Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

γέρμα.

789

Ξέρεις, γέρμα. Κατάσταση λόρκα. Μετάφραση μίχος. Σκηνοθεσία τότα.
Ψέμματα. Εγώ πουθενά, ίσως μέσα τους.
Μέσα τους είναι να ξέρεις πριν απ’ αυτούς τους αναίστητους, ότι μέσα τους μια φωτιά ξεροψήνει γέρμα.
Γέρμα είναι ένας εξωτικός καρπός απογεύματος, ένα εξωτικό φρούτο ας πούμε, ένα άλλοθι,
στα του κόσμου εγκόσμια ένας τρόπος να πεις αντίο στη μικρή σου φύση, να μετρήσεις πέντε η ώρα κλαίγοντας χωρίς δάκρυα, να κλαις από μέσα σου, που λέει ο σεραφείμ.
Ο σεραφείμ είναι ένας άγγελος που κλαίει από μέσα του και μαζεύει βρόχινο νερό για ν’ ανθίζει η μάνα του.
Λέει: ναι, απέξω μου δεν έκλαψα ποτέ στην τρίτη γυμνασίου, μόνο καμιά φορά, δυο-τρεις, κύλησαν δάκρυα στα μάγουλα
Δεν ήταν όμως κλάμα, εγώ όταν κλαίω, κλαίω εσωτερικά.

Στο σπίτι της μπερνάρντα άλμπα, που τι με νοιάζει αν είν λευκό ή κατάμαυρο κατράμι
σα θειάφι που έχει σβήσει πάνω στο καντηλάκι ενός νεκρού
Στο σπίτι, σταματά η μέρα έξω από το παράθυρο και λέει: πως το ξεπαρθένεμα της νύχτας, ένας νεκρός θα μπει και θα το κάνει μόνος, στην αυλή του πουθενά
Η ώρα δεν είναι για τίποτα
Σβήνει ένα παιδί τ’ άσχημα γράμματα που του είπαν.
Τα κάνει κομμάτια
Πουθενά δεν υπάρχουν
Ένα κενό,

Γέρμα.
Η απόγευμα και η ραστώνη πηγαίνουν βόλτα για παγωτό στην πλατεία του καλοκαιριού,
Φοράνε τα καλά τους και απαυτόνωνται.
Ώρα πέντε θάνατος, συνουσία ώρα μηδέν, μονάδες για τηλέφωνο καμία, ο μαθυτής της λύπης άρειστα δέκα και όλα μάταια σα δρόμος που δεν οδήγησε.

ελένη κονδύλη 2009-08-14

Δεν υπάρχουν σχόλια: