Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

γηρατειά

... ήρθαν στην πόρτα μου να με συλλυπηθούν
ή κάπως έτσι το έλεγε ένας παλιός, πολύ παλιός, άραβας ποιητής, ο αμπού ταμάμ.
χτες μπήκα στο μετρό.
στην απέναντι πλευρά από μένα, πέρα από το διάδρομο
ένα πρόσωπο
ρούχο μαύρο παντού
μαλλιά λευκά, φυσικά λευκά, μαζεμένα πίσω
καμπούρα ίσως, μιας και η κλίση του θώρακα μαρτυρούσε χρόνια.
χρόνια μαρτυρούσαν όλα αυτά που σας είπα μέχρι τώρα: ρούχα, μαλλιά, γυρτές ωμοπλάτες...
παρέλειψα να σας πω και ρυτίδες.
ρυτίδες, ναι, αρκετές.

όμως,
τι μάτια ήταν αυτά θεούλη μου!
σ' ένα σοβαρό πρόσωπο, κάτι μάτια σπινθηροβόλα.
τέτοια μάτια...
δεν έδειχναν τίποτα, παρεκτός αυτό που ήταν: ήταν μάτια εφήβου ξεχασμένα σ' ένα σακούλι-σώμα γερασμένο, μα
το πρόσωπο
ήταν σαν ένα κοριτσάκι!
κοίταζα αυτή την ηλικιωμένη που είχε καταφέρει άδολα, όμορφα, αληθινά, μαζί με τα χρόνια της να προσφέρει ένα κοφτερό βλέμμα όλο νιότη, γλύκα, αλήθεια, απορία, σοβαρότητα...

την κοιτούσα και θαύμαζα.

λίγο πριν είχα μπει στο λεωφορείο.
ήρθαν δυο σιτεμένες σαν και του λόγου μου και περσότερο.
η μια σίγουρα πιο γριά από την άλλη.
άρχισε η κουβέντα-μονόλογος. η σιτεμένη νεότερη δεν άφηνε τη δόλια τη σιτεμένη-πιο σιτεμένη να πει ούτε λέξη. κι αυτή, υπέμενε.
την άθλια κουβέντα της γυναίκας: θα πάει λέει σ' ένα ξενοδοχείο να κλείσει για μια επιχείρηση, πέντε αστέρων το ξενοδόχι, μα τι τα θες; στην πλατεία μεταξουργείου: εκεί οι άνθρωποι είναι χάλια. έχει βάλει λίγα λεφτά στη μέσα τσάντα. τίποτε άλλο. ξέρεις, να τα πάρουν και να μη συμβαίνει και τίποτα. πού ζούμε. ο αδερφος της κοιμάται και στο κομοδίνο του έχει ένα στιλιάρι, ένα όπλο, ένα ...

(καθήκι θα έπρεπε να έχει, αλλά τέλος πάντων. η αδελφή του μακριά φαίνεται ζούσε από αυτόν).

η φωνή της ερειστική, η λαλιά της αγέρωχη και συνεχής σαν πολυβόλο, η κακία των ανθρώπων ζοφερή, οι κίνδυνοι ατελείωτοι, να μην μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος, κλπ κλπ κλπ...

θεέ μου, μιλάνε λοιπόν οι νεκροί;
--------

σκέπτομαι ακόμη τώρα τα δυο αυτά πρόσωπα.
το γομάρι με το παντελόνι και τα βαμμμένα μαλλιά,
το κοριτσάκι με τα ζωντανά και σοβαρά ματάκια.


θεέ μου, ξέρω, θα μοιάσω λίγο, ελπίζω λίγο μόνο, με την πρώτη.
μα δεν παύω να θαυμάζω το ΖΩΝΤΑΝΟ βλέμμα εκείνης της ύπαρξης.

6 σχόλια:

Ερμαιο Επέκεινα Λερναιας Εμμονής είπε...

Εύχομαι πάντα ζωντανά σπινδηροβόλα βλέμματα να είναι γεμάτες οι στιγμές μας. Σίγουρα καταργούν τα γηρατειά. Την κυριακάτικη καλημέρα μου

- είπε...

και σε σένα ποιητή, σπινηθοβόλες λέξεις και παιδιά-κείμενα που πάνε μακριά!

τιμή μου να περνάς από δω, φίλε...

koulpa είπε...

ωωωω νάμαι ο χαμένος.. καλά που ηπάρχουν και τα μπλογκρολ των ξένων.. :):)
αχ έυχομαι να έχουμε λόγο.. και τρόπο.. να διατηρήσουμε το όποιο σπυνθυροβλόλο βλέμα μας.. :):)
την καλησπέρα μου :):)

- είπε...

γειά σου απίθανε κούλπα, τι κάνεις; ζηλεύω το σπινθηροβόλο βλέμμα και πιο πολύ τις σπινθηροβόλες ιδέες...

chirine nour είπε...

τελευταία κάνω κι εγώ κάτι αντίστοιχες παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα είναι οτι άλλο η ηλίκία του σώματος και άλλο της ψυχής. το πιο λυπηρό είναι πάντως εκείνα τα σβησμένα μάτια στα νεανικά σώματα...
χαίρομαι να σε διαβάζω όπως πάντα
καλή σου μέρα
καλή μου desillusion!!!

- είπε...

αγαπημένη μου σιρίν
βαθύ μέταλλο οι φίλοι
πάντα ηχούν αλήθεια...

είμαι περήφανη που σε γνώρισα.