Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

απολογισμός μητρικής ζωής

http://www.planetenonviolence.org/photo/art/default/158166-216606.jpg?v=1289419589


Χοάνη-αφή
να ψάχνω για να αγγίζω, να αγαπώ για να αγγίζω, να χαίρομαι
το κενό μέσα στη χούφτα μου, βαθύ σαν αίμα-χρώμα
ουφ, τι είπα πάλι, τι είπα πάλι

παιδί
με διαβεβαίωναν πάλι και πάλι
πως όλοι με πόλεμο τη ζωή και την ειρήνη υπηρετούσαν
κοπέλα
με διαβεβαίωναν πάλι και πάλι
πως όστρακο είναι η ρίζα μου
και διακόρευση το τέλος μου.

Γυναίκα έγινα κάποτε
τώρα πια τίποτα, γελάω, ουφ, τι είπα πάλι

τώρα χαρά
καθώς το χώμα αναγνωρίζω και δημιουργώ
Σε είδα, όταν έσκυψες κι έφτυσες το χώμα,

Σε είδα!
Ξέρω λοιπόν, γνώση και γένεση από την άκρη. Από το θάνατο. Από εδώ.
Και τότε,
βλέπω.

Κι αφού τώρα βλέπω, σηκώνω τις χούφτες γεμάτες αίμα,
Αίμα!
Γονατίζω με πόδια που τα σέρνει στο αύριο το αίμα.
Οι φωνές μέσα μου
Είναι το αίμα σας.
Όχι εσάς που πεθάνατε.
Εσάς που το προκαλέσατε.

2004‏‏-‏01‏‏-‏14, 2014-07-21

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

κανένα χέρι.



Κανένα χέρι ωστόσο δεν μπορεί να αγγίξει το παιδί που πεθαίνει.
Είναι πολύ μικρό απέναντι στο φόβο και στο θάνατο.
Μόνο οι άγγελοι το αγκαλιάζουν και το παίρνουν μαζί τους


2014-07-20
ελένη κονδύλη

είναι 91.

δεν έχω το χάρισμα των τίτλων, είναι σίγουρο.
έτσι κι εδώ.
το 91, είναι απλώς ένα νούμερο που μου τριβελίζει το κεφάλι, μέσα από μια φωνή τρεμάμενη.
η φωνή, τη γνώριζα καλά, τη θυμάμαι κυρίως στον κήπο της νέας μάκρης, στο οικογενειακό εξοχικό: μια ... τριάδα: η κυρία χ, ο κύριος χ, κι ο πατέρας μου, πάνω σ'εκείνες τις παλιές ξύλινες καρέκλες με το ψαθί. μπροστά τους ένα τραπεζάκι μια πιατέλα καρπούζι, τα πιατάκια, μια κανάτα κρύο νερό, κλπ.
η μάνα μου να πηγαινοέρχεται.
η κυρία χ να λέει που και που στον άντρα της: 'έλα χ, τέλειωνε, άσε να μιλήσει και κανας άλλος'.
το έλεγε χαμογελαστά κι ευτυχισμένα, χωρίς πρόβλημα, και πεπεισμένη πως αυτό που έλεγε ήταν μόνο ένα κανάκεμα στον άντρα της.
η τιμητική ήταν στους δύο φίλους: ο πατέρας μου, και ο κύριος χ.
δε βρισκόντουσαν τακτικά.
όταν όμως βρίσκονταν, μια ζωή χωρίς κανέναν καυγά ποτέ, άνθιζε στη σπάνια συνάντησή τους.
ο μπαμπάς μου ήταν κουφός από το ένα αυτί,
ο κύριος χ του άρεσε να διηγείται, είχε την τέχνη του λέγειν, την έχει μέχρι σήμερα, ο λόγος του, που τον άκουσα χτες χωρίς ούτε ένα λάθος με τη λεπτότητα και ευαισθησία του, αυτό που αναγνωρίζεις στους αγαθούς ανθρώπους.
πατημένα τα 80 και στους δυο τότε, ήταν μια χαρά η συνάντησή τους:
κουφός περίπου ο μπαμπάς έπιανε κάποιες λέξεις, κουνούσε το κεφάλι του που και που, μειδιούσε διαρκώς γιατί τον κύριο χ, έπινε νερό στ' όνομά του που λένε! τον αγαπούσε και τον αγαπούσαμε όλοι. κι ο κ.χ, χωρίς φραγμό αντιλόγου, ρητόρευε! το ζευγαράκι των φίλων ήταν ευτυχισμένο: ο ένας μίλαγε κι ο άλλος δεν άκουγε, άρα εμπόδιο κανένα στο να εκτονωθούν να ενθύμια...

τον κύριο χ τον συνάντησα χτες. ο πατέρας μου έχει συχωρεθεί εδώ κι 7 χρόνια.
ήταν μαζί με το γιο του το γιάννη, που τον έβλεπα πρώτη φορά. μόνο και που τον είδα, εκτίμησα και αγάπησα το γιο του φίλου του πατέρα μου, εκτίμησα και περιέλουσα μ'αυτή την περίεργη αγάπη που πρέπει να κρατάμε μέσα μας σαν θησαυρό, τη γυναίκα και τα παιδιά του.
υπηρετούσε τον πατέρα του, τον έφερε γιατί ο πατέρας του, ο κύριος χ. ήθελε κάτι να με ρωτήσει.
φυσικά και θα πήγαινα σπίτι του, να ακούσω από κοντά την τρεμάμενη φωνή των 91 χρόνων, είναι στοιχειώδες!
όμως χτες έβρεχε. η τρεμάμενη φωνή δεν ήθελε 'να κουραστώ': έβαλε το γιο του να τον φέρει σε μένα με το αυτοκίνητο, κι έτσι γνώρισα το γιάννη.
ο κύριος χ, με γνώριζε σε κάθε λεπτομέρεια της ζωής μου μέσω των εκμυστηρεύσεων του πατέρα μου.
έφερε λοιπόν τα αγαπημένα μου γλυκά των παιδικών μου χρόνων, τα είχα ξεχάσει ακόμη κι εγώ: εργολάβοι, που μου τα έστελνε στο βέλγιο από την αθήνα ο πατέρας μου.
μου ανέφερε τα ωράριά μου στις βιβλιοθήκες, που εντυπωσίαζαν τότε τον φτωχό πατέρα μου, τα βιβλία στην παραλία, την προσπάθειά μου να ξεφορτωθώ τους γονείς μου να γυρίσουν στην ελλάδα (ο πατέρας μου όταν πήρε σύνταξη από την ελλάδα, ήρθε και μείναμε κάποια χρόνια στο βέλγιο όλοι μαζί)...
ούτε που ξέρω γιατί τα γράφω αυτά, ούτε αν έχει νόημα κάποιοι να τα διαβάσουν.
είναι για μένα όμως σημαντικά,
ίσως και λίγο θεραπευτικά:
όταν βλέπεις 91 χρόνια να σ'αγαπούν και να σ'εκτιμούν
ενώ την ίδια εβδομάδα έχεις πικραθεί από την υπονόμευση και την υποκρισία,
ε,
πιάνουν τόπο τα παιδικά γλυκά: τα έδωσα στο νίκο, το φίλο της κόρης μου, που του άρεσαν όσο και σε μένα.

και τελικώς η ζωή συνεχίζεται μ'ένα περίεργο τρόπο, τον τρόπο της ζωής του καθενός μας.


Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

ιστορία ενός ποιήματος και όχι μόνο. το ποίημα είναι εδώ. αύριο μεθαύριο θα αρχίσω να γράφω τα ντεσού.



Να με λες Παλαιστίνη


Στέκει ανάμεσα στα ρολόγια των αεροδρομίων
Σε ώρες ανύπαρκτες αγκιστρωμένη.
Εδώ της φαντασίας ο εξώστης, εκεί, της προδοσίας η προσμονή, πόνος στο χωρισμό.
Τελείωσε. Δώσε τα έγγραφα στα χέρια του τελώνη, κι αυτός θα σκίσει τα χαρτιά, θα σκαρφαλώσει στο δέντρο για να φωνάξει :
Ένα διαστημόπλοιο για το άγνωστο ή πόλος όνου και το πάθος εκούσιο και ο πόνος του όπλου για τους μικρούς. Τη Ναζαρέτ τη σταυρώσανε σήμερα. Το δέντρο του τελώνη, όμως, εκεί είναι, αμερικάνος ανέβηκε; Τι είδε; Ποιόν σκοτώσαν στη τζενίν; Σιωπή, κανέναν, κανέναν.
Αμερικάνος. Εγώ σικελός μετανάστης πλούσιος, εσύ σύριος κι ας είναι λάθος, αυτός κύριος, εγώ κανένας.

Είμαι αγκαλιά για τα νεκρά μωρά σας, όγκος για τους ακροβολιστές σας, πέτρα για τα κλάματα των εβραίων. Ναι, πέτρα για πένθος και κορμί για θάνατο. Κι ερωτεύομαι, αφημένη σε ξένες ώρες, και περιμένω, τι;

Θα δεις της προσμονής την προδοσία που ωριμάζει σαν καρπός: στων πληγών τους τα σχήματα δίνουν απάντηση τα σημάδια του αύριο. Αύριο ειρήνη, αύριο. Το σώμα όμως αναμοχλεύει της δίψας το κράτος
Και μια λαμπάδα για την ανάσταση τρεμοσβήνει χαρούμενη.

Όσο γι’ αυτήν, όσο για μένα, μένω σ’ ένα πρώτον όροφο στριμωγμένη μαζί μ’ ένα αεροπλάνο, μ’ ένα τρομοκράτη κι ένα βιβλίο
Τρώω τοίχους και σπόρους σαν τρωκτικό, τρομάζω σε κάθε θόρυβο μηχανής που πλησιάζει, αίμα το βλέμμα μου, αίμα ο πόθος μου, αίμα η πατρίδα μου. Είμαι κοπέλα και με λένε Παλαιστίνη, είμαι γυναίκα και με λένε Ελένη, είμαι ανάμνηση, και με λένε σιωπή που δε μπορεί να ξεχάσει.
Ο θόρυβος τέλειωσε. Τις ημερομηνίες τις ξέρω τώρα απέξω. Τις κρεμάω στο τεράστιο χέρι σου ελευθερία, τις ξαναβρίσκω στο παγωμένο τους βλέμμα. Αν δεν τους θάψεις, θα σε κοιτάνε για πάντα, στο χρηματιστήριο και στα σχολεία, στις επίσημες ανακοινώσεις θα κρέμονται για να εμποδίζουν την ανάγνωση, στις εξέδρες θα καταστρέφουν τις σκάλες.
Είναι μάτια παγωμένα στα ενδιάμεσα του καιρού, είναι χέρια σταυρωμένα στις πόρτες της απελπισίας. Η ώρα της αγοράς έληξε. Βρήκα αγριόχορτα, που ξέφυγαν από προηγούμενο ποίημα, γλυκοπατάτες που είχαν σαπίσει σε δρόμο των Άνδεων. Εδώ, στη βηθλεέμ, βρήκα και ψάρια, που τρων οι χριστιανοί όταν θάβουν νεκρούς.
Πειράζει που είμαι γυναίκα και με λένε Παλαιστίνη, Μαρία ή Μουχάμαντ; Ο τελώνης υπολογίζει το βάρος των αμαρτιών του πάνω στο δέντρο, κι ο μαύρος με την κομμένη γλώσσα κοιτάζει τον κόσμο σα χαμένος. Μα ποιος γεννήθηκε στη βηθλεέμ και φυλακίσαν και τις πόρτες ακόμη, και τις πέτρες ακόμη;
Πάντως όχι ο θάνατος, όχι ο θάνατος.
Συχώρα με, κι ας είναι ερωτικό το ποίημα.

‏‏2002‏‏-‏04‏‏-‏27‏‏
δημοσιευμένο στο abttha.blogspot.com, e-missos.gr, al-quds, φλύα, παναιγύπτια

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

888.



Εσύ σύννεφο λευκό που τρέχεις ακολουθώντας τον αέρα πάνω από τα βουνά δε θα μπορέσεις όσο λευκό κι αν είσαι να μου θυμίσεις
Πως κάποτε
Έπινα νερό από το νερό σου
Πώς κάποτε έβρεχα τα πόδια μου στο νερό σου.
Κυνηγάς κάτι από τη ζωή που έφυγε
Κυνηγώ κάτι από αυτό που για πάντα έχω χάσει.

2014-07-12

ο κύριος αντρέας και ο σκουπιδοντενεκές.

μένω σε μια γειτονιά στα βόρεια προάστεια.
έμενα τότε σ'ένα ισόγειο με κήπο. το σπίτι για το υπηρετικό προσωπικό ήταν παραδίπλα, ενώ δύο ζευγάρια φιλιπινέζων βοηθούσαν στην καθημερνότητά μου.
είχα μια φήμη εντελώς ξεχωριστή κάθε φορά που πήγαινα κάπου:
έτσι, όταν πήγαινα τα παιδιά μου στο δημοτικό με τα πόδια, και μιλούσα με τους δασκάλους τους, και φορούσα τις σαγιονάρες μου και τα μπλουζάκια μου οτ-κουτύρ-λαϊκή, κανείς δεν υποπτευόταν ότι κατά τα άλλα
μπορούσα να πηγαίνω, πχ, στη βιβλιοθήκη της βουλής με το ταγιεράκι μου να βοηθάω σ'ένα διδακτορικό που έκανε τότε μαζί μου η τότε προϊσταμένη.
επίσης, όταν πήγαινα κυριακή εκκλησία στη γειτονιά μου, και χαμογελούσα σε όποιον με χαιρέταγε, ήλθε και με βρήκε μια ηλικιωμένη κυρία και μου είπε: 'εσύ καλός άνθρωπος φαίνεσαι. καθαρίζεις σπίτια, ε; μπορείς να έρχεσαι να με βοηθάς;'
να μη συμπληρώσω τα τρία αυτά πρόσωπα με ένα τέταρτο, αυτό που έχω όταν σπάω πλάκα ή μιλάω σοβαρά για λογοτεχνία και θέατρο...
ένα απ' αυτά τα πρόσωπα συγκίνησε τον κύριο αντρέα.
ο κύριος αντρέας είναι ένας ογδοντάρης κύριος, που έμενε απέναντι από το σπίτι μου.
ένα πρωί, βγαίνω με τα σκουπίδια να τα πετάξω στον κάδο της γειτονιάς.
αμέσως ο κύριος αντρέας κατεβαίνει τα σκαλάκια της βεράντας του χωρίς να μου μιλήσει, βουτάει τη σακούλα με τα σκουπίδια εντελώς αποφασιστικά, και μου λέει με το συνηθισμένο του χαμόγελο:
- δεν είναι για σένα τέτοια δουλειά, εγώ θα τα πετάξω τα σκουπίδια.

ε, καταλαβαίνετε, ξεχνιέται ποτέ τέτοιος λόγος;
ας έχει καλό ο κύριος αντρέας που πλησιάζει πια τα 90...

δλδ, όταν πας κάπου, έχεις γείτονες, μιλάς κάπου, γράφεις κάτι, κι έχεις -αναγκαστικά- μια φάτσα, ε λοιπόν, η φάτσα σου δεν είναι πια ελεύθερη: συνδέεται με κάποια ιδιότητά σου: μητέρα, σύζυγος, εργαζόμενη, συγγραφέας, αστροναύτης, κ.ο.κ.

υπάρχει όμως κι ένας μαγικός τόπος. ένα νταρκ ρουμ όπου τα πάντα είναι ελεύθερα αλλά και ακίνδυνα, για ενήλικες όπως είμαστε οι περισσότεροι εμείς.

εδώ μπορεί να κάνεις το σπουδαίο, να προσπαθείς να βρεις γκόμενους, να προσπαθείς να πουλήσεις γοητεία, εξυπνάδα, σαχλαμάρα, ό,τι τέλος πάντως νομίζεις ότι θέλεις.
όλα όμως αυτά τα κάνεις ΜΕ ΈΝΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΤΡΌΠΟ.
ΔΕΝ Ε΄ΧΕΙΣ ΠΡΌΣΩΠΟ.
ΜΌΝΟ ΓΡΆΦΕΙΣ.

ΚΑΙ Η ΓΡΑΦΗ,

ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΊΝΑΙ ΠΙΟ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΑΠΌ ΕΣΈΝΑ, ΓΙΑΤΙ ΦΑΝΕΡΏΝΕΙ ΌΝΤΩΣ ΤΟ ΠΙΟ ΒΑΘΎ ΣΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟ.

κι ενώ προσπαθείς να κάνεις τον έξυπνο, πχ, μια του κλέφτη δυο του κλέφτη, η γραφή αφήνει ένα μελάνι εντελώς αληθινό, και τελικώς έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους, 'κολλάς' με ανθρώπους που δε σε γνωρίζουν με ένα εξωτερικό σου περιτύλιγμα, πχ επάγγελμα, ή κοινωνική ιδιότητα, ή ντύσιμο, ή γραμμές σώματος κλπ.
ο καθένας μας γράφει, όχι απλώς περιεχόμενο, αλλά έχει έναν τρόπο που είναι το μόνο ειλικρινές στοιχείο του.

έτσι, χάρη στο διαδίκτυο, όπου εκφράζομαι εδώ και μια εικοσαετία περίπου, κάνω φίλους που αλλιώς δε θα συναντούσα ποτέ.

κι οι φίλοι αυτοί είναι οι πιο στοργικοί, οι πιο οικείοι, οι πιο αληθινοί, γιατί έγιναν φίλοι όχι εξαιτίας ενός προσχήματος, ενός εξωτερικού παράγοντα (γείτονες, συνάδελφοι, συγγενείς κλπ κλπ), αλλά χάρη σ'αυτό το μικρό τετράγωνο που έχω μπροστά μου, κι έχουν κι αυτοί.
ένας υπολογιστής
για έναν απολογισμό.
εντελώς ανθρώπινο και μοναχικό.
εντελώς αληθινό.

σημ. το αφιερώνω στην αγράμπελη.


Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

μια στιγμή.

μου είχε ζητήσει ο φίλος φώτης τερζάκης να κάνω μια ομιλία με θέμα την ισλαμική τέχνη, πριν αρκετά χρόνια.
ένας άλλος πολύ καλός φίλος επίσης, ο γιώργος κορομηλάς, μου είχε φτιάξει ένα σιντί με τα έργα που είχα επιλέξει να σχολιάσω, και το τελευταίο ήταν μια αραβική φωτό που έλεγε 'ανά χουρ'. είμαι ελεύθερος.
διάφοροι φίλοι με είχαν τιμήσει με την παρουσία τους, και κάποιος ευγενής κύριος μου είπε να επαναλάβω την ομιλία μετά μερικούς μήνες νομίζω, κάπου αλλού.
παρόλο που δε συνηθίζω μια ομιλία να την κάνω δυο φορές, κι αυτό δε μου 'στρωνε και πολύ, δέχτηκα σκεπτόμενη το σιντί με τις εικόνες.
την ίδια εκείνη εβδομάδα θα μιλούσα και στην εσηέα για αραβική ποίηση, και γι' αυτήν ήθελα να ετοιμαστώ πολύ πολύ καλά.
σκεφτόμουνα τι να πω, από πού να αρχίσω, κλπ, αλλά, φευ, στο τέλος είπα: ας κάνω αυτή την ομιλία για την τέχνη, που ήταν δεύτέρα, και αμέσως μετά θα αρχίσω για την ομιλία της αραβικής ποίησης που ήταν παρασκευή.
φευ.
η ομιλία για την τέχνη, η επανάληψή της δεν έγινε ποτέ. όχι μόνο γιατί δε μου αρέσουν οι επαναλήψεις:
εκείνη την ημέρα και ώρα, ο σεραφείμ χάθηκε μέσα σ' ένα φρεάτιο. όταν κατάφερε να βγεί μόνος του ακολουθώντας τη φωνή μιας καταπληκτικής ομάδας πυροσβεστών, βρεθήκαμε με το πρώτο βοηθειών στο νοσοκομείο.
αφού το παιδάκι πήγαινε καλά, μου περνούσε η σκέψη για την ομιλία της παρασκευής.
όμως μέσα μου ένας τρόμος περνούσε και μου έλεγε:
τι; παρασκευή; ε, καλά! ποιος ζει και ποιος πεθαίνει μέχρι τότε! σιγά μη γίνει κι' αυτή η ομιλία, άσε, που ξέρεις...
και ανέβαλα την προετοιμασία.
αύριο.
ερχόταν το αύριο
και πάλι ο κύριος τρόμος εξέπεμπε την εκπομή: καλά! ποιος ζει και ποιος πεθαίνει μέχρι τότε!
η τρομοκρατημένη ελένη έλεγε: αύριο.
και ξανά το ίδιο σενάριο, μέχρις ότου έφτασε η περιβόητη παρασκευή, ευτυχώς η ομιλία έγινε με απίστευτη πίεση προετοιμασίας δύο ώρες πριν την ομιλία, η οποία ομιλία έχει γιουτουμπαριστεί και μπορείτε να τη δείτε και ακούσετε.

από τότε όμως μου έμεινε ένα κουσούρι:
ενώ σκέπτομαι για πολύ καιρό τι θα πω σε μια ομιλία, σπάνια την ολοκληρώνω στο χαρτί ή τον υπολογιστή.
με πιάνει ο φόβος όχι για το τι θα πω, αλλά για το τί μπορεί μέχρι τότε να μου πέσει στο κεφάλι!
μα τον τουτάτη, ο ουρανός ας πούμε!
ακόμη και να ετοιμάσω την ομιλία μου, καταφέρνω να την ξεχάσω, να την αφήσω, να πω άλλα, κλπ κλπ.
έτσι κι εχτές:
βήματα στην ιστορία του σουφισμού, με ιδιαίτερη σκέψη στη λογοτεχνία και τη γλώσσα από μεριάς μου.
ε, κατάφερα να ανέβω στο βήμα με χαρτιά, όλη την προετοιμασία της ομιλίας, αλλά κατάφερα να την χάσω ανάμεσα στα χαρτιά μου πάνω στο βήμα...
η ατμόσφαιρα ωστόσο ήταν τόσο καλή, που δεν πείραξε νομίζω κανέναν, κι ούτε κανείς κατάλαβε ότι εκείνη την ώρα εγώ έκανα ψυχανάλυση στο εγώ μου, που προτιμά να χάνεται μέσα στα χαρτιά παρά να κολυμπά στην πραγματικότητα...

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

πρόσκληση για την Πέμπτη 10.07: soufisme - sufisme - σουφισμός - σοφία - .صوفية

http://www.archaiologia.gr/blog/agenta/%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B5/

10 Ιουλίου

ο τίτλος που έχω δώσει στην ομιλία μου είναι: βήματα στην ιστορία του σουφισμού.
ευτυχώς, ο χορός μπορεί να είναι βήματα, και τα βήματα λόγια και τραγούδια.
έχω στο νου μου εχθρούς ποιητές, ή αδελφούς ποιητές.
το θέμα έχει ενδιαφέρον. και γιατί να μην έρθετε;
ξέρω, η ζέστη.
μα η ζέστη μπορεί να γίνει δροσιά, και η αγάπη ή το ενδιαφέρον να σε καίει.
το ξέρω πως λέω βλακείες, μα,
ίσως αυτό να είναι μια ουσιώδης πρόσκληση: να μπορείς να αναγνωρίζεις ότι λες βλακείες και να προσπαθείς να λες λιγότερες. έτσι προετοιμάζω τις ομιλίες μου, καταπίνοντας χώμα.
ελάτε, θα μιλήσουν πολλοί και όχι πολύ.