Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Ένας φοίνικας στην πόλη

Ο λόγος φυτρώνει σα φοίνικας θνητός και φθαρμένος.
Στη ρίζα του ζητά νερό
Στο στήθος του τρέμει για το άγγιγμα του αγέρα
Στην κορυφή ζητά ένα βλέμμα να το αναστήσει.
Αυτός ο λόγος αναβλύζει στα στόματα του κηπουρού καθώς τσαπίζει μαχαιριές στο χώμα
Κι ανοίγει δρόμους για το νερό.
Λάσπη.
Λάσπη κι απόσωσε το γέρμα, ξαπόστασε κι ο κηπουρός. Απόσωσε να ζωγραφίζει μάτια.

Να φύγεις, να πας στη λίμνη με τις κυρα-φροσύνες να νιφτείς να με κοιτάξεις.
Να σου πω
Σώσε με
Σώπασέ με
Πάρε με, κοίταξέ με
Σωπαίνω το τραγούδι του παιδιού που κλαίει
Και ζωγραφίζω
Τα όμορφα χρώματα μιας μέρας που τελειώνει σ’ έναν κήπο.
Κρατώ τα ονόματα του καιρού και
Βάφω αγνά το κλάμα μου με Σένα.

24/09/2009 ελένη κονδύλη

1 σχόλιο:

chirine nour είπε...

μου αρέσει πολύ ο φοίνικάς σου!
σου χαρίζω ένα δικό μου

που είναι
η πηγή με τ'άστρα
η έρημος
οι αντικατοπτρισμοί?
ένας φοίνικας στο πουθενά.