Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

ο συνήγορος του παιδιού

σήμερα είχα ραντεβού με το σεραφείμ στην πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή.
παιδιά με τις ιδιαιτερότητες του σεραφείμ δικαιούνται κάποιο επίδομα,
χρειάστηκαν δεκαπέντε χρόνια για να μάθω ότι τα παιδιά αυτά δικαιούνται επιδόματος.
τελικά μια απλή υπόθεση είναι.
το έμαθα 3 χρόνια πριν την ενηλικίωσή του.
ο κάθε γιατρός θεωρούσε ότι το είχε πει ο προηγούμενος.

το άγχος μου ήταν τέτοιο, που έψαχνα σε όλο το σπίτι τις ιατρικές βεβαιώσεις που είχα καταθέσει για να κλείσω το ραντεβού.
ήταν ένας τρόπος να λέω στον εαυτό μου:
επίδομα; τι θες; να θέλει το παιδί σου επίδομα; θα ήθελες να μη χρειάζεται. μα δεν είναι έτσι.

τέλος πάντων, πήγα σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο να περιμένει.
είχα πάρει μαζί μου ένα λούκυ λουκ κι ένα ρανταπλάν, για να αντέξουμε!

δεν καθήσαμε πάνω από 3 λεπτά, και μια αρκετά ηλικιωμένη και απλή κυρία, που καθόταν σ' αυτή την απίστευτη αναμονή, μου λέει:
το παιδάκι δεν μπορεί να περιμένει τόσες ώρες. να χτυπήσετε τώρα την πόρτα και να περάσετε εκτός σειράς, ένα παιδί δεν μπορεί να περιμένει!
της χαμογέλασα και είπα: τόσος κόσμος περιμένει, δεν είμαστε μόνοι!
όχι να περάσετε!
και τότε και κάποιοι άλλοι μου είπαν: ναι, ναι, παραχωρούμε τη θέση μας, δεν πρέπει να περιμένει τόσο ένα παιδί! πηγαίνετε στη γραμματεία και πέστε τους να περάσετε.
αφού επέμεναν, όντως, πήγα στη γραμματεία, και φώναξαν τον σεραφείμ κι ένα άλλο πιτσιρίκι που ήταν κι αυτό στην ουρά.
όταν φύγαμε, αναζήτησα την ηλικιωμένη κυρία, χάρη στην οποία περάσαμε χωρίς τόση αναμονή.

αυτή ήταν ένας συνήγορος του παιδιού.
η δύναμή της παρέσυρε και τους άλλους.
η σταθερότητα της καλοσύνης της.
γιατί όλοι αυτοί που περίμεναν, για ένα παρόμοιο λόγο μ' εμάς περίμεναν. και να που με ταπείνωση και καλοσύνη, η κυρία αυτή έφερε μέσα σ' ένα 'κοινό' αγχωμένο, την αναγνώριση του πόνου του καθενός.
μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

βέβαια δεν είναι μόνο αυτό που θέλω να γράψω όταν βάζω ως τίτλο 'ο συνήγορος του παιδιού'.
θέλω να πω πως η κυρία αυτή όντως, με απλότητα, έγινε συνήγορος του παιδιού, και βρήκε στην προσωπικότητα του καθενός κάτι καλό να ανασύρει, ώστε μια αίθουσα με αγχωμένους να γίνει μια αίθουσα με συνανθρώπους.

καμιά φορά, άνθρωποι που θα πρέπει να είναι συνήγοροι των παιδιών, γίνονται όχι κατήγοροι και εισαγγελείς παιδιών, αλλά φονιάδες τους.
κάτι θέλω να πω,
θα συνεχίσω άλλοτε,
σήμερα η μέρα τελείωσε με την αβεβαιότητα του 'τι να συμβαίνει άραγε; χρειάζεται τόσος αγώνας, ή μήπως έχουν δίκιο όσοι λένε "έλα τώρα, μέχρις εδώ, το παραπάνω είναι γιατί έχεις μέσα σου θυμό" και κάτι τέτοια...
αύριο η μέρα φαίνεται να είναι πολύ μα πολύ φορτωμένη.
άραγε θα υπάρχει αυτή η φορτωμένη μέρα; προς το παρόν δεν υπάρχει, άρα, ας πω κι εγώ το ρητό 'αρκετά το φορτίο της σημερνής μέρας, αύριο... άσε το αύριο, θα έρθει μόνο του και όπως εκείνο θέλει'

ναι, μα,
το αύριο θα έρθει με το φορτίο του χτες και του σήμερα.
κι εγώ θα γράψω ποιος είναι ο συνήγορος του παιδιού.\
τον συνάντησα.

στο πρόσωπο μερικών ανθρώπων, και μου μίλησαν και για τον οργανισμό 'ο συνήγορος του παιδιού', που μου πάσαρε σήμερα ο άνεμος.
καλησπέρα και καληνύχτα σε όλους!

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

συνομιλία με την αντιγόνη

Θα ταφώ, Αντιγόνη
Μαζί με σένα
Σ’ ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα στοργή και δικαιοσύνη.
Σκληρό ευτυχώς το χώμα,
Λάσπη εσύ δε γνώρισες, ατόφιο και παρθενικό είναι το κορμί σου.
Εγώ, μάνα. τον πηλό έχω αγγίξει
Για μια, για δυο, για τρεις φορές,
Και στάχτη στα έγκατα στήθη μου λουφάζει τώρα καθώς
Ανοίξαν τα φτερά τους τα παιδιά, κι εγώ παρέμεινα να λούζω το κορμί σπονδές.

Για πες
Για δες
Που γόνιμη δεν ήσουνα ποτέ σου.
Να θάψεις αδελφό κι άνομο νόμο,
Η φύση εσένα θέσπισε -,
εγώ
Λάσπη, στη βρώμικη συνείδηση μαζεύω,
και σημαδεύω το πετάρισμα αηδονιού,
Για να τελειώσω το τραγούδι.

Αυτό, θα είναι το τραγούδι του θανάτου.
Αυτό η απολογία κάποιου μετεωρίτη ευτυχίας
Που μου καρφώθηκε στα στήθια.
Και θα υπάρχω
Χαρίζοντας ευγένεια σ’ ένα κόσμο που μου ζήτησε παιδιά.

.ελένη κονδύλη.‏2009‏‏-‏03‏‏-‏25‏

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

ο θυμός

ο θυμός είναι μια λέξη
'ξεθυμασμένο' μια λέξη κοντινή του
ευθυμία
κι άλλη συγγένισα,
αχ, κι αθυμία, μια λέξη μελαγχολική...

κι αν γυρνούσαμε λοιπόν στο θυμό, και τον κοιτάζαμε...
θυμός που μας σφραγίζει μάλλον ζωντανούς, αφού χάρη σ' αυτόν μάλλον 'θυμόμαστε' πριν 'θυμώσουμε'...
βλέπεις, θυμάμαι, παθητική ή μέση φωνή;
ενώ, θυμώνω', κάτι σαν φτιάχνω θυμωνιές με πράξεις...

μια κατηγόρια: 'έχεις πολύ θυμό μέσα σου'
ναι ρε! έχω, θες τίποτα;
και γιατί έχω θυμό, εσύ θα μου πείς;
δικό σου θέμα, να πεις ό,τι θες!
εγώ, δεν ξέρω τι να πω.
ναι, έχω θυμώσει με τον εαυτό μου, γιατί δεν υπερασπίστηκα τα τρένα που περνούσαν μπροστά μου και τα άφησα να φύγουν
'τα τρένα που φύγαν, ευκαιρίες που πήρανε
αγάπες που μάτωσαν και παιδιά που κατέστρεψαν
δός μου χέρι να πιαστώ, να πιαστώ να κρατηθώ, ένα γέλιο μια ματιά..'
σταμάτα, πουθενά δε βγάζει.
αν,...
αν,...
εκεί στέκεται ο θυμός, στην ανάποδη συλλαβή του 'να' της υποτακτικής και της ευκτικής των περασμένων: να είχα κάνει έτσι ή αλλιώς...

θέλω κάτι να γράψω μα δεν το καταφέρνω. είναι σα μια μαγιονέζα που δεν πέτυχε και δε θα πετύχει πια,
είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικά 'αστείο', όπως με τόση περηφάνια βλέπω κάτω από τα γραφούμενά μου...
θυμάμαι τον λώρενς της αραβίας, που λάβαινε ένα γράμμα από έναν υποτιθέμενο θείο, ο οποίος τον διέταζε να ζητήσει από τον υπηρέτη του να τον μπαγλαρώσει στο ξύλο, για κάποιους λόγους που ο μεν υπηρέτης αγνοούσε, ο δε δόλιος λώρενς αγνοούσε προφανώς ακόμη περισσότερο, μα δεν το ήξερε...
με τη γρίππη που κουβαλάω τώρα, θυμάμαι όσους αγάπησα και όσους μ' αγάπησαν, στο αρσενικό ή στο θηλυκό, το ίδιο είναι κατά βάθος.
φυλλομετράω τρένα που δεν πήρα, συγγνώμες που δεν είπα, λόγια που δεν πρόφερα, λόγια που πρόφερα και δεν έπρεπε, αδυναμία που μ' εμπόδισε σε βασικά πράματα της ζωής.
κι εκείνο το 'απήγξατο' του ιούδα είναι πάλι στο νου μου.
δε θυμώνω πια. ώρες ώρες, σωρός από ώρες είναι σαν να μη ζω, δλδ σα να μην ελπίζω.
και μετά θυμώνω πάλι,
κι άστους να λένε, ακόμη κι αν η ζωή είναι μια μαύρη γραμμή, την ξεχωρίζω και την τραβάω μέχρι το τέλος.

παρασκευή βράδυ σπίτι, μάλλον με πυρετό κι ένα κονιάκ για το στήθος που βράζει.
και το πιο μέσα βράζει ακόμη περσότερο.
καλή διασκέδαση σ' όσους βγείτε.
εγώ κοιτάζω την οθόνη. λευκή είναι σα γάλα.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

:)

καμιά φορά, μια καραμέλα, ένα παιχνίδι, δεν ειναι τόσο ζωτικής σημασίας για τα παιδιά.
πιο ζωτικής σημασίας είναι το πείσμα στην επιθυμία ενός παιδιού που κλαίει λέγοντας 'ένα παιχνίδι θέλω, τώρα το θέλω' (κατά την ενήλικη παροιμία ακατάλληλη δια -παλαιούς- ανηλίκους).
το πείσμα στην επιθυμία είναι σαν να λέει το μικρό: υπάρχω, απαιτώ να με δείτε και να με σεβαστείτε, απαιτώ να σας αναστατώσω για να σας δείξω ότι υπάρχω πέρα από τη δική σας επιθυμία στο 'γκιλι γκιλί χρυσό μου, μαμ σκατά και νάνι και νάζι και τελειώσαμε'.

σχεδόν με το ίδιο πείσμα σας έγινα κολτσίδα, να βοηθήσετε τη μαρία και το μάριο. σήμερα ο ιδιοκτήτης παρέλαβε το 3.120 ευρώ που μαζέψατε, και που του παρέδωσα στον λογαριασμό του μέσω τραπέζης με την αιτιολογία 'ενοίκια Χ, ήτοι το επώνυμο του κυρίου που χρωστούσε', τον ειδοποίησα ότι μπορεί να κοιτάξει το λογαριασμό του και να δει ότι η παράκληση να σταματήσει τις διαδικασίες ήταν πρακτικής υφής... η χαρά που είχα όταν κατέθετα τα χρήματα ήταν άλλο πράμα. σαν το μωρό που λέει 'θέλω καραμέλλες τώρα' και τους τις δίνουνε.
λες και είχα κάνει κάτι. τι; τυρί και ψωμί να το φας την κυριακή κλπ.
τί πο τα.

κι αφού δεν έκανα τίποτα, πώς έγινε και έμπλεξα; γιατί όντως έμπλεξα...

πρώτη φορά στη ζωή μου μαζεύω χρήματα για τρίτους. με αυτό τον τρόπο.
δεν είναι βέβαια λίγες οι στιγμές που ήθελα να ζητιανέψω για πάρτη μου. που είχα ανάγκη να πάω το σεραφείμ στην αμερική για την καρδιά του και δεν έβρισκα άκρη. θυμάμαι τότε, πως πηγαίνοντας στην πειραιώς στο ικα, έβλεπα ζητιάνους και προθύμως τους έδινα χρήματα σκεπτόμενη πως ουσιαστικά ήμουνα στη θέση τους... και τότε όλα πήγαν κατ' ευχήν.
τώρα λοιπόν, μπλέχτηκα στην ιστορία χωρίς να το θέλω.
από την καλοσύνη των άλλων, που λέει κι ένας τίτλος.
να πώς έγιναν τα πράγματα.

στις 31 ιουλίου, που έκλεινε το αργώ όπου ο σεραφείμ πηγαίνει για τις θεραπείες του, έπρεπε να καταθέσω 1700 ευρώ, που δεν είχα. τρελαινόμουνα. δεν είχα αυτά τα χρήματα. πήρα τότε τηλέφωνο τον εκδοτικό μου οίκο, και μια ΧΧΧ μου είπε: α, τι βλέπω, τα βιβλία σας πήγαν πολύ καλά, και έχετε να λάβετε γύρω στις 5000 ευρώ!!! αλλά δε θα τα πάρετε τώρα, γιατί πάω διακοπές!!!!... την παλιο ΧΧΧ!!! ακούς εκεί! εμένα 5000 είναι το ποσό για υπερανάληψη! κι αυτή τολμούσε να μου λέει ότι θα παει διακοπές, κι εγώ τραβιόμουνα να εξοικονομήσω τα χρήματα που χρωστούσα! συγχύζομαι που τα σκέπτομαι!!!


όταν παρέλαβα αυτά τα χρήματα,είχα μάθει για τη μαρία και το μάριο. τι να κάνω, δε σκεφτόμουνα τίποτα, μα με τριβέλιζε...
τηλεφω΄νησα στη φίλη μου τη τ. να της δώσω τα λεφτά που της χρωστούσα όταν αυτή ανέλαβε να με μεταφέρει με σπασμένο πόδι από αλεξανδρούπολη αθήνα κι εγώ δεν της είχα δώσει το εισητήριο... ήταν 280 ευρώ.
-έλα τώρα, μη μου τα δίνεις, τα 'χω ξεχάσει! λέει η τ.
α, όχι, της λέω εγώ, άμα δε στα δώσω, δε θα έχεις να τα δώσεις ίσως σε κάποιον άλλον που μπορεί να τα χρειάζεται, κι επειδή εγώ δε σου τα έδωσα, θα το σκεφτείς να ξαναδώσεις! πρέπει να σου τα δώσω. βλέπεις ρε παιδί μου, ο κόσμος είναι σε κρίση, να, μια φοιτήτριά μου μού είπε για μια οικογένεια με εντεκάχρονο παιδάκι που αν δε βρουν τα χρήματα να πληρώσουν θα έχουν έξωση, και πού θα πάνε...

τότε η τ. είπε το αμίμητο: 'πλούσια δεν είμαι, αλλά 1000 ευρώ μπορώ να τα δώσω!' κι εσύ, αυτά που μου χρωστάς να τα δώσεις σ'αυτούς! ...

τι κουβέντα!
'πλούσια δεν είμαι, αλλά 1000 ευρώ μπορώ να τα δώσω!'
... να λοιπόν που η τ. με έβαλε στα αίματα χωρίς να το καταλάβει και χωρίς να το καταλάβω. αφού ήδη είχα 1.280 ευρώ για την οικογένεια, να μην προσπαθήσω να μαζέψω και τα υπόλοιπα;

να σου που με στριμώξανε και σας στρίμωξα... δλδ η καλοσύνη προήλθε από άλλους, και μου τη φόρτωσαν! φαίνεται είναι γιατί έχω καμπούρα.

η πρώτη που μου ζήτησε έναν αριθμό λογαριασμού για να βοηθήσει ήταν η χ. που δεν την έχω δει ποτέ μου. που εμφανίστηκε από το φέιςμπουκ και το κανόνισε. μετά ήταν η Χ που μου έστειλε και μνμ: 'έχεις 300 ευρώ για τις καλοσύνες σου' (λες και ήταν δικές μου...!)

πόσα συγκινητικά πράματα μου έτυχαν, δεν φαντάζεστε!
μια άλλη, με ευγένεια ψυχής, χωρίς να γνωρίζει τους ανθρώπους, μου είπε: 'λοιπόν, πόσα μας λείπουν;' φαντάζεστε; να λέει 'πόσα μας λείπουν;', να βάζει και τον εαυτό της μέσα και να δίνει 750 ευρώ!!!! μου φαίνεται απίστευτη η ευγένεια, η καλοσύνη, η αγάπη που είχαν τόσοι άνθρωποι δίπλα μας, κοντά μας, σε μια κοινωνία που τη λέμε απρόσωπη, άχρωμη, σκληρή...

δεν ξέρω αν σας έγραψα και για την ταμία της τράπεζας: έμαθε για την ιστορία από μια κυρία που έβαζε χρήματα, και κατέθεσε και η ταμίας χρήματα! λες και όλοι είχαμε ανάγκη να αποδεχτούμε ότι είμαστε άνθρωποι. ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.
και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, που απέσυρε τη μήνυση, ή τι στο καλό ήταν αυτό, ψάχνει τώρα μαζί μας να βρει δουλειά στο μάριο... γιατί κι αυτός, άνθρωπος ήταν κι από πριν, άνθρωπος σπουδαίος δείχνει και τώρα. σκέφτεται κι αυτός το μικρό τους και τρομάζει... κι εγώ τρομάζω. μα ελπίζω. δόξα τω θεώ.

τώρα πρέπει να κάνω και την οικονομική απολογία:
1000 από την τ συν
50 από τον μ
350 από την ε,
200 από τη δ
300 από τη μ
100 από την α
100 από την γ
20 από την τ
750 από την ε
500 από την ε
50 από τη μ
---- το σύνολο είναι 3420!!!! (έτσι μου βγήκαν, κοιτάξτε!)
πλήρωσα σήμερα το ποσόν για το οποίο γινόταν η έξωση, ήτοι 3120. δλδ μας μένουν ακόμη 300!!!
βέβαια, έχουμε μπροστά μας τώρα και το εξής:
ναι μεν αποφύγαμε την έξωση, αλλά το ενοίκιο των 260 το μήνα, συνεχίζει να υφίσταται. τώρα χρωστάμε τρία νοίκια για το καλοκαίρι, και κάτι ακόμη. ονειρεύομαι, αν μπορούσαμε να προμηθεύαμε την οικογένεια μέχρι το τέλος του σχολικού έτους, δλδ τον ιούνιο, ένα κατοσταράκι το μήνα, για να μειώνουμε το ενοίκιο...
σήμερα η μαρία θα πήγαινε στην κυρία αλέκα, μια κοινωνική λειτουργό που ο γιος της πηγαίνει στο ίδιο σχολείο με το σεραφείμ. κάτι θα προσπαθούσε να κάνει και εκείνη απ' τη μεριά της, είναι ευσυνείδητη και κινητοποιημένη.
ο κύριος χ ο ιδιοκτήτης, μου πάσαρε το τηλέφωνο ενός άλλου κυρίου που πρέπει να πάρω αύριο το μεσημέρι τηλέφωνο, αν και ο τύπος δουλειάς ίσως δεν ταιριάζει για τον μάριο. να όμως που κι αυτός ο ίδιος παλεύει για το καλό.
σαν να απλώνεται η καλοσύνη εκεί που δεν το περιμένεις! τι να πω...
ε, να τι λέω! έχετε το νου σας! να συνενοηθούμε και πάλι, να τελειώσει το σχολείο με τη συμβολή όλων μας όσο πιο ήπια γίνεται αυτό το μικρό, όσο αδύναμοι κι αν είναι προς το παρόν οι γονείς του. είναι θέμα μέλλοντος.

υγ.1: αν κάποιος δε συμφωνεί με τα οικονομικά, ας το πει, αν έχω ξεχάσει κανέναν...!

υγ.2: έχουμε στο σπίτι έναν κουμπαρά. πλαστικό, ευτελή, κιτσαριό και πάμφθηνο. κάθε χρόνο κάπου βόσκει αυτός ο κουμπαράς. βάζω, βάζουμε, ό,τι μας έρθει, από ρέστα που βαριόμαστε να βάλουμε στο πορτοφόλι, ως μικροποσά ή κάπως μεγαλύτερα από κάτι καλό που μας τυχαίνει. το νοέμβρη αυτός ο κουμπαράς πηγαίνει στο σφαγείο. τον ανοίγουμε, και τα λεφτά, που είναι κάμποσα, πάνε πριν τα χριστούγεννα σε κάποιους που μάλλον τα χρειάζονται. δεν είναι δικιά μας συνήθεια, άλλοι μας την έμαθαν. κάτι είναι κι αυτό. να μαλακώνει η καρδιά μέσα μας.

υγ.3. αυτή τη φορά είναι δίκιο να νιώθω εντελώς γελοία. μα τόση είμαι, δεν τα καταφέρνω να τα πω τόσο ανέπαφα από ανθρώπους, τόσο μεγάλα όσο είναι, τα λόγια που θα έπρεπε να μιλάνε μόνα τους για αγάπη. περνάνε από τα δάχτυλα μιας χαζοχαρούμενης. δε βαριέσαι...

καλό βράδυ.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

θέλω λεφτά!!!! μην το γελάτε, σοβαρό είναι.

καλημέρα.
μου είναι αδύνατον να κοιμηθώ.
βρίζω τον εαυτό μου, όπως του αξίζει, κι αφού όντως δεν είμαι ικανή να βοηθήσω κανέναν, τι θέλω κι ανακατεύομαι;
κι όμως όχι.
τόση είμαι, δεν μπορώ να διορθωθώ, ό,τιδήποτε κάνω είναι της τελευταίας στιγμής, δεν οργανώνομαι εύκολα, μπορώ να συνεχίσω να μέμφομαι ναρκισιστικά, μα τα πράγματα είναι σοβαρά:
τι πρέπει να κάνω όταν, όντας τόση εγώ, κάποιος άλλος υποφέρει και δεν είμαι ικανή ούτε να βοηθήσω σωστά; πρέπει να σταματήσω να βοηθάω έστω και λάθος;
να πώς έχουν τα πράγματα.
πριν από καιρό, μια φίλη μου εξήγησε πώς έχουν τα πράγματα για μια άγνωστη.
η άγνωστη έγινε γνωστή. θα τη λέμε μαρία, για να μην μπερδευόμαστε.

η μαρία είναι 42 χρόνων, παντρεμένη με τον (θα τον λέμε μάριο). έχουν ένα παιδί που πηγαίνει 6η δημοτικού.
ο πατέρας είναι θύμα βίας στα παιδικά του χρόνια. μεγάλωσε, έμαθε μια τέχνη κι έχει δίπλωμα σ' αυτήν, ζει από αυτήν.
συναισθηματικές ευαισθησίες ωστόσο, πονεμένη ιστορία. συμπαθέστατος.
η μαρία προέρχεται κι αυτή από μια γειτονιά της αθήνας. στα δώδεκά της τη στέλνουν να μάθει κομμώτρια. η μαρία καθαρίζει σπίτια. είναι πολύ καλή σ' αυτό. δεν ανέχεται να φοράει γάντια, τα χέρια της μυρίζουν χλωρίνη. είναι περήφανη γι' αυτά τα χέρια.
μέλη του τέταρτου κόσμου, δλδ θεατές στην κοινωνία που ζούνε, από τα δύσκολα μέλη, που θα επισκεφθούν το σούπερ μάρκετ μα θα αγοράσουν ό,τι αγοράσουν κατόπιν πολύ ωρίμου σκέψεως, τίμια αλλά πολύ μετρημένα τα κουκιά τους.
το ενοίκιο ήταν 65.000 δρχ. σε κάποια στιγμή ο μάριος έχασε τη δουλειά του.
παρακάλεσαν την ιδιοκτήτρια να κάνει λίγη υπομονή.
η ιδιοκτήτρια περίμενε. μετά από μερικούς μήνες, ο μάριος προσελήφθη σε μιαν άλλη δουλειά. τότε, πλήρωναν δύο ενοίκια το μήνα και εξόφλησαν τα χρεωστούμενα και ησύχασαν.
είναι κανείς ευχαριστημένος, όταν, άνεργος ων, ξαναβρίσκει δουλειά. φτάνει αυτό, και δεν τον νοιάζουν τα πολλά. ναι, αλλά η δουλειά ήταν αλλεπάλληλα δίμηνα συμβόλαια.
πρακτικό για όλους αυτό. και για το κράτος ίσως.
πριν χρόνο και, ο μάριος δεν είδε να ανανεώνεται η σύμβασή του. μετά από δίμηνες συμβάσεις δεν δικαιούσαι ούτε ταμείο ανεργίας.
δύσκολα τα πράγματα.
το ενοίκιο; πού να τα βρουν τώρα;
μαζί, ήρθε και η κατάθλιψη.
κι αν ήσουν περιθώριο λίγο μέχρι τώρα, ξάφνου γίνεσαι μεγαλύτερο περιθώριο.
η γυναίκα αγαπάει τον άντρα της και το παιδί της, παλεύει γι' αυτούς. μη ρωτήσεις πόσο περιθώριο μπορεί να νιώθει. προτιμά φυσικά να μη σκέφτεται και να καθαρίζει σκάλες. απευθύνεται στην κοινωνική λειτουργό του δήμου. της λένε ότι μπορούν να βοηθήσουν αν ο άντρας της είναι άρρωστος, όχι αλλιώς.
-εγώ ψέμματα δε λεω, λέει η μαρία. πώς να πω ψέμματα.
και φυσικά δε βοηθιέται.
έρχεται η αγωγή έξωσης λόγω δυστροπίας, δλδ στις 13 οκτώβρη βιαίως θα αδειάσει το σπίτι που μένει, με τωρινό ενοίκιο 260 ευρώ, εφόσον χρωστάνε 3.120 ευρώ, δλδ τα μηνιάτικα ενός έτους...
εκεί τους γνώρισα, σ' αυτό το στάδιο.
η μαρία ερχόταν σπίτι μου κάθε εβδομάδα, να με βοηθήσει στο καθάρισμα.
όμως γύρισε από τις διακοπές της και η γκούλυ. η γκούλυ ήταν η γεωργιανή που εδώ και δυο χρόνια έχει αναλάβει να έρχεται μια φορά την εβδομάδα να με βοηθάει στο σπίτι.
είπα στην γκούλυ για τη μαρία, πως θέλει κι αυτή στήριγμα, και συμφωνήσαμε να έρχεται η γκούλυ μια φορά στις 15 μέρες, και να έρχεται κι η μαρία μια φορά στις 15 μέρες, γιατί δεν έχω λεφτά για παραπάνω.
μια φίλη μου Χ, στην οποία χρωστούσα τα εισητήρια που έβγαλε για μένα και το σεραφείμ όταν έσπασα το πόδι μου στην αλεξανδρούπολη κι αυτή ανέλαβε να μας συνεδεύεσει μέχρι αθήνα, άκουσε για τη μαρία.
η καλοσύνη της δε λέγεται. αυτή έδωσε 1000 ευρώ για τη μαρία, και τα χρήματα που εγώ της χρωστούσα, μου είπε να τα δώσω στη μαρία, ήτοι 280 ευρώ. τα 280 εύκολα έγιναν πεντακόσια, αφού και μια φορά παρακάλεσα τον μάριο να μου συναρμολογήσει μια βιβλιοθήκη και δε δέχθηκε να πάρει φράγκο, τόσο φιλότιμος είναι. άλλοι φίλοι έδωσαν επίσης.
μέχρι τώρα μαζέψαμε 2000 ευρώ.
μέσα σ' αυτή τη βδομάδα, αύριο, πρέπει να βρούμε άλλα 1250. πώς θα γίνει;

η μαρία, ξαναπήγε, κατόπιν προτροπής μου στην κοινωνική λειτουργό του δήμου, σταλμένη απο μια φίλη της. εκ μέρους της.
λες και δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους εδώ στο χάος της ελλάδας μας έτσι από μόνοι τους, πρέπει παντού να πηγαίνουμε συστημένοι. ξαναπήγε. και λοιπόν; της είπαν ότι θα την πάρουν τηλέφωνο.
εκτός από περισσότερη πικρία, δεν απεκόμισε τίποτε άλλο.
πέστε ό,τι θέλετε.
μα ένα παιδάκι στην έκτη δημοτικού δε θα μπορεί εύκολα να βρεθεί ανάμεσα στους συμμαθητές του. άλλο να είσαι φτωχός κι άλλο να σε βλέπουν με τα πράγματα στο πεζοδρόμιο.
πώς θα νιώθαμε στη θέση της;
έχω νιώσει πολύ άσχημα και τότε δεν μπορώ να σηκώσω τα χέρια μου.
δεν μπορούμε να ζητήσουμε πολλά από τη μαρία. ο μάριος καπνίζει και λυπάται και βλέπει τον κόσμο με πολλή πίκρα. το παιδί τους υπάρχει ανάμεσά τους, το αγαπάνε, μα ίσως τώρα πονάει απίστευτα ακόμη κι αυτό.
η γυναίκα αυτή σε ποιον πρέπει να συμπαραστέκεται; στον άντρα της; στο παιδί της; πρέπει μήπως να κυνηγάει το μεροκάματο, μη λείψει κι αυτό, όσο λειψό κι αν είναι; ή πρέπει να στήνεται στις πόρτες των σκληρών ανθρώπων να βαρεθούν να τη βλέπουν και κάτι να κάνουν;
η μαρία καθαρίζει σκάλες.
καπνίζει.
αυτό κάνει.
δεν προλαβαίνει το παρακάλεμα των καλοφαγωμένων που δε θυμούνται να κανουν τα τηλέφωνα που υπόσχονται.
ο λογαριασμός της τραπεζης που σας δίνω εδώ είναι εθνική τράπεζα,ελένη κονδύλη (το έσβησα σήμερα, 24/12/2011 κι απόρησα πώς το είχα αφήσει εδώ τόσο καιρό) θα δοθούν στην ιδιοκτήτρια της μαρίας για να σταματήσουν την έξωση...

ξέρω, χάλια τα έγραψα, ξέρω, λίγα πράματα κάνω σωστά.
σας παρακαλώ ό,τι είναι σωστό να καταλάβετε εσείς. και να πράξετε ανάλογα με αυτό που μπορείτε.
καλημέρα σας.

υγ. δεν είμαι η μαρία. το 'ελένη κονδύλη' δεν είναι ούτε η μαρία ούτε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού της μαρίας. απλώς, αυτό βρίσκω ώστε μετ' αποδείξεως, να βοηθήσουμε. είμαι στη διάθεσή σας για ό,τι νομίζετε μπορεί να βοηθήσει.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

κούραση

Μου είπε, λέει, το σπίτι, έτσι να το κάνεις
Τι να προλάβει να κάνει
… όλη η ταλαιπωρία…
…πέντε φράγκα … δεν αξίζει
κι όμως
στο λιβάδι
γραμμές
φυλάνε
κομποσκοίνια.
Κάνουν προσευχές για τους άντρες στο καφενείο
Και τις γυναίκες που ετοιμάζουν φαγητό.

Ένα ζευγάρι τραγουδά μαζί και σωπαίνει,
Καθώς,
Τις αλυσίδες τούς φορούν μιας ‘παρά-δοσης’ που αχός βαρύς βαραίνει το μήνυμα του χωρισμού:
Ζωή και θάνατος
Ζωή και ανέχεια
Θάνατος.
Ή
Αθανασία.
Σας τραγουδώ φιλιά του χτες, ένοχη πραγματικότητα του ανέμου που όλα τα παίρνει.
Σκόρπα τώρα τις προσευχές
Ν’ ανθίσουν θυσίες πάνω στους άντρες και τις γυναίκες και τα παιδιά.
Γαλανός, όμορφος, τελειωμένος ουρανός.

15-09-2009 ελένη κονδύλη

Ένας φοίνικας στην πόλη

Ο λόγος φυτρώνει σα φοίνικας θνητός και φθαρμένος.
Στη ρίζα του ζητά νερό
Στο στήθος του τρέμει για το άγγιγμα του αγέρα
Στην κορυφή ζητά ένα βλέμμα να το αναστήσει.
Αυτός ο λόγος αναβλύζει στα στόματα του κηπουρού καθώς τσαπίζει μαχαιριές στο χώμα
Κι ανοίγει δρόμους για το νερό.
Λάσπη.
Λάσπη κι απόσωσε το γέρμα, ξαπόστασε κι ο κηπουρός. Απόσωσε να ζωγραφίζει μάτια.

Να φύγεις, να πας στη λίμνη με τις κυρα-φροσύνες να νιφτείς να με κοιτάξεις.
Να σου πω
Σώσε με
Σώπασέ με
Πάρε με, κοίταξέ με
Σωπαίνω το τραγούδι του παιδιού που κλαίει
Και ζωγραφίζω
Τα όμορφα χρώματα μιας μέρας που τελειώνει σ’ έναν κήπο.
Κρατώ τα ονόματα του καιρού και
Βάφω αγνά το κλάμα μου με Σένα.

24/09/2009 ελένη κονδύλη

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

βόλτα στα καμμένα

Επτάλοφα χιλιόφωτα μέρη
στάζουν πυρκαγιές πάνω στα δάση που περιτριγυρίζουν φοβισμένα
Περνώ από μέσα τους με την άνεση κενοταφίου
Που βασιλεύει πρίγκηπας στο κενό.
Της φλόγας τις φλόγες τα μπερδεμένα γράμματα και τα σβηστά τα φώτα της καρδιάς σου ψαύω.
Στης φλόγας το μικρό κορμί ερωδιού σκιά - τραγουδάει την έρημην αυγούλα...
Θυμάσαι;
Περίπατο με πήγες. Το δάσος όμως μίκρυνε τώρα. Σίγουρα, δε θα μπορέσεις να με ξαναπάς.
Θε να σου βάλω στο κιβούρι τούτες τις γραμμές να σου πω πως όσο πεθαίνει η άνοιξη μέσα στο καλοκαίρι, τόσο κι εσύ θα σβήσεις από την καρδιά μου.
Κι ας αρνιέμαι τώρα πια να σου μιλήσω
Αν δε σου πω ωστόσο
Πόσο πονά η δίψα μέσα μου για σένα,
Θα ναι σαν να πιστεύω πως όλα τελειώνουν μ’ ένα όχι.

4-10-2009
ελένη κονδύλη

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

ο αντίχριστος, φιλμ του φον τρίερ

λοιπόν, πάω παρασκευή σινεμά, και, παραδόξως, η αίθουσα είναι γε μά τη!!!
γεμάτη!
μάλιστα, ο φίλος μου δείχνει κάπου μπροστά σχετικά, μια θεά της τηλεόρασης που είναι παρούσα, ω ναι, και αυτή, στην αίθουσα...
το φιλμ αρχίζει.
αρχίζει ήπια, σιγαστικά θα έλεγα, σαν να έχεις βάλει σε σιγαστήρα μια υπόθεση που θα έρθει.
αυτό είναι επιτυχία του σκηνοθέτη.
δυο άνθρωποι κάνουν ανηλεώς έρωτα. το 'ανηλεώς' έχει την κυριολεξία του στη σκηνοθεσία, άρα, αυτό που θέλει να ειπωθεί, ειπώνεται.
το 'ανηλεώς' είναι τραγικότατο, αφού το πιτσιρίκι τους, που καταφέρνει να βγει από το κρεβατάκι του,
βλέπει τους γονείς του να κάνουν έρωτα (μικρέ τυμπανιστή πού είσαι; κάτι έχει κι από κει το φιλμάκι μας), οι γονείς όμως ούτε ακούν ούτε βλέπουν, το μικρό ανεβαίνει στο ανοιχτό παράθυρο και πέφτει στο χιόνι...
ο ραμαντικός θάνατος που γίνεται τρομερός, κοινός τόπος.
ναι, κοινός τόπος είναι μέχρι τώρα, πέραν της σκληρότητας που είναι ένα από τα γερά χαρτιά του τρίερ.
και μετά αρχίζει μια κοινή κυνική απαίσια ιστορία, ΤΥΧΑΙΑ. από την βαριά κατάθλιψη, στη μανία, περνώντας από το γεφύρι μιας ισορροπίας που προφανώς δεν υπήρξε ποτέ:
η γυναίκα βιώνει το θάνατο του παιδιού με βαριά κατάθλιψη.
σα να λέμε το φιλμ που αρχίζει με το θάνατο του παιδιού την ώρα που κάνουν ανηλεώς έρωτα οι γονείς, είναι σαν να συντονίζεται ακριβώς ανάποδα με το ροζμαρι μπέιμπυ, ακριβώς ανάποδα, δλδ εντελώς ανάλογα, και εκδιαμέτρου αντίθετα.
ο πατέρας φαίνεται σαν να μην έχει παρά θεραπευτικά συναισθήματα. υποτίθεται πως είναι ψυχαναλυτής.
παρουσιάζεται σαν να έχει εμμονές, σε σχέση με την υπόλοιπη ιατρική.
είναι πολύ προσεκτικός με τη γυναίκα του. τη βοηθά, ή έτσι προσπαθεί.
κι εκείνη νιώθει σε κάποια στιγμή θεραπευμένη, χαμογελά, είναι καλά,
και να μη σας τα πολυλογώ
κανουν έρωτα και αυτή του κόβει το /// και το /'΄' και του βιδώνει το πόδι../

ΚΙ ΕΔΏ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ.

ΤΟ ΦΙΛΜ ΕΊΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ. η παράφορη βία κάνει τμήμα της αίθουσας να γελάει, φυσιολογικότατα και υγειέστατα, γιατί πώς να σωθείς από τόση μαλακία και αγριότητα,
η διπλανή μου προσπαθεί να μην κάνει εμετό
εγώ γραπώνομαι στο χέρι του διπλανού μου
τελικά αυτό το έργο ευκαιρία παρτούζας λέτε να είναι;
αποκλείεται, διότι ό,τι ερωτικό έχει μέσα του είνα βαθιά αρρωστημένο
οι τύποι κάνουν έρωτα τόσο οικτρά, η τύπισσα αυνανίζεται και φυσικά ούτε αυτό ευχαριστιέται,
ο τίτλος 'αντίχριστος' δεν έχει καμιά σχέση με το έργο, που είναι απλώς μια ψυχιατρική τρομερή υπόθεση, τραβηγμένη από τα μαλλιά προς το ψέμμα
έχει κάποιους κοινούς τόπους τετριμένους
(πρόβλημα με τα ποδαράκια του μικρού, που κανείς δεν είχε προσέξει και το είδαν στη νεκροψία, κοινός τόπος σύμφωνα με τον οποίο τα πόδια μερικών είναι πόδια τράγων, κλπ)
μια απαίσια ταινία, ένα χάλι, και μερικές κυράτσες και κυράτσοι από εκεί μπροστά που σας έλεγα, χτυπήσαν και παλαμάκια.
λέτε να το φχαριστήθηκαν δλδ;

τι αηδία!!!

ήταν χθες. το μαύρο διαμάντι

πήγα στην κυψέλη.
μ' αρέσει η κυψέλη, γιατί έχει γωνιές πολύ ανθρώπινες.
το 'κυψέλη' την εκπροσωπεί, οι άνθρωποι είναι κοντά ο ένας στον άλλον... στην πλατεία του άη γιώργη κάθονταν τρία εντεκάχρονα, στα σκαλάκια της εκκλησίας, άκουγαν μουσική, πιο κάτω, καναδυο ξένοι στην πλατεία, δίπλα οι γέροι στα καφενεία, οδός αντίπαρου το νεοκλασικό με τις γλάστρες καλημέριζε τις κοκότες πολυκατοικίες δίπλα, καλές κι αυτές, η ζωή έχει απ' όλα, ακόμη κι από τους θυρωρούς που πλημμύριζαν κάποτε την αθήνα με φτηνό υπηρετικό προσωπικό από τα χωριά...
η φίλη μου
μένει εκεί κοντά η φίλη μου
σ' ένα πανέμορφο σπίτι
τώρα τραβάει λούκι, έχει αρρωστήσει
η φίλη μου βοηθάει όλο τον κόσμο, χωρίς να το σκέφτεται, είναι ένα ευγενικό, μορφωμένο, έξυπνο, παθιασμένο, φλογερό άτομο.
τώρα όμως η φλογίτσα για λίγο έχει σβήσει
έ, τώρα θα την κανακέψουμε λιγάκι όλοι εμείς που τόσα έχουμε δεχτεί από εκείνην

χτες πήγα ένα δίωρο στη φίλη μου.
αυτό το δίωρο θα μπορούσε ο γιος της να βγει έξω, να μη μείνει μοναχούλα η μαμά. η μαμά που βλέπει την αρρώστεια και φοβάται. δύσκολα λίγο ήταν.
και φυσικά όταν είμαι λίγο τρακαρισμένη (καθότι εσωτερικά κατάξανθια), πάλι κάτι ξέχασα εκεί: το κινητό μου. είχα ραντεβού για να πάω στη νέα μάκρη μετά, και βρέθηκα χωρίς κινητό. γύρισα να το πάρω, αφού ένας φίλος τηλεφώνησε στο κινητό μου, η φίλη το σήκωσε, και διαπιστώθηκε η βλακεία μου και ίσως λίγο και η δική μου θλίψη.
πήγαμε μαζί, πήραμε το τηλέφωνο, και στα πέντε λεπτά φύγαμε, μη βαρύνουμε την κατάσταση. είμουνα σαν ψημένη ρέγγα, ίσως πιο πολύ απ' ό,τι χρειάζεται. μια ρέγγα που δεν είχε πια τίποτα μέσα της, που σκεφτόταν τη φίλη που έμενε πίσω, ένιωθα εντελώς αδύναμη, άπορη να βοηθήσω, στεναχωρημένη που δεν μπόρεσα κάτι να κάνω.
βαδίζοντας στο στενό πεζοδρόμιο
το μάτι μου ξεπέζεψε σ' ένα μαύρο διαμάντι.
κατέβηκε απ' τον πήγασο της θλίψης και της ματαιότητας
κι εγωιστικά για ένα δευτερόλεπτο το αναγνώρισε:

ένα παράθυρο μισό-κλειστο στο ύψος της γάμπας μου.
ένας φτωχός άνθρωπος που έμενε εκεί, κι είχε ως θέα τα πόδια των ανθρώπων να φεύγουν.
κι εγώ κάποτε είχα ως θέα τα πόδια των ανθρώπων να φεύγουν πάνω σε μαύρα βράχια...
ήταν τότε που ένιωθα το θάνατο. η εικόνα του εαυτού μου ήταν ένα ζευγάρι πόδια μέχρι κάτω από το γόνατο, σε μαύρα βράχια να φεύγουν...
σκληρή εικόνα, και την έβλεπα στον εφιάλτη της απόγνωσης
φαντάσου την ίδια εικόνα να τη βλέπεις κάθε μέρα!
βλακείες.
ΔΕΣ! ελένη, ΔΕΣ! χρίστο, διονύση, μαρία, ρίτσα, νάσια, μιστ, δες!
ουπ! το μαύρο διαμάντι ήταν ένα χέρι. ένα γεροντικό χέρι γυμνό, υγναικείο και γέρικο, με δυο τσιρότα. έτσι θα 'ναι και το δικό μου χέρι κάποτε; ίσως.
το χέρι έβγαλε ένα πιατάκι, στο πρεβάζι-πεζοδρόμιο. αμέσω μια χούφτα πρόσθεσε τροφή για γάτες. αμέσως ένα γατάκι ήρθε κι αρχίνισε το γεύμα.
ελένη, να προσεύχεσαι όταν μεγαλώσεις να είσαι τόσο χρήσιμη όσο αυτό το χεράκι
δεν ήταν ωραίο το σπίτι, δεν ήταν ωραίο το χέρι, δεν ήταν ωραία η θέα από το παράθυρο της υπόγας, ποιος ξέρει πόσα προβλήματα να ήταν μαζεμένα με τα χρόνια εκεί μέσα!
κι όμως!
μέσα στην ακαταστασία της μοναξιάς και των γηρατειών, ίσως και της αρρώστειας, αυτό το γέρικο χέρι ψαχούλευε τη ζωή με τόση στοργή...
και την καλούσε! αμέσως, από το πουθενά το γατάκι εμφανίστηκε, γνωρίζοντας προφανώς ότι η ζωή έμενε στην υπόγα, και υπέμενε!
στη θλίψη μου που είχε κατέβει από τον 6ον όροφο, το χεράκι αυτό επέμενε να δίνει ένα μάθημα ζωής.
πως η ζωή είναι ένα μάθημα.
του υποτακτικού προς την ταπείνωση.
κι η ταπείνωση είναι μια μεγάλη κυρία όλο καλοσύνη που χαρίζεται σ' οποιονδήποτε γυρίζει να τη δει...
χαρίστηκε και σε μένα και τη χόρτασα, και γέμισα ελπίδα τις μπαταρίες μου.
ναι, λέξεις ηλιθίου, αλλά οι μπαταρίες με ελπίδα είναι λίθιο. σχεδόν αληθινό.
συγχωρέστε τη βλακεία
μα ήθελα να σας το γράψω, για να υπάρχω.