Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

μια κηδεία με όλα τα λαογραφικά στοιχεία που φαντάζεστε ή δε φαντάζεστε

πρώτ'απ'όλα ο πιτσιρικάς ο άγγελος.
5-6 χρόνων. λυσασμένος να δει τι έγινε, όταν πήγαν τον παππού στο νεκροταφείο, η μαμά του έκρινε ως αυστηρά ακατάλληλες τις σκηνές και του έκλεισε τα μάτια. ο χαριτωμένος μικρός λύσσαξε βέβαια, και ρώταγε: τι του κάνανε; τι του κάνανε και δεν ήθελες να δω;
τον συνάντησα να ρωτά εναγωνίως, ο μπαμπάς να θέλει να τον βάλει στο αυτοκίνητο και η μαμά να του λέει ότι αυτά δεν είναι για παιδιά.
λέω στον άγγελο:
τι του κάνανε; θες να σου πω εγώ τι του έκαναν;
ναι, λέει ο άγγελος, και γατζώνει τα μάτια του ορθάνοιχτα πάνω μου και περιμένει.
ε να, ο παππούς γέρασε και πέθανε. αφού κάναμε όλοι την προσευχή μας για να ξεκουραστεί καλά τώρα, τον βάλαμε μέσα σ'ένα ωραίο κουτί, του βάλαμε και πολλά λουλούδια μαζί του, και την ώρα που χώνανε το κουτί στον τάφο του, ένας άγγελος που δεν τον βλέπουμε εμείς, ήρθε ακριβώς εκείνη την ώρα, πήρε στα χέρια του την ψυχή του παππού και την ανέβασε στον ουρανό. αυτό είναι όλο!
και να δεις που σε λίγο καιρό θα φυτρώνουνε λουλούδια στον τάφο του παππού. βέβαια, το κακό είναι ότι τώρα δεν θα τον βλέπουμε, αλλά τι να γίνει! έτσι γίνεται με όλους τους ανθρώπους.
ο μικρός αγαλλίασε.
τώρα εντάξει, κατάλαβα! τώρα κατάλαβα! και μπήκε στο αυτοκίνητο ενώ πριν γινόταν της μουρλής.
αγγελούδι μου!... κατάλαβε, είχε ανάγκη κάτι να καταλάβει...
η μαμά του όμως είχε κι αυτή ανάγκη να μου εξηγήσει γιατί είχε τόσο φρικάρει και δεν ήθελε τέτοιες μνήμες στα παιδάκια της:
όταν ήταν η ίδια 11 χρόνων, μια κοπελίτσα 19χρονη, γειτονοπούλα, που της έκανε μάθημα αγγλικά, χτυπήθηκε από καλπάζοντα καρκίνο, πώς να το πω δεν ξέρω, και πέθανε σε διάστημα μικρότερο του χρόνου. η οδύνη των γονιών ήταν τέτοια που κατά τις λαϊκές συνήθειες έντυσαν νυφούλα τη νεκρή κόρη, κι έβαλαν παράνυμφο στο θάνατο την 11χρονη τότε μαμά του αγγέλου. καταλαβαίνετε τι βιασμό υπέστη η παιδική ψυχή της! ένιωσε κι αυτή πιο ήσυχα όταν είδε πλήρως ικανοποιημένο (δεν μπορούσε ο δόλιος να κανει κι αλλιώς!) τον μικρό της άγγελο.
...
η κηδεία που πήγα με έκανε να χύσω πολλά δάκρυα, για πολλούς και διάφορους λόγους, αλλά ήταν πραγματικά μια υπέροχη κηδεία.
ένας άνθρωπος πάνω από 80, πέθανε στο βέλγιο. μετανάστης εκεί πάνω από 50 χρόνια, γύρισε πια μονίμως στην πατρίδα του.
η γυναίκα του φρόντισε να έχει μαζί του όλα όσα είχε στην καθημερινότητά του. έτσι κι εγώ γνώριζα το καλό του κουστούμι, την καλή του γραβάτα, το στυλό που είχε στο τσεπάκι του σακακιού, τα γυαλιά του.
έστειλε το γιο της στην τράπεζα να φέρει χρήματα κατακαίνουρια, να του τα δώσει να έχει μαζί του για το πέρασμα στην άλλη ζωή.

έκαναν τη μεταφορά από το βέλγιο, και τον έφεραν στο σπίτι του στο χωριό θεολόγος ευβοίας.
έξω στην αυλή είχαν στηθεί καρέκλες ανάμεσα στις γλάστρες, για τους άντρες και τους γέρους...

σ'ένα τραπέζι υπήρχαν κεριά, κι ένα μπολάκι.
ρώτησα γιατί πράγμα είναι, μου είπαν: αυτοί που θα 'ρχονται θα παίρνουν ένα κερί ν'ανάψουν στον πεθαμένο. στο μπολάκι θα βάζουν τα λεφτά που θα πάνε στην εκκλησία την ώρα της κηδείας.
ο νεκρός έφτασε εκεί γύρω στις 9 το βράδυ. μαζί ήλθαν και οι παππάδες του χωριού, ήταν 2, δεν ξέρω αν ήταν κι από κάπου αλλού, εν πάση περιπτώσει, άνοιξαν το φέρετρο (μπρ...) και εκαναν ένα τρισάγιο γι'αυτόν. πάνω στο πρόσωπό του είχαν ένα μαντήλι με τον εσταυρωμένο, κι όταν η γυναίκα του απευθυνόμενη σ'αυτόν ήθελε να τον δει, οι γυναίκες του χωριού της έλεγαν:
-μη, έχει νυχτώσει, δεν πρέπει.
οι γυναίκες του χωριού είχαν πάρει θέση μέσα στο δωμάτιο του νεκρού.
η αδελφή του ήταν εκεί και εκτελούσε χρέη μοιρολογίστρας, μαζί με τη γυναίκα του, αλλά η αδελφή το είχε δηλώσει, είχε έρθει εκεί για να τον κλάψει, έτσι έλεγε. πήρε λοιπόν ένα συρτό συρικτικό μόνοτονο ψαλμικό δημοτικό τόνο κι άρχισε τα διάφορα.
ένιωθα να πνίγομαι, ήμουν δίπλα της. χρειάστηκε να πάρω λεξοτανίλ πάντως, ήταν πολύ έντονη δοκιμασία, πρώτη φορά μου συνέβαινε, παρόλο που έχω θάψει μάνα και πατέρα. γύρω οι γυναίκες του χωριού, συγγενείς, φίλες, είχε έρθει να ξενυχτήσουν το νεκρό.
πάνω του έβαζαν κεριά που τα είχαν πλάσει σαν κουλούρες, κι όρθωναν το κομμάτι του κεριού που καιγόταν.
σε κάποια φάση εγώ αποσύρθηκα με τα παιδιά μου και κοιμήθηκα.
ξύπνησα γύρω στις 4 και πήγα να δω τι γίνεται. το μοιρολόι είχε σωπάσει, η κουβέντα είχε ανάψει ανάμεσα στις γυναίκες, η χήρα καθόταν στο προσκεφάλι του άντρα της, τον κοίταζε, κάποιος βρισκόταν κάτι να πει. η μοιρολογίστρα αδελφή είχε στεγνώσει συναισθηματικά. καθόταν ακίνητη και κοιτούσε στο πουθενά.
όταν ήρθε η ώρα της κηδείας, πρωί μετά τη λειτουργία, μου εξήγησαν ότι 3 γυναίκες δεν πάνε στην κηδεία, μένουν, καθαρίζουν το σπίτι, βάζουν το τραπέζι (που είχε αποσυρθεί για να χωρά ο νεκρός) στη θέση του, γιατί, αμέσως μετά τη κηδεία, θα έρθει ο παπάς με τη χήρα να κάνουν αγιασμό στο σπίτι.
βρήκα πολύ οργανωμένες και καθάριες και συναδελφικές τις συνήθειες του χωριού.
όταν ήρθε η ώρα της κηδείας, ήρθαν, πήρε η νεκροφόρα τον νεκρό, κι από πίσω όλοι, παπάδες και συγγενείς κλπ.
έγινε η κηδεία, τον πήραν τον έβαλαν στον τάφο αφού του έλυσαν τα χέρια και τα πόδια,
και μετά υπήρχε ψωμί, τυρί, ελιές και χυμός για όλους.
στη συνέχεια, στην πλατεία του χωριού ένα καφενείο είχε αναλάβει πίτες, τυρί ψωμί νερό και κρασί.
όταν εγώ γύρισα σπίτι, όλα είχαν ταχτοποιηθεί.
πέσαμε να κοιμηθούμε γιατί πράγματι και ποδαρόδρομος, και συγκίνηση, και ένταση.
στο απογευματινό καφεδάκι, άρχισε να 'ρχεται ένας, δυο, κλπ.
όχι η πληθώρα η χτεσινή, προφανώς φίλοι και συγγενείς, κι αυτοί σχετικά λίγοι.
όμως όλες οι γυναίκες έρχονταν με σκεπασμένα: βαστούσαν άλλη ταψί με τυρόπιττα, άλλη μακαρόνια με δεν ξέρω τι, κλπ κλπ.
έβαλαν στην αυλή τα τραπέζια μόνες τους, τα τραπεζομάντηλα του σπιτιού, τα μαχαιροπήρουνα.
κι έγινε ένα χαρούμενο, απλό, ξεκούραστο τραπέζι, που το λένε 'της παρηγοριάς'...
πραγματικά, των ελλήνων οι κοινότητες κάνουν άλλο γαλαξία.

ζωή σ'εμάς, όλα πολύ όμορφα, πολύ σοφά μελετημένα.
καλό απόγευμα, όλα σε κάποια φάση τελειώνουν.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

1971. Βέλγιο V. Andre et Helene Luyckx, ...

σιγά σιγά γνωριστήκαμε με έλληνες φοιτητές, χάρη στον αδελφό μου, φοιτητή ήδη.
ψάχναμε και για ορθόδοξη εκκλησία. η Μαρία Πετρίδου, που μόνο με κεφαλαία της καρδιάς μου θα μπορούσα να γράψω, είχε πει στη μάνα μου, πριν φύγουμε από την Ελλάδα: "και στην ορθοδοξη εκκλησία! και ψωμί να μην έχετε, να πηγαίνετε!". η μάνα μου δεν το πίστευε αυτό, ναι, φτωχοί είμαστε, αλλά είχαμε πάντα φαγητό και πολλά άλλα. κάπως άρχιζε να επαληθεύεται αυτό το ψωμί, καθότι η εκκλησία ήταν στις βρυξέλλες, σε άλλη πόλη, και τα κόμιστρα αρκετά. όμως, θεός σχωρέστην η μάνα μου, είχε αρχές. βρήκαμε όμως και μια ρωσική ορθόδοξη εκκλησία στη λουβαίν, σ'ένα διαμέρισμα στον τοίχο της μεγάλης φυλακής της λουβαίν
η εκκλησία λειτουργούσε μια φορά το μήνα, οπότε πηγαίναμε εκεί και γλυτώναμε τα εισητήρια. οι ρώσοι κατενθουσιάστηκαν που υπήρχαν έλληνες στη λουβαίν. πολύ ωραία παρέα κάναμε! ανάμεσά τους ήταν κι ένα γλυκούλικο μωρό, ο λιόσα!!! χοντρούλικο ρωσάκι με μεγάλα μάτια και στρογγυλό κεφάλι, η μαμά του τον κρατούσε πάντα αγκαλίτσα, ο μπαμπάς του ο σέργιος ήταν καθηγητής φλαμανδικών, δλδ φιλόλογος, σε σχολείο, και συγχρόνως διάκονος.
χμ! πάντα ο πατήρ σέργιος έστελνε ένα καρτολίνο με την ημερομηνία της λειτουργίας, με τα ωραία πλαγιαστά καλλιγραφικά του γράμματα....
μεγάλη ιστορία ο πατήρ σέργιος, θα γράψω κάποτε γι'αυτόν τον αγιασμένο άνθρωπο, που πέθανε μητροπολίτης παρισιού...

μια μέρα, μάθαμε ότι ο κύριος Λόυξ, πρόξενος των ελλήνων φοιτητών της λουβαίν, προσκαλούσε όλους τους έλληνες φοιτητές για να μας γνωρίσει στο εσθιατόριο απέναντι από το σατό ντ'αραμπέργκ, ένα μαγευτικό μέρος. πήγαμε. ο κύριος Λόυξ ήταν καθηγητής στερεάς φυσικής ή κάτι τέτοιο στο πανεπιστήμιο της λουβαίν. η μητέρα του ήταν ελληνίδα, ήξερε άπταιστα ελληνικά, ήταν ένας ασπρομάλλης εξαιρετικά ευγενικός, καλοσυνάτος, σοφός...
στεκόταν με ευγένεια και μάθαινε ότι ήθελε να του πει ο καθένας: τι σπούδαζε, από πού ερχόταν, πώς τα πάει...
στο μοναχικό μας σπίτι την άλλη μέρα, δευτέρα απόγευμα, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας!!!
για πρώτη φορά.
απάντησα εγώ.
η φωνή έλεγε:
είμαι ο Ανδρέας Luycx, πρόξενος της λουβαίν. ήρθα να βοηθήσω τον αδελφό σας.
και να σου ο κύριος Λόυξ, όπως τον λέγαμε εμείς, αυτός πρόφερε Luyckx, καθηγητής Πανεπιστημίου, ερχόταν σπίτι κρατώντας το τεράστιο βιβλίο χημείας του Μόρτιμερ, που είχαν οι πρωτοετείς της ιατρικής.
ο κύριος Λόυξ μας είπε: οι έλληνες φοιτητές στην ιατρική αποτυγχάνουν εξαιτίας του μαθήματος της χημείας. ήλθα λοιπόν να βοηθήσω τον αδελφό σας!!!
και όντως, έκανε μαθήματα χημείας στον αντρέα, χωρίς να του το ζητήσουμε, χωρίς να πάρει ποτέ του χρήματα!
ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΈΧΩ ΦΕΡΘΕΙ ΕΓΏ ΜΕ ΤΟΣΗ ΚΑΛΟΣΥΝΗ.
κι ούτε έχω δει ποτέ άλλοτε κάποιο φίλο ή συνάδελφο να φερθεί με τέτοια καλοσύνη, όπως ο αείμνηστος αυτός άνθρωπος.
μόνο κάποτε, τη δεκαετία του ενενήντα, είχα βοηθήσει μια κυρία στο πανεπιστήμιο. αυτή είχε συγκινηθεί, και μου είπε:
ξέρετε, τέτοια συμπεριφορά δεν μου έχει ξανατύχει εδω. 
δάκρυσε, κι έψαξε στην τσάντα της λέγοντας:
ξέρετε τι μου θυμήσατε τώρα; έναν άνθρωπο, που κάποτε είχα μελετήσει εκεί που ήταν αυτός πρόξενος, και κουβαλώ μια φοιτητική βεβαίωση που έχει υπογράψει -και βέβαια σωστά καταλάβατε, η κυρία έβγαλε από την τσάντα της ένα έγγραφο με συγκινησιακή αξία, ήταν υπογραγραμμένο από τον κύριο Λόυξ...
τι να πεις τώρα, τι άλλο παρά μόνο ότι είσαι φτωχός μα στο καπελάκι της ζωής που έχεις μπροστά σου πέφτει η ελεημοσύνη του Θεού και των ανθρώπων τόσο πολύ, τόσο όμορφα, τόσο διδακτικά.
μετά από τέτοια, όλα είναι λίγα.


1971. Βέλγιο, IV

να λοιπόν, που βρέθηκα σε γαλλόφωνο σχολείο, σε τάξη που θεωρούσα ότι έπρεπε να πάω. οι δυσκολίες ήταν αρκετές, και παντός τύπου: τα βιβλία δεν είναι δωρεάν στο βέλγιο. οι μαθητές εκεί εξασφαλίζουν αγορά σε τιμή εξευτελιστική τα βιβλία των μαθητών που τελείωσαν την τάξη όπου θα πάνε αυτοί. εγώ όμως, που είχα φτάσει ένα-ενάμισυ μήνα αργότερα στο σχολείο, δεν είχα, ούτε ήξερα αυτή τη δυνατότητα. τα βιβλία της δευτεροβάθμιας μας φάνηκαν πανάκριβα. αφού δεν μπορούσαμε να τα αγοράσουμε όλα, κι αφού εγώ είχα την πρακτική του 'βιβλιοθήκη' (η πρακτική του 'βιβλιοθήκη' είναι, πχ, η συνήθεια που είχα αποκτήσει ήδη στο ατίνα, από τα 14, να μπαίνω σε δημόσιες βιβλιοθήκες και να βρίσκω ό,τι πέσει μπροστά μου, έτσι έχω ακόμη ένα αγαπημένο τετράδιο με αντιγραμμένο όλο τον εθνικό ύμνο στις πρώτες είκοσι σελίδες, και δε θυμάμαι ποια συλλογή του σαχτούρη, στις υπόλοιπες -ο συνδυασμός φανέρωνε ότι οι επιλογές ήταν τυχαίες και γι' αυτό σπουδαίες-). η λουβαίν, φοιτητούπολη, ήταν γεμάτη βιβλιοθήκες. έτσι, στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών που κάναμε σοφοκλή και όμηρο, δεν αγόρασα βιβλία, σκόπευα να αντιγράψω τα κείμενα από βιβλιοθήκες, φτωχοί γαρ ήμασταν όντως, και μάλιστα για τρία άτομα που δεν εργάζονταν στο βέλγιο, και περίμεναν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου να κάνει 2 και 3 δουλειές για να μας στέλνει από την ελλάδα χρήματα.
οι βιβλιοθήκες είχαν κάτι μαγικό παντού για μένα.
κι έτσι αποφάσισα πως θα πάω πανεπιστήμιο για να έχω ευκολότερη πρόσβαση στο μαγικό κόσμο τους, πιο νωρίς από τα 18 μου. κι αφού, ένα μήνα πριν, είχα καταφέρει εντελώς μόνη μου, να πάρω ένα 'μαγικό' χαρτάκι από δεν ξέρω ποιον από το υπουργείο παιδείας του βελγίου που έλεγε 'η δεσποινίς κονδύλη μπορεί να πάει σε όποια τάξη του σχολείου επιλέξει η ίδια', σκέφτηκα ότι θα πάω να γραφτώ στο πανεπ, στα 16 μου, και θα τελειώνω και το σχολείο, και θα κάνω και τον κόκκορα στο πανεπ. χα χα χα, για ποια περνιόμουνα ή περνιέμαι...
είχε όμως απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα αυτό που ζητούσα: με είχαν ξεριζώσει από τον κόσμο μου, τις συμμαθήτριές μου, την πόλη μου, τη γλώσσα μου, κι είχα βρεθεί σ' ένα σχολείο όπου δεν είχα καμιά επαφή με συμμαθητές, βαριόντουσαν ν'ασχοληθούν μ΄ένα κομπλεξικό περίεργο άτομο που πρέπει να του πεις δυο και τρεις φορές κάτι για να καταλάβει (γιατί είπαμε, και μέχρι τώρα, η σχέση μου με προφορικό λόγο σε οποιαδήποτε γλώσσα είναι περίεργη έως αδύνατη). τώρα βέβαια τα γαλλικά είναι η δεύτερη γλώσσα μου, μη σας πω και η πρώτη μερικές φορές. τότε όμως; μπορεί να είχα διαβάσει σχεδόν ολόκληρη μια επιτομή γαλλικής λογοτεχνίας από το πρωτότυπο, όμως δεν μπορούσα να μιλήσω σχεδόν καθόλου, γιατί δεν μου ήταν δυνατόν να ακούσω καθαρά τι  μου έλεγαν. αφού λοιπόν ήμουν περιθώριο στο σχολείο, ήταν ασυνείδητα πολύ λογικό να επιδιώξω να βρω ένα άλλο περιβάλλον, που ενδεχομένως, να με κάλυπτε σε κάτι.
να μαι λοιπόν, μόνη μου τετάρτη μεσημέρι, στο πανεπ.
(τετάρτη μεσημέρι, γιατί όπως γνωρίζετε τις τετάρτες το σχολείο τελείωνε κάπου στις 12.)
γραμματεία ξένων φοιτητών, διευθυντής, ντ'υντεκέμ, φαντάζομαι έχει πεθάνει τώρα, ένας ευγενέστατος άνθρωπος.
το πρώτο πράγμα που του είπα ήταν η ...συστατική μου παρουσία: ο αδελφός μου ήταν φοιτητής της ιατρικής εκεί!
χαμογελούσε πάντα -ας δικιολογήσω ίσως έτσι τον τρόπο που με κοίταζε, ως ένα πολύ περίεργο μυρμήγκι και τι να θέλει αυτό-
του είπα εν ολίγοις ότι θέλω να γραφτώ στο πανεπιστήμιο, θα παρακολουθώ τα σχολικά μαθήματα για να τελειώσω το λύκειο, αλλά, αν γραφόμουν στο πανεπ,
α' θα είχα φοιτητικό εισητήριο για να πηγαίνω στην πατρίδα μου
β' θα είχα πρόσβαση στις βιβλιοθήκες του πανεπιστημίου
γ' κατόπιν συνεννόησης με καθηγητές που θα με δέχονταν στο μάθημά τους εάν αυτό ήταν δυνατόν από άποψη ωρών (δλδ μετά τις 4 το απόγευμα που τελείωνε στο σχολείο), θα μπορούσα να μάθω πράγματα που μου λείπουν και με ενδιαφέρουν.
μη σας τα πολυλογώ, δεν τα θυμάμαι και καλά όλα, θυμάμαι μόνο ότι έλεγε 'γουελ γουελ γουέλ' ενώ δε μιλούσαμε αγγλικά, δεν αποκλείεται να με κορόϊδευε για το θράσος μου...
όμως μετά τη συνομιλία μας, εγώ περίμενα και προσευχόμουν μόνη μου στις τεράστιες 'αλ' του μεσαιωνικού πανεπιστημίου, με τις κολόνες και τα σκαλοπάτια.
:)
επέστρεψα σπίτι μου ευτυχισμένη. ίσως έχω ακόμη αυτή την πανέμορφη φοιτητική ταυτότητα με μια παιδική φατσούλα από τις φωτο που είχαμε από ελλάδα...
τι να καταλάβει κι η δόλια η μάνα μου... τα γεγονότα φαίνονταν να την ξεπερνούν, καθόλου άσχημα όμως!
έτσι έγινα ερμής! φτερά στα πόδια! το πρωί σχολείο, το μεσημέρι σουλάτσο στα δάση, παλάτια, νεκροταφεία, ό,τι φανταζόσαστε γύρω από τη μικρή μεσαιωνική πόλη, μιας και το φαγάκι μου δεν το έτρωγα σχολείο, το σχολείο νόμιζε ότι πήγαινα στη μαμά μου, η μαμά μου πίστευε ότι έμενα σχολείο :) πήγαινα λοιπόν όπου μου άρεσε, σουλάτσαρα και πάντα με γρήγορο βήμα για να προλαβαίνω να κάνω πιο πολλά πράγματα σε λίγο χρόνο, έτρωγα τις 'ταρτίνες' που μου έβαζε η μαμά για το σχολείο όπου ήθελα, γυρνούσα σχολείο για τα απογευματινά μαθήματα, και μετά, γύρω στις 4 και κάτι, βουρ για το σπίτι: φαγητό και φευγιό στο πανεπιστήμιο. θαύμαζα και κάτι περίεργα άσπρα χαρτιά Α3 για 'κονφεράνς'. τι ενδιαφέροντα θέματα!
ένα από το πρώτα ήταν για ένα θέμα που μου άρεσε πολύ πολύ και που λεγόταν 'φιλοσοφία', κι εγώ που περνιόμουνα για σπουδαία επειδή δεν ήμουν τίποτα, θεωρούσα ότι έπρεπε να μου αρέσει.
να λοιπόν που έμπαινα στον ωραίο κήπο με τα χαλίκια στις αλλέες, ανέβαινα στα σκαλάκια που βλέπετε στο βάθος, η πόρτα έτριζε, κι εγώ έμπαινα σ' ένα κόσμο όπου κανείς δεν μπορούσε να με πει παρείσακτη, αλλά σίγουρα κανείς δεν είχε και σχέση μαζί μου, αν αυτή δεν χτιζόταν έτσι, και για το γούστο των δυο μας!
έτσι άρχισα να έχω επαφή με ανθρώπους που δεν σνόμπαραν.
με ανθρώπους που βοηθούσαν.
σ'ένα λοιπόν από τα Α3 χαρτάκια στον τοίχο, έλεγε Levinas. σιγά μη και τον ήξερα! όμως έλεγε κάτι για μια σειρά μαθημάτων. κι εγώ βρέθηκα εντελώς ψαρωτικά, να παρακολουθώ μαθήματα αυτού του μεγάλου φιλοσόφου, που ερχόταν από το παρίσι κάθε βδομάδα. αυτός έκανε μια διάλεξη, οι περισσότεροι ακροατές ήταν καθηγητές, υπήρχαν και λίγοι φοιτητές, υπήρχα κι εγώ που δε με γνώριζε φυσικά ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μου!
φυσικά και δεν καταλάβαινα όλα όσα έλεγε ο λεβινάς!
http://en.wikipedia.org/wiki/Emmanuel_Levinas
όμως συλλάμβανα κάτι ομορφιές! πράματα που με θάμπωναν, και μπορούσα να καταλάβω. έτσι, και μέσα από τις κουβέντες που ακολουθούσαν, άκουγα φυσικά για διάφορα ρεύματα, ανθρώπους, κλπ, κι έβλεπα και κάτι άλλο: πόσο ζωντανοί ήταν οι πρόγονοί μου. οι γονείς μου στη γλώσσα. ο σωκράτης, ο πλάτωνας, οι νεοπλατωνικοί, κλπ κλπ κλπ.
ήμουνα πια δεκτή σε οποιαδήποτε πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη. περνούσα ώρες χαζεύοντας!
αυτές οι 'ώρες χαζεύοντας' ήταν η καλύτερη παιδαγωγική μέθοδος που γνωρίζω.
γιατί, όταν στα 18 βρέθηκα στη φιλολογία, δεν είχα πρόβλημα να ξέρω πώς έγραφαν γαλλικά τον 17ο αιώνα. οι γαλλόφωνοι συμφοιτητές μου τα μάθαιναν με απέχθεια, εγώ τα είχα μάθει γιατί άνοιγα ό,τι βιβλίο μου έπεφτε στο χέρι από το χάζεμα (σκεφτείτε βέβαια και δώστε στη λέξη χάζεμα μια άλλη έννοια), ήξερα μέσες άκρες τι είναι 'πηγές', τί είναι 'αννάλ', τι είναι 'εντισιόν αλμπίν', τι είναι 'πατρολογία γρέκα, πατρολογία λατίνα, πατρολογία οριεντάλις', βλέπεις αυτά, οι λεγόμενες πηγές και ανάλ, τα είχαν στα μπαλκόνια της μεγάλης αίθουσας της κεντρικής βιβλιοθήκης, κι εγώ ανέβαινα εκεί και χάζευα τους κάτω, αλλά και άνοιγα ό,τι βιβλίο μου έπεφτε στο χέρι...
από το χάζεμα προέκυπταν και κάποιες συνδέσεις. έτσι έμαθα, 'εντισιόν αλμπίν', αίθουσα πολυτίμων εκδόσεων, συζητήσεις με τους ελάχιστους καθηγητές που βρίσκονταν εκεί και θεωρούσαν πολυ περίεργη την παρουσία μου.
έτσι γνώρισα τον πουγιάρ, αιωνία του η μνήμη, μπαμπά της ιζαμπέλ της συμμαθήτριάς μου, καθηγητή γαλλικής λογοτεχνίας ειδικευμένο στον ρομαντισμό, και δυο χρόνια αργότερα καθηγητή μου. αυτός καθόταν με τις ώρες να μου μιλάει. μου είχε δώσει το ελεύθερο να χτυπώ την πόρτα του γραφείου του, και με κράταγε να μου μιλά για βιβλία. ομολογουμένως τον είχα εντυπωσιάσει από ό,τι τολμώ να καταλάβω τώρα, γιατί είχα διαβάσει, ανοίξει, φυλλομετρήσει, ακούσει, πολλά και διάφορα.
τι ωραίο που είναι αυτό το 'πολλά και διάφορα'!
σου επιτρέπει να ξέρεις ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται, αλλά δεν πειράζει! αφού αυτά είναι τόσο πολλά, φυσικό είναι εσύ να μην ξέρεις τίποτα.
είναι μια μορφή ευτυχίας.
κι εγώ είχα πολλές ώρες ευτυχίας.


Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

τυχαία τριλογία


803
Σου βγάζω έξω πάλι
Τον έρωτα στα χιόνια
Θυμάμαι γραμματεία στο δρόμο του δάσους
Παράθυρο στο χιόνι.
Θυμάμαι χρόνια παιδικά που είχαν ξεχαστεί στην άδολη ζωή, όντως μεγάλη.
Παιδικό πανσέληνο ανεπιτήδευτο ξένο πρόσωπο πλέον.

Τώρα η ανησυχία του θανάτου γυροφέρνει.
Κάθε τι τελειώνει

βρίσκει χόβολη ζεστή για ν’ ακουμπά
Το πέρασμα
Το σωστό
Το λάθος
Μια ζεστή, γοητευτική οπή ανάμεσα στον πόνο και την πραγματικότητα όπου όλα γλυστρούν.

2009-12-22
804
Η πιο ωραία ώρα είναι τώρα
Που είναι το τέλος σφηνωμένο στο μυαλό
Ένας ιστός
Ένα βέλος
Ένας οδηγός σε έρημο τρένο με πεθυμιές που σκαλώνουν στις ράγιες του ουρανού
Ο ουρανός,
Μόνος, πάνω μας
Κι αυτός σιγοψιθυρίζει στις σκάλες
Κατεβαίνοντας στον τάφο

Όπου όλοι θα πάρουμε μια στάλα δροσιά μέσα στο κλειστό στόμα
Και ποίμα
Και δίψα
Και πείνα
Και ντροπή
Και θάνατος ό,τι δεν πραλάβαμε να πούμε.

2009-12-22
805
Χόρτασε χρυσό το αχόρταγό μου μάτι
Στο δάχτυλο περασμένη η περιουσία του λαού μου
Και μια σκανδάλη.
Στα χέρια η λάσπη, το μιστρί και μια παγόδα
Μ’ αστραφτερή τη στέγη.
Τα πόδια μου δεμένα, στη μουσκεμένη κλίνη
Τα χέρια μου δεμένα στην πλάτη του χρυσού,
Χαρίζω
χάδι στην πλούσια σοδειά μου
Στα γόνατα νερά έχουν φτάσει οι πόνοι βρίσκουν ρίζες
Μια χούφτα με διαμάντια από τις μνήμες
Και ροζιασμένα κούτελα που έχουν χτυπήσει πόρτες και παραθύρια σιωπής, διαμάντια και ζαφείρια σε μάτια των περαστικών μέσα σε όνειρα στα κέντρα της αθήνας
Ομόνοια, συμπόνοια, ζαχαροπλαστείον πίκολον
Τόσο μικρό όσο η αναμονή του φτωχού στη στάση
απέξω λεωφορείον ο πόθος «τρείς γέφυρες-ομόνοια», με τις ίδιες υγρές φωνές που δε μιλούσαν, κραύγαζαν της εφηβείας την καταπίεση, της νιότης τα δεσμά τα ντροπιασμένα, και του μεσόκοπου τα υγρά στο βρωμερό το παντελόνι κολλημένο στ’ άγουρα χρόνια ενός εφήβου
μεταλλικές οι στάσεις όπου κατέβαινες της ηδονής τα δέντρα.
τώρα
Μου θες στα δάχτυλα να κροταλίζει χρήμα
Μέτρα,
Στα ξώθυρα των στάσιμων αναπαμένους θανάτους
Πόσους έζησες, πόσους πόθησες, και πόσοι θάνατοι ήρθαν έτσι, δωρεάν.
Στην παγόδα,
Στην κορφή,
Η λύτρωση
Στάζει όντως θανάτους και φεγγοβολά μικρά διαμαντάκια
Κι εγώ
Κινέζα με δεμένα πόδια
Μ’ αλυσοδεμένα χέρια
Και μάνα
Μαζεύω,
Σκύβαλα.

Ας είναι σκύβαλα. Άλλο το χρήμα,
κι άλλο η ελευθερία.

2009-12-26


ελένη κονδύλη

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

μερικά διδάγματα.1.

τότε βέβαια δεν είναι τώρα. θυμηθείτε αυτή την κουβέντα.

το απολυτήριο του σχολείου μου ήταν ένα χαρτάκι κατά κυριολεξία. εγώ που είχα μάθει στο ελλάντα ότι κάθε απολυτήριο το κόλλαγες στον τοίχο, μου φαινόταν πολύ περίεργο.
με ταρακούνησε για να μη δίνω σημασία σε κανένα έγγραφο αναλόγως μεγέθους, και σε καμιά προσωπικότητα αναλόγως ύφους. μεγάλο δίδαγμα αυτό.
για τη διαφορά και μάλιστα την αντίθεση μεταξύ ύφους και ήθους διδάχτηκα και μέσα στο σχολείο και εκτός.
η γραμμή που τα ξεχωρίζει αυτά τα δυο είναι η ευγένεια. ο απαράβατος αυτός κανόνας που λέγεται 'πολιτές' στα γαλλικά, και που είναι ο μοχλός: αν έχεις ευγένεια και φέρεσαι πάντα ευγενικά, δεν έχεις ύφος. όταν έχεις ύφος, όποιος και να είσαι, είσαι ένας μαλάκας ψεύτης, ένας φτωχός και κακομοίρης μαλάκας που κάτι προσπαθείς που δεν είναι αληθινό. για το λόγο αυτό βέβαια, δεν έχεις ήθος. απλό, έτσι δεν είναι;
αργότερα, όταν έβλεπα να ανεβαίνουν στο βήμα σοφοί άνθρωποι, και να μη τους ενδιαφέρει η διαφορά ανάμεσα στον έναν που φόραγε παπιόν και το διπλανό του που φόραγε τι-σορτ κοντομάνικο απέξω και μακρυμάνικο από μέσα, και που μιλούσαν και μας διαφώτιζαν για χίλια δυο, καταλάβαινα ότι αυτό είναι μια προσωπική διαφορετική ματιά στα πράγματα.
η ευγένεια δεν καλλιεργούσε μόνο το ήθος, αλλά έκανε τη διαφορά και με τη βαρβαρότητα. υπήρχε βαρβαρότητα, και προφανώς υπάρχει και ακόμη βαρβαρότητα στη βελγική κοινωνία, να σας φέρω κάποια παραδείγματα:
1. συμμαθήτρια στο σχολείο ρωτάει τη διπλανή της ποιο χρώμα της αρέσει. κάποια άλλη συμμαθήτρια λέει 'εμένα μου αρέσει το τάδε'. η πρώτη γυρνά προς αυτήν και λέει: 'μα, πώς ανακατεύεσαι;'
2. νοσοκομειακό αυτοκίνητο περνά από έναν δρόμο όπου ένας μαροκινός χτυπά ανηλεώς τη γυναίκα του, που προσπαθεί να ξεφύγει, και πέφτει στη μέση του δρόμου. το νοσοκομειακό σταματά να μην την πατήσει, ο άντρας της την πιάνει, συνεχίζει να τη δέρνει αγριεμένος, και το νοσοκομειακό προσπερνά!!!
στην ευγένεια, υπήρχε μια σαφής διαφορά: μάθαινες να έχεις τρόπους που είχαν πραγματικό αντίκτυπο μέσα σου.
μάθαινα κι εγώ τρόπους.
όταν βλέπαμε κάποιον στο διάδρομο -που ήταν το νυφοπάζαρο του σχολείου- πάντα χαιρετούσαμε.
ποτέ σκέτο 'μπονζούρ', πάντα 'μαντάμ, μεσιέ' σκέτο, ή 'μπονζούρ μαντάμ', 'μπονζούρ μεσιέ'.
σε κάποια φάση, δε θυμάμαι ποια τάξη ήμουν, περνούσε η μαντάμ κλού, καθηγήτρια ιστορίας από το διάδρομο. με κοιτά, την κοιτώ, και της λέω: 'μπονζούρ μαντάμ'. μου απαντά: 'μπονζούρ ελενά' (γελάω ακόμη που το σκέφτομαι, τώρα στα πενήντα φεύγα). αυτό επαναλήφθηκε τουλάχιστον 6-7 φορές σε διάστημα εικοσάλεπτου διαλείμματος! η αντίδραση ήταν πάντα η ίδια και από μεριάς μου και από μεριάς της. στο ίδιο διάλειμμα 2-3 φορές πέρασε και η αγγλικού. στο τέλος ήρθαν και οι δυο γελώντας και μου είπαν πως είχαν βάλει στοίχημα για τους κανόνες ευγένειας. η μαντάμ καλού κέρδισε το στοίχημα, γιατί χαιρετούσα πάντα με τον ίδιο τρόπο, κλπ κλπ. χα χα χα...

η μαντάμ κλού είχε πολύ πλάκα, ήταν ευγενέστατη, ήταν η καθηγήτρια σύγχρονης ιστορίας, δίδασκε τους παγκόσμιους πολέμους και εξηγούσε στο καθολικό σχολείο που είμαστε και όπου πολλοί έφριτταν, τι σήμαινε και πώς γινόντουσαν οι βιασμοί!!! μερικά παιδιά τύπου 'γκαρίτ', δεν άντεχαν. τότε η μαντάμ καλού ρωτούσε με αφέλεια: 'πώς, νταμιέν, δεν τα έχετε φανταστεί αυτά; κι όμως, συμβαίνουν, δεν καταλαβαίνω πώς σας σοκάρουν τόσο!'
γιατί άραγε ήταν τόσο προκλητική η μαντάμ καλού;
το έμαθα χρόνια αργότερα, όταν είχα φύγει από το σχολείο.
η μαντάμ κλού και η μαντάμ μανέ, καθηγήτριες στο σχολείο μας, ήταν παντρεμένες με δυο καθηγητές του καθολικού πανεπιστημίου. κι όταν είσαι καθολικός, και μάλιστα τότε και μάλιστα στο βέλγιο, διαζύγιο γιοκ! ε λοιπόν, και οι δυο πανεπιστημιακοί βρήκαν δύο ωραίες φοιτήτριες, τις πήραν και πήγαν να συνεχίσουν καριέρα σε πανεπιστήμια του καναδά.
οι καθηγήτριες έμειναν στο σχολικό και πανεπιστημιακό περιβάλλον. η πρώτη αντιμετώπιζε πολύ έξω καρδιά την κατάσταση.
η δεύτερη, η μαντάμ μανέ, ήταν καθηγήτρια κλασικών, δλδ ελληνικά και λατινικά. η ευγένειά της ήταν όντως υπέροχη.
αυτή, βλέποντας τη μοναξιά μου, και με την μεγάλη αγάπη που είχε για την ελληνική λογοτεχνία -σοφοκλής και όμηρος κυρίως- αγαπούσε κι εμένα που ήμουν ελληνίδα.
στο τέλος της χρονιάς με ρώτησε αν θα πάμε στην ελλάδα, πότε, κλπ. όταν έμαθε πως θα είναι η πρώτη φορά που θα ταξιδέψουμε με αεροπλάνο η μαμά, ο αδελφός μου κι εγώ, μου είπε:
πείτε στη μαμά σας, και δε θέλω αντιρρήσεις, ότι θα έρθω την τάδε ώρα με το αυτοκίνητό μου και θα πάμε μαζί στο αεροδρόμιο...
ήρθε στο σπίτι μας, δεν ανέβηκε επάνω, περίμενε, φορτώσαμε, μας πήγε στο αεροδρόμιο κι έμεινε μέχρι να τελειώσουν όλες οι διαδικασίες. γυρνώντας σε κάποια φάση να τη δω, τη βλέπω να μας περιμένει σε ένα πάγκο. πιο σκοτεινά, πιο λυπημένα, πιο θλιμμένα μάτια δεν είχα ξαναδεί ποτέ!!!
απόρησα, γιατί δεν ήξερα τίποτε από τη ζωή της.
χρόνια μετά έμαθα την εγκατάλειψη, και πως αυτή, για να μην πληγώσει τα παιδιά της, κράτησε το επίθετο του συζύγου της, κι αυτό την πλήγωνε καθημερινά...
έτσι γνώρισα και ήρωες!
-όλοι μας γνωρίζουμε ήρωες, αλλά μερικές φορές δεν το ξέρουμε. η ευγένεια βοηθά στην αναγνώριση, γιατί σε κάνει πιο υπομονετικό.
έτσι όταν ανέχτηκα το βρισίδι από μια φοιτήτρια, έμαθα τι σημαίνει ηρωίδα και τι σημαίνει ευγένεια...
κι αργότερα, αυτή τη δεκαετία, η αείμνηστη μαργαρίτα δαλμάτη, κορυφαία προσωπικότητα, είπε στον αγαπημένο της ταρζάν, τον θωμά τον καραχάλιο τον τσεμπαλίστα: 'άμα γνωρίζεις την ελένη, τότε και ο πιο ευγενικός άνθρωπος του κόσμου σου φαίνεται γαϊδούρι'... αχ, αχ... πού να είναι η αλήθεια και πού το ψέμμα... μπορεί εγώ μεν να λέω αλήθεια, αλλά η αλήθεια πού να βρίσκεται; στην πραγματικότητα ή στην επιείκεια μιας μεγαλειώδους ψυχής όπως η μαργαρίτα δαλμάτη;
έχω κι άλλα να γράψω, αλλά τώρα θα παω στη λαϊκή. καλημέρα σας.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

1971. βέλγιο, ΙΙΙ.

να λοιπόν που βρήκα σχολείο.
το πρόβλημα όμως παρουσιάστηκε ήδη τη δεύτερη μέρα.
επειδή πάντα είχα πρόβλημα με τις γλώσσες, κι έχω ακόμη, διάβαζα μεν γαλλικά, αλλά ομιλία γιοκ -περίπου! δύσκολα. κυρίως δεν καταλάβαινα εύκολα τα προφορικά.
έτσι, εντελώς απόλυτα, η διεύθυνση του σχολείου αποφάσισε να με κατεβάσει μία τάξη, ώστε, σύμφωνα με αυτούς, να τα καταφέρω πρώτα με τη γλώσσα και μετά με τα υπόλοιπα. η μητέρα μου που της το μετέφρασα, συμφώνησε απολύτως μαζί τους. η σκέψη της ήταν να με προφυλάξει από την πολλή κούραση.
επαναστάτησα.
μια ζωή άκουγα ότι έπρεπε να με κρατήσουν από το σχολείο 'γιατί κουραζόμουν', να με πάνε μια τάξη κάτω, πάνω, δεξιά, αριστερά, δεν ξέρω τι, κάτι δεν έστρωνε μαζί μου. έτσι και στην ελλάδα άκουγα το τροπάριο αυτό. πάντα γινόμουν έξαλλη όταν το άκουγα.
και τώρα αποφάσισα ότι όχι, αυτό είναι άδικο. αρκετά! με είχαν πάρει από τις φίλες μου, το σχολειάκι μου (στο αρσάκειο πήγαινα στην αθήνα), τις εκθέσεις μου, την πόλη μου, και θα με κατέβαζαν και μια τάξη! ε, όχι!
(τα έχω ξαναγράψει βέβαια αυτά, αλλά δε με νοιάζει, τα ξαναγράφω, τι σόι απελευθέρωση θα ήταν το γράψιμο αν δε γράφεις ό,τι θες;)
κι επειδή δεν έβρισκα το δίκιο μου πουθενά, τώρα, αποφάσισα να πάω στον υπουργό παιδείας του βελγίου να του πω: δε μαθαίνουν περισσότερα γαλλικά σε μια τάξη λιγότερο, το ίδιο θεωρούνται ότι τα ξέρεις. ας μείνω λοιπόν στην τάξη που μου ταιριάζει, δηλαδή τη β' λυκείου, κι αν δεν τα καταφέρω, τότε θα επαναλάβω την τάξη, και θα γίνει αυτό που έχουν προτείνει. άδικο είναι όμως, ντε φάκτο να πάω μια τάξη λιγότερο...
δεν πήγα λοιπόν σχολείο την επομένη.
πήρα τη μαμά μου από τη λουβαίν, και φτάσαμε στο σταθμό του βορρά, στις βρυξέλλες. εκεί ρωτήσαμε πού είναι το υπουργείο παιδείας.
ήταν οδός τάδε, σταθμός 'λουξεμπούρ'. εντυπωσιάστηκα τρομερά, γιατί για μένα το 'λουξεμβούργο' ήταν άλλο κράτος!!! πώς ήταν δυνατόν το υπουργείο παιδείας του βελγίου να βρίσκεται στο λουξεμβούργο; τι τρέχει μ' αυτούς τους βέλγους; (χα χαχα). τότε δεν ήξερα ότι 'λουξεμπούργκ' ήταν μια στάση του μετρό σε κεντρικό σημείο, τόσο στις βρυξέλλες, όσο και στο παρίσι...
η καημένη, τόσα ήξερα.
τέλος πάντων, βρεθήκαμε στο υπουργείο παιδείας.
το τροπάριό μου, το επιχειρηματολόγιό μου, το είπα σε χίλιους δυο: από το θυρωρό που δεν ήθελε να μας αφήσει να περάσουμε, μέχρι ενδιάμεσες κυρίες. μέχρις ότου, από ένα γραφείο κλειστό, ξεπρόβαλε κατόπιν πρότερων συνεννοήσεων ένας κύριος, πολύ χαμογελαστός, ο οποίος μου έσφιξε το χέρι και μου έδωσε ένα μπιλιετάκι για το σχολείο μου, όπου έλεγε: "η δεσποινίς ελένη κονδύλη μπορεί να εγγραφεί σε όποια τάξη θέλει η ίδια!' και διάφορα άλλα μπλα μπλα.
αυτό ήταν ένα πραγματικό τρόπαιο που δεν περίμενε κανείς άλλος εκτός από μένα.
πήγα την άλλη μέρα σχολείο, έδωσα το χαρτάκι, εκνεύρισα λίγο την σερ ανιές τη διευθύντρια, με ρώτησε λίγο ειρωνικά σε ποια τάξη θέλω να μπω, κι εγώ της είπα τα ίδια επιχειρήματα, κι ακόμη της είπα ότι δε ζητάω τίποτε άλλο εκτός από αυτό που πρέπει να κάνω...
κατέληξα στην τάξη μου και δεν άλλαξα τάξη, ούτε 'έμεινα'....
μερικούς μήνες μετά, πυρετός! σαράντα ακατέβατο! και στο κεφάλι μου, που πήγαινε να σπάσει από τους πόνους, ένα ρήμα που δεν ήθελε να βγεί, και επαναλαμβανόταν διαρκώς: ιχ μπιν, ντου μπιστ, ερ ιστ, και πάλι από την αρχή...
όντως, εκτός από τα γαλλικά στο σχολείο, είχα να κάνω και 'τεμ' στα λατινικά, δλδ ένα γαλλικό απόσπασμα να το μεταφράζω λατινικά, είχα και τα φλαμανδικά, από τα οποία ευτυχώς με είχαν απαλλάξει, είχα τα αγγλικά, είχα και τα γερμανικά, που έβλεπα για πρώτη φορά περίπου, κι έπρεπε μόνη μου να αναπληρώσω τα κενά. υπερκόπωση.
δε βαριέσαι, όλα περνάνε...
την καημένη τη μάνα μου όμως, όσο το σκέπτομαι...
και κάτι άλλο: έγραφα στις φίλες μου γράμματα στα ελληνικά. χωνόμουν κάτω από το τραπέζι, στο μοναδικό δωμάτιο όπου κατοικούσαμε, και προσπαθούσα να θυμηθώ πώς να γράψω το θ ή το φ, το τζ ή το τς, το ψ ή το χ, αυτά θυμάμαι τώρα. τη λέξη δυσλεξία βέβαια ούτε που την ήξερα. το πώς διορθώνω ακόμη και μέχρι σήμερα τις συλλαβές και τη σειρά των γραμμάτων σε μια λέξη, αφήστε, όλα μια τεχνική είναι...
τα πράγματα ήταν δύσκολα, αλλά είχα πάρει το πιο συναρπαστικό μάθημα της ζωής μου: ότι μια ζωή δεν φτάνει ποτέ και για τίποτε...
πώς ΌΛΑ μπορεί να αλλάζουν.
όλα φαίνονταν τελικώς εύκολα και συναρπαστικά.
έτσι σκαρφίστηκα κάτι: ας είμαι στην κανονική μου τάξη στο σχολείο, οκ. μήπως θα μπορούσα να πάω και πουθενά αλλού, αν το ζητούσα;

1971. άφιξη στο βέλγιο, ΙΙ.

σιγά σιγά καταλάβαμε.
2 γλώσσες το βέλγιο. και τρεις βάλε με τα γερμανικά εκεί στην άκρη της μεγάλης βελγίας, αλλά, άσε, πες 2. γαλλικά ήξερα μόνο, σε γαλλικό σχολείο έπρεπε να πάω.
η λουβαίν, φευ, δεν ήταν στη γαλλόφωνη πλευρά του βελγίου, το πανεπιστήμιο του αδελφού μου ήταν εκεί, τι θα κάναμε με το εκόλ σαν μισέλ, το σχολείο της μικρής;
δοκιμάσαμε να μεταγράψουμε τον αδελφό μου στις βρυξέλλες, στο ελεύθερο πανεπιστήμιο βρυξελλών -σιγά σιγά μάθαμε τι σημαίνουν απλά επίθετα όπως 'λίμπρ', 'κρετιέν', 'ντεμοκράτ', 'σοσιαλίστ', 'αλτερνατίφ', και άλλα εντυπωσιακά και στην ουσία παράλογα.
έπρεπε τέλος, αφού το πανεπιστήμιο δεν άλλαζε, και ο αδελφός μου εκεί θα σπούδαζε, στη λουβαίν, να φύγουμε από το καλούλι ξενοδοχειάκι 'ωραία ιταλία' στις βρυξέλλες, το οποίο λίγους μήνες αργότερα κάηκε με πολλά θύματα,
και να ψάξουμε για σπίτι και σχολείο στη λουβαίν.
βρήκαμε ένα σχετικά μ'εμάς πανάκριβο επιπλωμένο στούντιο: ένα χωλάκι με μια πόρτα βε σε μπάνιο, κι ένα δωμάτιο με μια εντοιχισμένη πλήρη κουζίνα, ένα τραπέζι, 2 καρέκλες, 2 πολυθρόνες κι ένα κρεβάτι.
η συχωρεμένη η μάνα μου ήταν πολύ νοικοκυρά. τη μέρα αυτό λειτουργούσε ως εξής: τραπεζαρία και γραφείο ήταν το τραπέζι. λίγο μακρόστενο, η μια μεριά του αντρέα, και η άλλη της ελένης. η μαμά, που είχε κι αυτή τη μανία του διαβάσματος, στην πολυθρόνα.
τη νύχτα, όλα κόλλαγαν στον τοίχο, απλωνόνταν κάτω ό,τι κουβέρτες, σλίπινμπαγκ κλπ είχαμε, και το μικρό στούντιο γινόταν κοιτώνας... όμορφα ήταν.
επιχείρηση σχολείο. ανεύρεση...
αδύνατον να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να μάθω φλαμανδικά και να γραφτώ σ'ένα από τα σχολεία της λουβαίν, αδύνατον να πηγαίνω σε άλλη πόλη για σχολείο.
με χίλια ζόρια, κάποιος μας είπε:
υπάρχει ένα και μοναδικό γαλλόφωνο σχολείο στη λουβαίν, το σχολείο για τα παιδιά των καθηγητών του γαλλόφωνου πανεπιστημίου. αλλά, εσάς, πώς να σας δεχτούν; δεν γίνεται...
το δε γίνεται για τους ξένους κι έρημους είναι 'ευ' ή μάλλον 'δυσ' φημισμός.
το τρίο 'μαμά-αδελφός-αδελφή' έφτασε στο εβερλέ, το χωριό-προάστειο της λουβαίν. μέσα σε ένα μεγάλο συγκρότημα, στην άκρη, βρισκόταν το 'λυσέ βίργκο σάπιενς'. γαλλόφωνο σχολείο.
εκεί, επίσης, δεν είχαν καμιά αντίρρηση να με εγγράψουν. δεν είχα μπαμπά στο βέλγιο, ούτε καθηγητή πανεπιστημίου. ε, η πατέντα ήταν απλή: ο 18χρονος αδελφός μου, φοιτητής, θα γινόταν ο κηδεμόνας μου, κι έτσι θα γραφόμουν στο σχολείο του πανεπιστημίου.
απλό και βελγικό, και έγινε αμέσως.
το σχολείο ήταν πρότυπο 'εκόλ ντ'απλικασιόν', αν το κατάλαβα καλά.
οι τάξεις είχαν το πολύ 18 παιδιά.
οι καθηγήτριες και οι καθηγητές ήταν μάλλον από τους πιο καλούς, αφού τα παιδιά που φοιτούσαν εκεί, εκτός από περιπτώσεις αρκετές αλλά λίγες, που ήταν παιδιά σαν κι εμένα, τα υπόλοιπα, οι γονείς τους ήταν καθηγητές σε ένα από τα πιο παραδοσιακά και αρχαία πανεπιστήμια της δυτικής ευρώπης.
η σνομπαρία βέβαια, σε μερικές περιπτώσεις, ήταν οικογενειακή υπόθεση. όταν η μαρί ντε μονπελιέ έλεγε: θα πάω σαββατοκύριακο στο παλάτι της γιαγιάς, εγώ γούρλωνα τα φτωχά μου μάτια.
υπήρχαν όμως και τα παιδιά των παιδιών του μάη του 68: έτσι η ιζαμπέλ, κόρη καθηγητή ιατρικής, γιατρός κι αυτή στη συνέχεια, ντυνόταν με τόσο φτωχό και περίεργο τρόπο που οι νέοι καθηγητές που έμπαιναν στην τάξη την έλεγαν 'μεσιέ'.
παρεπιπτόντως, το σχολείο είχε δημοτικό και δευτεροβάθμια. μόλις έμπαινες στην περίπου 'α' γυμνασίου, οι καθηγητές σου μιλούσαν πάντα στον πληθυντικό (καταλαβαίνετε τι τύψεις νιώθω τώρα που εγώ συνήθισα μετά από χρόνια και μιλάω ενικό στους φοιτητές μου).
υπήρχαν στο σχολείο και οι αριστοκράτες, οι πραγματικοί νόμπλ. τα παιδιά τους δε μιλούσαν ποτέ για παλάτια, έστω κι αν κατοικούσαν σε κάτι τέτοιο. ένα παράδειγμα, τα 5 ή 6 παιδιά του ρεκμάνς, κόμη, καθηγητή ισλαμικών νομικών δομών, αργότερα καθηγητή μου. ήμουν συμμαθήτρια με την κόρη του σοφί. η ευγένεια, η διακριτικότητα όλων των αδελφών ήταν αξιοθαύμαστη. και ο ρεκμάνς δεν ήταν καμιά αξία του πεταματού. θα γράψω άλλοτε γι' αυτόν.
υπήρχαν και τα καταπιεσμένα παιδιά ευγενών, όπως του γκαρίτ. παιδιά με αρχές, αλλά τόσο δύσκαμπτα... καλά παιδιά αλλά νόμιζες ότι κάποτε θα γίνουν σέριαλ κίλερ. τελικά μια χαρά οικογενειάρχες έγιναν, έτυχε και τους έβλεπα μετά.
η διευθύντρια του σχολείου ήταν η σερ ανιές, μοναχή ανονσιάντ, δλδ του ευαγγελισμού της θεοτόκου.
η μαμά μου σοκαρίστηκε που για πρώτη φορά θα πήγαινα σε 'μεικτό' σχολείο! η καλόγια όμως την καθησύχασε και της έδειξε το σταυρό που φορούσε.


1971. άφιξη στο βέλγιο...

έτος 1971. σεπτέμβριος 1971. βαλίτσες, τρένο, γύφτοι, μπανάνες, ελεγκτές, μετανάστες.
ξενοδοχείο 'νέα ιταλία', σταθμός βορρά, βρυξέλλες.
εκείνη είχε γεννηθεί το 1918.
ήταν 53 ετών, οικοκυρά. είχε τελειώσει το 'ελληνικό', δλδ είχε μια μέτρια μόρφωση των φτωχών της εποχής της.
μαζί της δυο παιδιά. ο ένας πρωτοετής της ιατρικής στο πανεπιστήμιο της λουβαίν, όλα κανονισμένα.
η άλλη, ούτε 16, αναγκαστικά εκεί, μαζί.
η εικόνα και η διαταγή ήταν σαφής, μήνες πριν, μπροστά στο νεροχύτη της κουζίνας: θα πας μαζί. δε θα αφήσεις το παιδί μόνο του βέβαια!
-ναι, αλλά τι θα κάνουμε με τη μικρή;
-μαζί θα την πάρετε.
η σύμπνοια ήταν απόλυτη μεταξύ τους.
σχολείο.
ποιο; τι; πού;
στην πλατεία μπροστά στο σταθμό περνούν χίλιοι δυο. η πενηντάχρονη που δεν ξέρει γαλλικά εκτός από αυτά που είχε κάνει στο σχολείο της, επιλέγει στο δρόμο μια κυρία.
όντως κυρία. είχε δίκιο.
τη σταματά, και διατάζει εμένα: θα της τα πεις όπως ακριβώς στα λέω εγώ:
σας σταμάτησα γιατί θέλω εσείς να μου πείτε. εσείς, γιατί εσάς έκρινα ότι μπορείτε να μας βοηθήσετε. αυτή η μικρή πρέπει να πάει σχολείο. θέλω να τη βάλλουμε σ'ένα καλό σχολείο, και στην αθήνα σε καλό σχολείο την είχαμε. τι λέτε;
η κυρία με το φουλάρι και το ξύπνιο βλέμμα έγραψε μια διεύθυνση και μας είπε:
έτσι όπως καταλαβαίνω, η μικρή θα πάει σε καθολικό σχολείο. τα καθολικά σχολεία είναι καλύτερα. το εκόλ σαίν μισέλ, αν την πάρουν, θα είναι πολύ καλα.
το ίδιο βράδυ μάθαμε πώς να πηγαίνουμε, και πού ήταν αυτό το σχολείο.
μόνο η θυρωρός ήταν εκεί, και μας είπε πως το σχολείο έχει αρχίσει εδώ κι ένα μήνα και, πως είναι δύσκολο, κλπ.
γυρνώντας με το τραμ, εγώ, με τη σιγουριά του ξένου, τα έψελνα στη μητέρα μου: πού με φέρατε; τι είναι αυτά; τι θα γίνει με μένα; κλπ κλπ
μια κυρία που ήταν ελληνίδα, παρακολουθούσε.
στο τέλος παίρνει το λόγο και λέει.
μην απογοητεύεσαι τόσο, αν κι η απογοήτευσή σου αυτή δείχνει ότι η μητέρα σου σε έχει μεγαλώσει πολύ σωστά. κλπ κλπ
αργότερα, την γνωρίσαμε για τα καλά αυτή την ελληνίδα. ήταν η καλοκάγαθη όλγα, που είχε την ελληνική εκπομπή στο ραδιόφωνο.
την άλλη μέρα το πρωί, είμαστε και πάλι στο σχολείο.
ελληνίδα; μα τι λετε! πολύ χαιρόμαστε που το σχολείο μας θα έχει μια ελληνίδα.
μπήκα στην τάξη.
όλος ο πίνακας έγραψε μια τεράστια λέξη: Bienvenue!
και τα παιδιά με ρωτούσαν: ελληνίδα! από την αθήνα; και μιλάς ελληνικά; τι ευτυχία! να μπορούσαμε...
η αυλή του σχολείου ήταν ένα δάσος.
το σχολείο ένα αριστουργηματικό μέρος. έμεινα εκεί 2 βδομάδες περίπου. μετά αλλάξαμε πόλη.

αιωνία της η μνήμη.

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

στην κόψη του ξυραφιού. ευγνωμοσύνη και καλοσύνη.

έχω ένα φάκελλο. στην απίστευτη ακαταστασία του γραφείου και του μυαλού μου, ανάμεσα σε ντάνες βιβλία, χαρτιά και υποχρεώσεις, ο φάκελλος, άδειος, δεν έχει χαθεί, κι ας φέρει ημερομηνία 15/4/2014. ο φάκελλος μου είναι καρφωμένος στο μυαλό μου και σκεφτόμουν τόσο καιρό τι να γράψω, πώς να το γράψω, και δούλευε μέσα μου η σκέψη σαν σαράκι σε ξύλο.
ξύλινο το κεφάλι μου.
ο φάκελλος γράφει διάφορα.
δε γράφει όμως όλα! μερικά τα ρούφηξα έτσι.
το ΦΙΛΊ, ας πούμε, σε κάποιον άνθρωπο που φοβάται το θάνατο, και ίσως είναι κοντά...
το φιλί, που δεν είναι υπηρεσιακό, που δεν είναι απαραίτητο, που ίσως δεν ενδείκνυται.
ΚΙ ΌΜΩΣ. ΑΥΤΌ ΤΟ ΦΙΛΊ ΕΊΝΑΙ ΟΜΑΔΙΚΟ.
είναι το φιλί της ζωής που πήρε η ξαδελφούλα μου από μια άλλη γυναίκα, που ανήκει στην ομάδα των γιατρών, του νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού του Ναυτικού Νοσοκομείου.
τι χρειάζεται αλήθεια κάποιος που μπαίνει στο νοσοκομείο γιατί έχει καρκίνο και προσπαθώντας να τον αντιμετωπίσουν, βρίσκουν και μερικά ανευρύσματα στον εγκέφαλο;
ακούγοντάς το έτσι, φαίνεται μοιραίο.
όπως και να είναι, ό,τι και να είναι, για ελάτε λίγο στη θέση του ανθρώπου που έχει λουστεί τη βρόχα του θανάτου και την αδιαφορία των γιατρών.
έτσι η ξαδελφούλα μου, σε πρώτη φάση, άκουσε τη γιατρό που έκανε τη βιοψία να της λέει στο τηλέφωνο:
-χαίρετε, η κυρία τάδε;
-μάλιστα.
-έχετε φάει;
-ναι, ό,τι απώσωνα, λέει χαμογελαστή εκείνη στο τηλέφωνο.
και η γιατρός, τότε, της λέει:
-α, τότε δε γίνεται τώρα η εξέταση που πρέπει να κάνουμε ακόμη. διαπιστώθηκε κακοήθεια κλπ κλπ. σας περιμένω λοιπόν αύριο.
κι έτσι η ξαδελφούλα έγινε ένας εμβρόντητος άνθρωπος.

άραγε, αυτή η γιατρός, έτσι θα το έλεγε σε κάποιον άνθρωπο δικό της;
η ξαδελφούλα είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμάς: έχει έγνοιες και παιδιά. περιορισμένα λεφτά που προορίζονται για κάπου πριν ακόμη τα κερδίσουμε.
σκεφτείτε πώς να ένιωσε εκείνη τη στιγμή...
άρχισε ένα πέλαγο κινήσεων, διαβουλεύσεων, σκέψεων, ανησυχιών, δυσκολιών....

και μέσα σ' αυτές τις στιγμές όπου ο τρόμος δουλεύει το υφάδι του και μεταβάλλει τον άνθρωπο σιγά σιγά σε τρομαγμένο άνθρωπο,

τότε, εμφανίστηκε το μεγαλείο της ζωής.
βρέθηκε σε ένα επιτελείο-σανίδα σωτηρίας.ΝΑΥΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ, από το διοικητή και το διοικητικό προσωπικό, τις νοσοκόμες τους γιατρούς με τον κύριο Στεφανίδη. Ανθρωποι, άνθρωποι, για μια φορά ο Διογένης θα έσβηνε το φαναράκι του.  ΆΝΘΡΩΠΟΙ.

για πολλούς λόγους είναι δύσκολο που και που να στέκεσαι άνθρωπος.
εκεί, όταν η ξαδέλφη μου μπήκε για νοσηλεία, όλοι της στάθηκαν με τέτοιο τρόπο, που έκαναν ανθρώπινη κάθε κίνηση μέσα στο φόβο του θανάτου, προσηνή, ανεκτή, θετική!
πήραν το φόβο της ξαδέλφης μου και τον έκαναν ελπίδα, με τις πράξεις τους, τα λόγια τους, στη συμπαράστασή τους, την αυτοθυσία τους.

το ευχαριστώ κυκλοφορεί στο αίμα της ξαδέλφης μου. κι αυτό το ευχαριστώ στους γιατρούς, στους νοσοκόμους/ες, στο διοικητικό προσωπικό, κάνει το αίμαι της ξαδελφούλας μου πιο δυνατό.

κι επειδή εγώ είμαι ένα γαϊδούρι και μισό, μόνο εδώ, γράφω για εκείνους....
και πρέπει να γράψω και για άλλους, γιατί
το καλό

όταν λέγεται, αυγαταίνει.
κι όταν το καλό αυγαταίνει, γυρίζει πάντα πρώτα σ' αυτούς που το έπραξαν. ας είναι ευλογημένοι.

 τώρα η ξαδελφούλα θα ξαναμπεί στο νοσοκομείο. σε άλλο νοσοκομείο αυτή τη φορά. ελπίζω και
προσεύχομαι  οι άνθρωποι. να είναι τόσο παρόντες, τόσο δυναμικοί, τόσο σωστοί, όσο μας έδειξαν σε όλη την οικογένεια.κι έχει ο θεός για τη συνέχεια.