διαδικασία ετών, να γνωρίσουν το σεραφείμ, να εξετάσουν, να δουν, να προτείνουν. ήταν μια απελευθέρωση.
για να τελειώσει η διαδικασία ήμουν εχτές στο κεδδυ από το πρωί, πρώτη μου δουλειά, μέχρι τις 2 και κάτι το μεσημέρι. δόξα τω θεώ, ετοίμασαν το χαρτί, βασικό για μένα και κυρίως το παιδί, και φυσικά εγώ δεν πρόλαβα να πάω στο ταχυδρομείο, ούτε στο γραφείο μου. τρεις η ώρα έπρεπε να είμαι ξανά σπίτι.
βγήκα από το κεδδύ στη λεωφόρο ηρακλείου και βρήκα ένα ταξί. ήταν 2 και 10 το μεσημέρι. προορισμος πολύδροσο, μήπως μπορούμε να κάνουμε μια στάση φιλύρων 2 νέο ηράκλιειο να αφήσω ένα γράμμα, δε χρειάζεται καν να παρκάρετε, δε θα χτυπήσω κουδούνι, απλώς το αφήνω στην πόρτα. το ταξί δεν είχε γράψει ούτε 2 ευρώ όταν φτάσαμε φιλύρων 2.
μα πρέπει να παρκάρω.
δε χρειάζεται καν, δε θα χτυπήσω κανένα κουδούνι
δε γίνεται, θα κάνω το γύρο και θα γυρίσω να σας πάρω αμέσως.
είναι η τσάντα μου μέσα.
εδώ να με περιμένετε κάνω το γύρο.
περίμενα πάνω από μισή ώρα. σταματούσα όλα τα ταξί. τίποτα.
μέσα στην τσάντα μου όλα: κλειδιά, κινητό, έγγραφα της δουλειάς μου, τα πολύτιμα έγγραφα για το σεραφείμ, τα δωράκια της άννας... τα γυαλιά μου... και τόσα άλλα....
να μιλήσω για στεναχώρια; για ουσιαστική απώλεια μνήμης όλων των τηλεφώνων που ήταν στο κινητο, για χίλια δυο
ήμουν και καλύτερα, που λέει ο σεραφείμ τώρα.
να σκεφτώ ότι ο ταξιτζής, απλώς, με έκλεψε; ότι ήμουν αφελής; ότι κάτι του έτυχε και δεν μπόρεσε να ξανάρθει; ότι ήταν τρελός; ότι έχασε το δρόμο; ότι τον έπιασε η αστυνομία για παρανομία σε κάτι; ότι ήρθε και δε με βρήκε;
ναι. παίζουν όλα, από το πιο ηλίθιο ως το πιο πονηρό, από το πιο απλό ως το πιο απίστευτο.
να προσέχω περσότερο. να είμαι πιο καχύποπτη. να γίνω πιο έξυπνη. να μην εμπιστεύομαι τους άλλους.
όχι λοιπόν. γέρασα. θέλω να χάνω. μ' αρέσει.
είναι μια μορφή μαζοχισμού, όχι ο ίδιος ο μαζοχισμός. κρίμα για ότι έγινε. το ιδανικό μου θα ήταν να συνεχίσω να μην παίρνω μαθήματα από τις δυστυχίες.
το ιδανικό θα ήταν να μην είχε συμβεί αυτό.
συμφωνείτε;
υπογραφή: και οι δέκα μικροί μήτσοι μαζί.
Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010
αφιερωμένο σ' ένα γιατρό (ακόμη)
Εξημερώνομαι στον άγριο τόπο Δώσε, δέσε, πονάω. Μα τη σιωπή φοβάμαι περισσότερο, αυτήν ενδιάμεσα, που δεν ξέρεις, Μέχρι πού, μέχρι πώς, Μπορεί να φωλιάσει και να τελειώσει. Ένα σώμα που σφαδάζει στην άσφαλτο Μια γυναίκα γελάει χωρίς γέλιο Ένας άντρας παλεύει να ζει. Το ρούχο του έχει λιώσει Το αίμα του βάφει το δέρμα κόκκινο από την αρχή Πονάω παντού φωνάζει ακούγεται παντού Όλα σταματημένα γύρω Κι ευτυχώς Το ρολόι γυρίζει. Παλεύεις Μιλάς μαζί του Προσπαθείς να μιλήσεις να ντύσεις όση σιωπή με τόση επαφή, μη χαθείς παλικάρι Να βάλω κάτι στις πληγές σου Έστω το αντιληιακό στρώμα του αυτοκινήτου μου Δε με νοιάζει Να ένα παντελόνι που δε θα ξαναφορεθεί Ένα αυτοκίνητο σχεδόν στη μέση του δρόμου, κανείς αφηρημένος να μη πλησιάσει πάνω σου Κι εγώ τι εγώ μ’ ελπίδα ζω Είμαι κοντά σου. Προσέχω μην ξεπεράσεις το φράγμα της επιβίωσης από την κραυγή στην άφεση. Προσέχω, είμαι κοντά. Είμαι ο καλός σαμαρείτης ακούω γκόσπελ, προχωρώ με τα χέρια στις τσέπες, γαϊδούρια και φυστίκια, μια έκφραση για όλα, είμαι ροκ. Έχει γράψει και για μένα το ευαγγέλιο. Ανήκω στην ελπίδα, το είδες. ελένη κονδύλη 2010-09-15 -------------------------------------------------------------------------------- δεν είναι η πρώτη φορά που αφιερώνω ένα κείμενο σ' ένα γιατρό. το πρώτο γράφτηκε όταν ξύπνησα μετά την εντατική, και γνώρισα κάποιον που τον άκουγα να με καλεί με το όνομά μου και να μου δίνει θάρρος. το 'χω δημοσιέψει κι εδώ, σ' αυτό ή στο προηγούμενο μπλογκ. γυρνώντας από νάπολη, είδα ένα τρομερό ατύχημα: ένας μοτοσυκλετιστής που έτρεχε 'είχε άγιο' όπως είπε ο γιατρός: αλλού η μηχανή, αλλού αυτός, αλλού το δαντελένιο -έτσι είχε γίνει- αυτοκίνητο. ένας οδηγός σταμάτησε. γιατρός. είναι φίλος μου. δεν πτοήθηκε από τις σαχλαμάρες 'μη, θα βρεις το μπελά σου' κλπ, ποιος τόλμαγε να του μιλήσει. δε σας λέω πώς ήταν το παλλικάρι. σταμάτησε ένα ασθενοφόρο με άλλο ασθενή, κι ο γιατρός ζήτησε υλικά για τις πρώτες βοήθειες. μη έχοντας φορίο, βρήκε στο αυτοκίνητό του ένα αντηλιακό στρώμα, και κατάφερε να βάλει επάνω το σώμα, τα ρούχα του είχαν λιώσει, όλος ήταν μια πληγή. αφού ο γιατρός έμεινε κοντά του και του έδωσε κυριολεκτικά τις πρώτες βοήθειες, με ενδοφλέβια που ζήτησε από το πρώτο νοσοκομειακό και συμβουλές στους νοσηλευτές, έφυγε πρώτα το παλλικάρι, ο γιατρός έδωσε τα στοιχεία του στην αστυνομία και μετά φύγαμε κι εμείς. είμουνα συγκλονισμένη. τι είμαι γω, μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους. θυμήθηκα μια άλλη φορά, βράδυ στη κηφισίας, μια μιρκή μοτό με μια κοπέλα με σπασμένο πόδι ή κάτι τέτοιο. ο γιατρός αυτός έφυγε χωρίς σακάκι. το άφησε εκεί, γιατί η κοπελίτσα έτρεμε. και τότε μου είχε κάνει εντύπωση. και τώρα όμως. ας είναι ευλογημένοι οι άνθρωποι που είναι άνθρωποι. κι όλοι οι γύρω τους. |
Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010
το δέκα το καλό, αγραμπελάκι μου!
- ΘΆΛΑΣΣΑ
- ΓΥΝΑΙΚΕΊΑ ΜΟΡΦΗ
- ΦΕΓΓΑΡΙ
- ΜΙΑ ΚΡΥΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
- ΓΚΡΙ ΜΠΛΕ ΚΟΚΚΙΝΟ
- Η ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ
- ΈΝΑ ΠΟΥΛΙ ΠΟΥ ΚΕΛΑΙΔΕΙ
- ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΒΡΥΚΟΛΑΚΑ
- ΟΙ ΣΤΙΓΜΈΣ ΜΟΥ
- Η ΓΕΝΝΗΣΗ
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
858
Παροναξία, παρανυχίδα, παρά τρίχα, κίνδυνος κρίση
Παροξυσμός
Λέξεις-πρόσωπα, λέπια ψαριού με την κοιλιά στον ήλιο.
Ανακύκλωση. Σκόλωψ στις σάρκες μου, στα αισθήματα, σκόλωψ στα ενθύμια, ακόμη και στο αλφάβητο, γυρνά η κοιλιά στον ήλιο,
σκοτεινιάζει το μυαλό, σκοτίζεται, κάτι λειτουργεί λάθος.
Ρακέντυτος η φύση, η φύση μας.
Νυστάζω
ύψιλον και χαμηλοί τόνοι, όλα, σαρωμένα στο πραγματικό, το ανεξέλεγκτο, το αήττητο, το ακάθεκτο πραγματικό,
όμοιο πυρακτωμένο σίδερο από λόγια καθ’εκάστης, καθ’έξιν, κατάληξη;
Πάντα η ίδια: θάνατος. Καθ’ έξιν.
Η ημέρα του σαββάτου.
Επτά τραγούδια θα σου πω… για να διαλέξεις το σκοπό…
Ένας δικαστής
Πάντα γελαστός, σαν επιτήδειος κλέφτης αποφάσεων,
Ένας δικαστής πάντα δυνατός, κουβαλάει χρόνια γενεθλίων σε μια χαρτοσακούλα,
σιδερώνει μ’ αυτήν τις σχέσεις του με τα παιδιά
Ένας δυνάστης άπειρος, αναποφάσιστος, ελισσόμενος.
Ο πιο τραχύς εαυτός είναι κι ο πιο πληγωμένος.
Η φύση ευαίσθητη, σχεδόν αόρατη, φυσάει αυτή τη στιγμή, λέει:
καθήστε, θα πετάξω εγώ το πεπρωμένο από το ματάκι σας.
Δακρύζει λίγο, μετά φεύγει όπως ήρθε.
ελένη κονδύλη.2010-08-22