Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

ο κόκκορας.

γενέθλια.
να θυμηθώ μια ιστορία δική μου, πολύ δική μου.
την α' δημοτικού την έκανα στο 'εκπαιδευτήρια νοητάκη'. είμασταν δυο τάξεις μαζί, η πρώτη και η δευτέρα.
μια μέρα η κυρία έλειπε. μπήκε στην τάξη ένας κύριος. για το πρωτάκι που ήμουνα ένας 'κύριος' ήταν ένα πολύ περίεργο και σεβαστικό πράμα που δίδασκε στην 6η. κι ήρθε με τα δικά του παιδιά στην τάξη. για μας τα μικρά έκανε κάτι απίστευτο, που με προβλημάτισε πολύ, μα πάρα πολύ:
κρέμασε πάνω από τον πίνακα ένα σχήματος Α3 χαρτόνι, με έναν κόκκορα, ναι, κόκκορα! απ' αυτούς με τα πολλά χρώματα μεταξύ χρυσού και καφέ στην ουρά.
και είπε σ' εμάς τα μικρά να ζωγραφίσουμε τον κόκκορα ενώ αυτός έκανε μάθημα στους μεγάλους.
ήταν μια στιγμή μεγάλου άγχους για μένα: πώς να κάνω με το μολυβάκι μου αυτά τα χρώματα; πώς άλλαζαν τα πούπουλα, οι φτερούγες, το λιρί, το χρώμα του ράμφους, κλπ κλπ...
αδιέξοδο.
το έκανα έτσι, αλλιώς, τρωγόμουνα, αγωνιούσα, προσπαθούσα απεγνωσμένα. μου άρεσε πάντα από τότε που ήξερα τον εαυτό μου να ζωγραφίζω, ή να νομίζω πως ζωγραφίζω. μα αυτό, τώρα, πώς, μα πώς!!! να το καταφέρω! και πάλευα...
σε κάποια στιγμή ο δάσκαλος άρχισε να περνά από τα θρανία να βλέπει τις ζωγραφιές των μικρών.
εγώ, έντρομη, πήρα το μπλοκ μου και το έκρυψα.
εσύ; δε ζωγράφισες; μου είπε.
τον κοίταξα έντρομη. δε μιλούσα.
δε ζωγράφισες εσύ λοιπόν! γιατί;
μιλιά εγώ.
η διπλανή μου, μαρτυριάρα, λέει:
ζωγράφιζε.
πού είναι το μπλοκ σου; λέει ο δάσκαλος.
μιλιά εγώ.
τότε αρχίζει το ψάξιμο κάτω από το θρανίο, σ'εκείνη τη θήκη. έψαχνε η διπλανή μου.
σε κάποια στιγμή, ανάμεσα σε μυξομάντηλα και τετράδια, βρέθηκε το μπλοκ.
ετοιμαζόμουν να βάλω τα κλάματα γιατί περίμενα ότι ο δάσκαλος θα με έστελνε στο πυρ το εξώτερον.

και τότε αυτός, (ε, πού είσαι κύριος; στη γη ή στον παράδεισο; μ' ακούς; καλή σου ώρα!), πήρε το μπλοκ, φώναξε όλα τα παιδιά να κοιτάνε και είπε:
αυτός είναι ο πιο ωραίος κόκκορας που έχω δει ποτέ! δέκα με τόνο! κι έβαλε ένα 10άρι σαν το κεφάλι μου, και το μπλοκ μου πήγε πάνω από τον πίνακα....

δε θυμάμαι συναισθήματα.
θυμάμαι σα σφραγίδα ζέστης μέσα μου, όλο αυτό το γεγονός.
ίσως
αυτός
εκεί
ο δάσκαλος
να μην ήταν άνθρωπος, αλλά μια μικρή πόρτα στον παράδεισο.
να είναι καλά όπου κι αν είναι...:)

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

εξυπηρέτηση πελατών/πολιτών/ανθρώπων. Δήμος χαλανδρίου

πήγα στο παλιό δημαρχείο χαλανδρίου, στα κεπ. ήθελα το γνήσιο υπογραφής σε μια υπεύθυνη δήλωση. δεν περίμενα καθόλου, οι δυο υπάλληλοι που είχαν αυτή την αρμοδιότητα ήταν ελεύθεροι. μάλιστα κάθισα να γράψω την υπεύθυνη δήλωση και μετά πήγα ξανά μπροστά στον υπάλληλο. είχε πολλή ζέστη, ξέρετε, την περασμένη βδομάδα έγινε αυτό.
νά σου κι ένα χοντρούλι γεροντάκι. ζητούσε γιατρό, γιατί στο παλιό δημαρχείο ή κάπου τέλος πάντων υπάρχει δημοτικό ιατρείο.
το γεροντάκι ρωτάει τον τύπο που κάνει περίπου πόρτα εκεί, κάθεται, βλέπει, κλπ κλπ.
ο τύπος απαντάει:
- όχι. να πάτε σπίτι σας και να δείτε από το ίντερνετ πότε έχει γιατρό.
- μα... λέγανε σήμερα...
- ε δεν έχει σήμερα, υπάρχουν πολλές αλλαγές τώρα.
-... πώς, ίντερνετ εγώ ... δεν...
- ε, τι να σου κάνω, αγγάρεψε καναν ανηψό σου εκεί, να βρει.

ΓΑΜΏΤΩ.

νομίζω, κύριε Δήμαρχε Χαλανδρίου, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, εκτιμάτε πως το 'γαμώτω', λόγω ανθρωπιάς, θα το λέγατε κι εσείς.
το γεροντάκι έφυγε.
πιστεύετε πως δεν πρέπει να κάνετε τίποτε γι' αυτό;
αποκλείεται, άνθρωποι είσαστε κι εσείς.

πρότασή μου: μιλήστε σ' αυτούς που πληρώνονται από τον δήμο, η τρίτη ηλικία είναι ευπαθής. δε θα ήταν τίποτα να βρει άκρη ένας υπάλληλός σας απ' αυτούς που μάλιστα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή έτυχε να μην έχουν φόρτο εργασίας. εφόσον μάλιστα υπάρχει κι αυτός ο υπάλληλος που, περίπου, κάθεται εκεί και επιβλέπει, και βλέπει ότι οι περισσότεροι υπάλληλοι εκείνη τη στιγμή δεν έχουν δουλειά, θα ήταν δύσκολο να εξυπηρετηθεί ένα γεροντάκι; κοντά στα άλλα του προβλήματα με τον καύσωνα, τη μοναξιά, την οικονομική κρίση, να του κολλήσουμε και την κατάθλιψη;

επιμένω στο γαμώτω.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

ιστορίες από το σπίτι μου.




ο νίκος δεν είναι απο δώ.
κατάγεται από τη μακρινή κίνα.



 Sat Mar 24, 2012 11:44 am
τον γνώρισα με το μυτερό κινέζικο καπέλο του, να τριγυρνάει μέσα στ' αμπέλια του πατέρα μου. στην αρχή δεν καταλάβαινα αν κρυβόταν ή αν κάτι κυνηγούσε.
περνώντας ο καιρός και οι μέρες κατάλαβα πως δεν κυνηγούσε τίποτα, ούτε κρυβόταν: ο τρόπος να ζει ο νίκος ήταν να ακολουθεί τη φύση: πήγαινε μαζί της εκεί όπου αυτή τον καλούσε.
ήταν αφοσιωμένος σ' αυτήν.
ο νίκος ήταν παντρεμένος με μιαν όμορφη γυναίκα, είχαν κάνει μαζί όμορφα παιδιά, κάπου όλα αυτά ήταν στη ζωή του.
μα δεν ήταν μόνο αυτά.
μέσα του βούιζε ένα φοβερό μελίσσι τοπία, ιδέες, γλώσσες, νερά, ερημωμένα σπίτια, μονοπάτια, γλώσσες ανθρώπων και πουλιών, βλέματα αλεπούς, κοιτάγματα ζαρκαδιού, ένα σμάρι πράματα τον βοηθούσαν να είναι ευτυχισμένος.


 Tue Apr 03, 2012 11:20 am
εγώ δεν του πρόσφερα τίποτα. απλώς μου μιλούσε.



να αφήσω κενό για να διαπιστωθεί πόσο να είσαι ένας τοίχος ή ένα τείχο είναι σπουδαίο.
p


σε κάποια φάση το μοτοσακό στούκαρε μέσα στο αμπέλι.
έπεσε σε μια αυλακιά



τότες στον άδη ακούστηκε μια ντουφεκιά
ο ουρανός έγινε ξαφνικά περίεργος, δεν καταλάβαινες το φως πού ήταν το χώμα κάτω από την άσφαλτο δε μιλούσε καθόλου
ο πέτρος έβαλε το αυτοκίνητο παραδίπλα κι έκλαιγε
με πήρε τηλέφωνο και μου διηγήθηκε τη ζωή του
το μέλι που έχω σπίτι μου
κάποτες το άνοιξα κι ήτανε γλύκα σαν την καθάρια σου ζωή
μάζεψε τόση πίκρα αυτή η ιστορία που κανείς δεν μπορεί να τηνε πει γιατί είναι αληθινή.