Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

μαργαρίτα

τώρα που η χρονιά αυτή φεύγει, ξέρω πως μου λείπεις.
λιγοστεύουν οι ηλικιωμένοι που είναι γύρω μου...
μαργαρίτα, θυμάσαι; σε έπαιρνα τηλέφωνο και σου διάβαζα ποιήματα και μιλούσαμε για τους άραβες και τις ανατολίτικες ιστορίες, αλήθεια, σου είχα διαβάσει αυτό το ποίημα του αμπού ταμάμ; αυτό που λέει

το κεφάλι μου άσπρισε
και ποτέ τα μαλλιά δεν άσπρισαν πριν να 'χει ασπρίσει πρώτα η καρδιά'
και μετά λέει
τα γηρατειά ήρθαν σαν συγγενείς και στέκουν στην πόρτα για να με συλλυπηθούν...


εσύ μαργαρίτα, πάντα ενθάρρυνες...
πριν να βγάλω την πρώτη ποιητική συλλογή μου, στα πενήντα μου, εσύ, κάθε που σου έλεγα: 'μαργαρίτα, να σου διαβάσω κάτι;', μου έλεγες να δημοσιεύσω και 'με είχες φάει', όπως λένε. έτσι δημοσίευσα, αφιερωμένο σε Σένα βέβαια, ένα ποίημα που έστειλα στην Ευθύνη...
αυτό το ποίημα ονομαζόταν 'οικτίρμονα χρόνε', γιατί ο χρόνος με Σένα ήταν σπλαγχνικός, αγαθός, συμπονετικός, συμπορευτικός, υψηλός, συγκινητικός, ταπεινός, αυτάρκης...

είχα αποφασίσει να συμπαρασταθώ όσο μπορούσα στη νοσηλεία σου, μιας και πάντα ήμουνα το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας που δεν ενδιαφερόμουνα για κανέναν. στους γονείς μου όταν έφυγαν δε συμπαραστάθηκα εγώ. ό,τι δεν έκανα για εκείνους ήθελα τόσο να το κάνω για σένα...
ούτε αυτό έκανα.
όμως μερικά σταθερά βήματα έμειναν να κάνουν όντως το χρόνο που Σε αφορούσε οικτίρμονα:
λάτρευες την ιταλία, όπου είχες διδάξει τόσα χρόνια. Σε επισκέφτηκε ο πατήρ ιωάννης, ιταλός ορθόδοξος ιερέας στην κλινική που ήσουν.
το ήθελα εγώ τόσο, μα τόσο, όσο εγώ το είχα ανάγκη όταν ένιωθα να φεύγω.ήρθαν τόσο καλά τα πράγματα, που όσο κι αν το ήθελα και προκάλεσα εγώ αυτή τη συνάντηση, ωστόσο, δεν ήμουν εκεί: κάτι με είχε εμποδίσει να είμαι στην ώρα μου. εσύ όμως κοινώνησες το χριστό, κι όταν ήρθα εγώ, τίποτε από τη χάρη που έλαβες δεν ήταν φανερή σε μένα..
.
αυτό ήταν υπέροχο! ήταν ένα θέμα που ήθελα, για το οποίο όμως ήθελα να γίνει, κι όχι να συμμετέχω, γιατί θα ήμουνα πολύ ανάξια να είμαι παρούσα εκεί. και να που έγινε έτσι. είθε κι εγώ, κάποτε να φωσφορίσω το χριστό μέσα μου.

το άλλο για το οποίο είμαι περήφανη, είναι όταν πήρα μια αγαπημένη μου φοιτήτρια, εκεί προς το τέλος, και σε επισκεφθήκαμε μαζί. και να ο κύριος διαμαντόπουλος, όνομα και πράμα, φίλος σου! εσύ έδειχνες να κοιμόσουν, γιατί δεν ήθελες να σε διατηρούν σαν άγαλμα σε φορμόλη. εγώ σου μιλούσα, άνοιγες τα μάτια, άκουγες, κουβέντιαζες.
ο κύριος διαμαντόπουλος, που σε αγαπούσε τόσο πολύ, ήρθε και κουβεντιάσαμε μαζί για Σένα, στο σαλονάκι που ήταν δίπλα στο δωμάτιό σου. άνθρωπος αρχών, άνθρωπος σπάνιου ήθους. δίσταζε, ντρεπόταν να μιλήσει στα κλειστά σου μάτια. κι εγώ νιώθοντας ότι φεύγεις, κουβέντιαζα μαζί του παραδίπλα, με τη σωτήρια επιπολαιότητα που ώρες-ώρες μου χαρίζει σιγουριά. η φοιτήτριά μου είχε μείνει εκεί μαζί σου, άνοιξες τα μάτια, κι εκείνη σου είπε: κυρία μαργαρίτα, είμαι η μαρία, μαθήτρια της ελένης κονδύλη. εσύ ρώτησες: είναι δω η ελένη; πού είναι; το μαράκι ήρθε τρέχοντας να μας το πει. όταν μπήκαμε στο δωμάτιο, είχες και πάλι κλείσει τα ματάκια και δε μιλούσες. πήρα τη μαρία και φύγαμε, με μια διαταγή προς τον κύριο διαμαντόπουλο:
σας παρακαλώ, μιλήστε της! πέστε ό,τι θελήσετε να της πείτε, έχει ανάγκη να σας ακούσει, κι εσείς έχετε ανάγκη να της τα πείτε, μη φύγετε, μιλήστε της τώρα όσο είναι καιρός.θυμάμαι πόσο αγέρωχα, αθώα, έξοχα, πόσο σοβαρά ο κύριος διαμαντόπουλος ετοιμαζόταν όντως να μιλήσει στα κλειστά σου μάτια...

ήρθα και σε είδα την κυριακή. κυριακή ιουλίου. πρώτη φορά κοιμόσουν τόσο απαλά, που δε σε ξύπνησα. δε σου άγγιξα καν το χεράκι, όπως έκανα πάντα.
ήταν το τρίτο και τελευταίο δώρο που μου έκανες.
σε είδα χωρίς να σε αγγίξω, για πρώτη φορά. εκείνο το απόγευμα τελείωσες. δεν είμουν στην κηδεία σου, αφού δεν το έμαθα. ήμουν όμως εκεί την ημέρα που έγινες άγγελος. κι επειδή φαινόσουν άγγελος ήδη, δε σε άγγιξα καν, πόσο χαίρομαι γι' αυτό!
γιατί άραγε γράφω για σένα τώρα; μα,φεύγει ο χρόνος απόψε, δεν ξέρω πού πάει.
φεύγει ο χρόνος που εσύ έφυγες στον ουρανό. τώρα, έχω μια πρόσκληση του συλλόγου φίλων της παλαιάς μουσικής.ναι, ναι, Εσύ, με έκανες κι εμένα ιδρυτικό μέλος σ'αυτήν. Ιδρυτής ήσουν Εσύ.
στην πρόσκληση αυτή γράφει ο αγαπημένος μας, μαθητής σου Εσένα, φίλος εξαιτίας Σου εμένα, θωμάς καραχάλιος, πρόεδρος,
για Σένα.
την Αγαπημένη μας Δασκάλα. την καινούρια χρονιά, το γενάρη του 2010, θα γίνει η πρώτη εκδήλωση-συναυλία για Σένα!μαργαρίτα, ο χρόνος αυτός φεύγει μαζί σου. ο χρόνος που θα έρθει, θα έρθει μαζί σου και με τις υποχρεώσεις των μαθητών σου. καιρός να μεγαλώσουμε λίγο.
γύρω μας άσπρα μαλλιά, και μέσα μας, ας είναι 'άσπρα πουλιά' κι 'άσπρα καράβια',κι ας μένουν μνήμες γερές σαν καραβόσκοινα σε καλό λιμάνι.

καλή χρονιά μαργαρίτα.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

τα κάλαντα, η οικονομία, και η φαλλοκρατία! (έστω και στο μικροσκόπιο)

λοιπόν,
24 δεκεμβρίου του σωτηρίου τρέχοντος να φύγει έτους 2009
έχουν πει τα κάλαντα όσα παιδιά πέρασαν, εξανεμίστηκαν τα φραγκάκια μου, ντρέπομαι, γιοκ άλλα.
-μαμά, χτυπάνε την πόρτα, λέει ο λουκάς
-αγοράκι μου ντρέπομαι να ανοίξω αν είναι για τα κάλαντα, φράγκο δεν έχω
-καλά, κάτι έχω εγώ. πάω ν' ανοίξω.

η πόρτα ανοίγει.

σιωπή, ούτε καν χαιρετισμός, για αυτά τα βασικά και εναγώνια δευτερόλεπτα κύματος 'καλημέρα σας' ή 'να τα πούμε;'
δεν ακούγεται τίποτα.

ο λουκάς δεν είχε κοιτάξει στη σωστή κατεύθυνση και δεν έβλεπε τίποτα.
βλέπετε, για να δεις τον σπόρο-ιγνάτιο, έπρεπε να ακουμπήσεις προστεκτικά το βλέμμα σου στο ξανθό του το κεφαλάκι, περίπου 60 με 80 πόντους από το έδαφος.
-α, καλημέρα ιγνάτιε!
(σιωπή ο ιγνάτιος)
-ήρθες να μας πεις τα κάλαντα;
(φουσκωθαλασσιά στο στέρνο του ιγνάτιου, ο οποίος παίρνει φόρα:)
-ναί! ήρθα να σας πω τα κάλαντα!
-πέστα!
-ποια;
-τα κάλαντα;
-ποια να πω;
-αυτά που θες!
-να πω τα τρίγωνα κάλαντα;
(προφανώς έχει κάνει άπειρες πρόβες με τη μαμά του, η οποία τον είχε προμηθεύσει και με το τριγωνάκι, οπότε ο μικρός, στην αγωνία του, συνδυάζει το 'τρίγωνα κάλαντα', και σου λέει αυτό είναι!)
η αγωνία του είναι εμφανής, αρχίζει το τραγούδι!
εγώ βέβαια εμφανίζομαι ως ντίβα που την κάλεσε το άσμα του καλού της, ο καλός μου είναι το γειτονάκι που μένει στο ίδιο σπίτι μ' εμάς.
ο λουκάς του δίνει ένα ευρώ, ο πιτσιρικάς το παίρνει, κι εγώ του λέω:
αγοράκι μου! χρόνια πολλά και του χρόνου! να πάρει η ευχή εγώ δεν έχω λεφτά να σου δώσω σήμερα!
και τότε, ο μικρός φαλλοκράτης, με το θράσος του 'ουφ, τα κατάφερα, τώρα πια δε φοβάμαι κανέναν!', μου λέει:
δεν έχεις λεφτάαα; τι λες κυρά μου; να πας στον άντρα σου και να του πεις 'άντε πήγαινε δούλεψε να μου φέρεις λεφτά! άκου κει!'

αν τον βλέπατε θα είχατε λυθεί στα γέλια σαν κι εμένα...
σκέτη απόλαυση, και με πολλά μαθήματα κοινωνικού περιεχομένου το τυπάκι μας!!!!!
να ζήσει και να έχει καλό, κι αυτός κι όλα τα παιδιά του κόσμου...

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

το βιβλίο που δε βγήκε ποτέ

σας το έχω πει; όλα χατηρικά σε μένα.
χατηρικά τέλειωσα το λύκειο, χατηρικά έπαιρνα κι ένα βαθμό που και που στο πανεπιστήμιο.
αν δλδ ζούσα εδώ στην ελλάδα, όπου όλα βασίζονται στο νόμο, δε θα είχα καταφέρει ίσως και πολλά πράματα, ποιος ξέρει.

χατηρικά με πέρασαν στο λύκειο, όταν έγραψα 33 στα 100 μαθηματικά.
κι όμως, πριν φύγω από την ελλάδα, στην άλγεβρα ήμουνα η καλύτερη μαθήτρια.
και στο τεστ νοημοσύνης που μου έκαναν στο βέλγιο, μόνο το μαθηματικό κομμάτι πήγε καλά, σ' όλο το υπόλοιπο ήμουν κάτω από τη θάλασσα. όμως στις εξετάσεις, μαθηματικά, γιοκ...
όμως με πέρασαν. πώς; ήξεραν εκείνοι. εγώ, κι η μαμά μου, κι ο αδελφός μου, δεν ξέραμε τίποτα.

μετά πέρασα εξετάσεις, τις λεγόμενες εξετάσεις ωριμότητας, για το πανεπ. μια χαρά τα πήγα.

γράφτηκα στη ρωμανική φιλολογία, γιατί με ενδιέφερε η ανάλυση των κειμένων.
κι αυτά τα πράματα, στις μητρικές γλώσσες αναπτύσσονται περσότερο. όταν με ρωτούσαν οι βέλγοι πού γράφτηκα, κι έλεγα 'ρομάν', με κοίταζαν και ξεροκατάπιναν με σιγουριά, δλδ ότι αποκλείεται να τα καταφέρω. είχε φήμη ότι ήταν δύσκολη σχολή. δεν καταλάβαινα γιατί κάτι που το αγαπάς να είναι δύσκολο.
δεν είχα επίγνωση, και δεν έχω ακόμη.
είναι καλό αυτό...
τα μαθήματα που είχαμε ήταν χωρισμένα σε ομάδες, και θυμάμαι τον πουγιάρ, που μας έκανε ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας. δεν είχε χρειαστεί να διαβάσω ούτε ένα βιβλίο σ' αυτό το μάθημα. με είχε προετοιμάσει η λίνα μακρή, όταν στα 13 μου είχα την τύχη να την έχω καθηγήτρια στο γαλλικό ινστιτούτο της αθήνας. τα 3 χρόνια που έμεινα στην ελλάδα ακόμη, από τότε που τη γνώρισα, στάθηκαν χρόνια εκπαίδευσης απ'αυτό το φωτισμένο άνθρωπο: σκαλί σκαλί, όλη η γαλλική λογοτεχνία είχε περάσει από πάνω μου, ακόμη και το έπος του ρολάνδου γνώριζα πριν φύγω στα δεκαπέντε-δεκάξι μου για το βέλγιο!
αιωνία της η μνήμη μέρες που είναι.
είχαμε και μάθημα με το ζακ, τι μάθημα ήταν αυτό δε θυμάμαι. ίσως ανάλυση κειμένου, και κάναμε μαζί του μπαρτ. θυμάμαι μόνο πως τον αγαπούσαν όλα τα παιδιά, κι αυτός άφηνε να εκδηλωθεί η ειρωνεία του για έναν άλλο καθηγητή, τον οτέν.
ο οτέν ήταν ένας κοντός καθηγητής με μούσι. ο μόνος που μιλούσε στον ενικό στους φοιτητές, κι ήθελε κι αυτοί να του μιλούν στον ενικό,
δεν ξέρω τον τίτλο των μαθημάτων του. πάντως μ'αυτόν εγώ θυμάμαι την ανάλυση κειμένων. μ' αυτόν, που έμαθα για τον γιάκομπσον, την κρίστεβα, τον μπακτίν, και χίλιους δυο άλλους που έχω ξεχάσει.
ο οτέν έκανε διαδραστικό μάθημα, κινητοποιούσε τους φοιτητές, περίμενε, άκουγε, μαρτυρούσε, ...
το λάτρευα το μάθημά του.
απαντούσα τόσο πολύ σ'ό,τι ρώταγε, που με άφηνε πάντα τελευταία, περιμένοντας με σιγουριά να του πω το σωστό. ο έρωτας και των δυο μας, πρώτα αυτού και μετά εμένα που φαίνεται είχα μυηθεί σ' αυτά που ήθελε αυτός, ήταν η ύφανση ανάμεσα στον ήχο και τις έννοιες. -παρονομάζ- και χίλια δυο άλλα.
μια μέρα μου είχε πει: είμαι πολύ ευχαριστημένος με σένα, φαίνεσαι να καταλαβαίνεις το μάθημα'. κι εγώ του είχα πει 'κι εμένα μ' αρέσει πολύ αυτός ο τρόπος να κοιτάζω τα κείμενα'...
φτάσαν οι εξετάσεις.
σιγά μη και δεν έγραφα εξετάσεις, εγώ η φυτούκλα. που όσο ήταν ανοιχτή η βιβλιοθήκη είμουνα μέσα, κι όταν έκλεινε, δυσκολεύονταν να με βγάλουνε.
ασχολούμουνα με τη λογοτεχνία από μόνη μου τότε, που και που είχα αλληλογραφία με τον ελύτη. τα μόνα μαθήματα που δε φοβόμουνα ήταν 'συγκριτική φιλολογία' και 'ανάλυση κειμένων'. πήρα και στα δύο 13 στα 20! μου κακοφάνηκε.
μια μέρα, που έβγαινα από τη βιβλιοθήκη, πετυχαίνω στο δρόμο τον οττέν. μου λέει:
-έλα δω εσύ! άκου να σου πω. τι χάλια εξετάσεις ήταν αυτές! ειλικρινά, αν έπρεπε να σε περάσω βάσει των εξετάσεων, πάνω από 6/20 δε θα μπορούσα να σου βάλω. σου έβαλα όμως 13 γιατί ξέρω πόσο καλή είσαι από τις επεμβάσεις σου στο μάθημα!
!!!
ακόμη τότε, δεν είχα καταλάβει ίσως πόσα πράγματα με είχε διδάξει αυτός ο καθηγητής μ'αυτή την ατάκα.
στα άλλα μαθήματα που δε με ενδιέφεραν και πολύ είχα πάει τόσο καλά ώστε να περάσω με την πρώτη -ιούνιο είχαμε περάσει 17 από τους 120 φοιτητές του πρώτου έτους!...
στα μαθήματα που είχα πάρει πολύ καλό βαθμό ήταν τα 'ιστορία τέχνης' και 'λαογραφία'.
ήθελα να κάνω την πτυχιακή μου, το λεγόμενο μεμουάρ, σε ανάλυση κειμένου που να αφορά είτε λαϊκή λογοτεχνία, είτε κάτι συνδυαστικό, δεν ήξερα τι.
μου λέει ο βαντεβίβερε ο συχωρεμένος: 'φακτέρ σεβάλ'!!!
μα δεν μπορούσα να το κάνω με τον βαντεβίβερε, γιατί αυτός δεν ήταν στο τμήμα της ρομάν, ήταν στην ιστορία τέχνης.
το κείμενο του φακτέρ ήταν 3 σελίδες. ανάλυση κειμένου και οικοδομήματος.
κανένας καθηγητής στη ρομάν δε συμφωνούσε. 'τι να γράψεις πάνω σ' αυτό, δε γίνεται'
όμως να ο οττέν και η ψυχανάλυση.
ελέν, να δουλέψεις με τη βοηθό μου τη ζινέτ μισό, θα την ενδιαφέρει πολύ, αυτή ειδικεύεται στην ψυχανάλυση και το κείμενό σου βασίζεται πάνω σ' ένα όνειρο.

α ρε οττέν...

αν ζεις, να είσαι καλά. αν πέθανες, ας ξεκουράζεσαι με τα βάσανα που τράβαγες στο πανεπ!

έτσι, ενώ όλοι οι άλλοι αρνούνταν, βρέθηκα να δουλεύω το μεμουάρ με θέμα: 'ανάγνωση ενός περιθωριακού κειμένου: αυτοβιογραφία του φακτέρ σεβάλ -μάρτιος 1903- και περιγραφή του ιδανικού παλατιού'

το κείμενο ήταν 3 σελιδίτσες. πάνω σ'αυτό έπρεπε να βγει ένα μεμουάρ το λιγότερο 70 σελίδων. βγήκε ένα μεμουάρ γύρω στις 170 σελίδες, βέβαια είχε μέσα και φωτο από το παλάτι.
οπλισμός για τη διερεύνηση του κειμένου: η αγαπημένη μου τότε κρίστεβα και ο αγαπημένος μου πάντα μπαρτ. μια μπέιμπι γραφομηχανή. ένας παιδεμός της ζινέτ μισό και του βαντεβίβερε, που ανέλαβαν το μεμουάρ.
σας διαβεβαιώ, πως όταν τύχει να το ανοίγω ακόμη σήμερα, το βρίσκω καλό.
η επιτροπή από όπου πέρασε χωρίς την παρουσία μου, έβαλε άριστα. σπάνιο για μεμουάρ της εποχής. έτσι πήρα καλό βαθμό στο πτυχία 'μεγάλη διάκριση', γιατί στα μαθήματα ο μέσος όρος ήταν σαφώς κατώτερος...
έγινε θέμα αυτο το μεμουάρ, και βρέθηκαν άλλοι καθηγητές πέραν της επιτροπής που μου το ζήτησαν, κι είπαν ότι δε φαντάζονταν πώς ένα τόσο μικρό κείμενο θα μπορούσε να βγάλει τόσο πράμα...
σαχλαμάρες...
ναι
το πρώτο μου βιβλίο. η πρώτη μου ανάσα και άνεση, να γράφω κάτι χωρίς να σκέπτομαι εξετάσεις και ιερά εξέταση.
η αγαπημένη, παιδική ελευθερία...
το πρώτο μου βιβλίο που δεν ήταν βιβλίο. η πρώτη δομή σκέψης που ήταν δομή γιατί δεν ήταν απέναντι στους άλλους, αλλά απέναντι σε μένα και στη χαρά του πλησιάσματος...

το πλησίασμα

να κοιτάς ένα κείμενο και να το αγαπάς ίσως, να θες να βρεις ένα τρόπο να σου μιλήσει...

να βρεις ένα τρόπο να ανοίξεις κουβέντα, πραγματικό τρόπο όμως, αλώβητο όσο μπορείς από δεδομένα πριν. ουτοπία, ε...
όχι, όχι. το παρόν του κειμένου δεν είναι ουτοπία, τόπος είναι όπου δεν υπάρχει άλλο απ' αυτό το ξαπλωμένο μπροστά σου κείμενο, μια κουρελού να την αγαπήσεις και να τη δεις και να κοιμηθείς πάνω της και να διαβάσεις τις γραμμές της κάθετα να μπλέκονται με τις οριζόντες γραμμές, ένα κείμενο είναι ένα έργο τέχνης, είναι ένα υφαντό, τεξτ...
τεξτ

η παρθένος τέξεται Υιόν, χριστούγεννα
μπορεί να τρελάθηκα κι εγώ, δεν πειράζει και τόσο
ο Λόγος Σαρξ

τι σχέση μπορεί να έχει αυτό που έγραψα με τα χριστούγεννα
κι όμως αυτό είχα ΑΝΑΓΚΗ να γράψω
τίποτα πιο κοντινό
μπορεί να είμαι μακριά
μα βλέπω ένα φωσάκι αιωνιότητας.

χρόνια πολλά, όλοι! χρόνια πολλά!

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

οι λέξεις που μοιάζουν

εδώ και καιρό, χρονάκια δλδ, φεύγει ο εαυτός από τη θήκη του και δεν ξέρω πού πάει.
στο νου μου έρχεται ο καθηγητής ευάγγελος χρυσός. πάντα διακριτικός, ευγενής, και ίσως μερικές φορές με μια αυστηρή καλοσύνη.
τον είχα γνωρίσει μόλις είχα τελειώσει το μεταπτυχιακό μου, σ' ένα συνέδριο στην αθήνα. αθήνα, τότε, ίσον για μένα η νεραϊδόπολη που μου έλειπε τόσο, όσο ξαφνικά την είχα αποχωριστεί στα 15 μου.
με προσκάλεσαν να μιλήσω σ' ένα συνέδριο, όπου είχα πάει απλώς να παρακολουθήσω. 'θα σας καλέσουμε σε κάποια στιγμή ν'ανεβείτε στο βήμα έτσι, να μας πείτε δυο πράματα για το τι κάνετε στο ντοκτορά που ετοιμάζετε, κι ίσως σας κάνουμε κανα δυο ερωτήσεις'.
τόσο όμορφα ειπωμένο, που είπα 'ναι, βεβαίως, γιατί όχι'.
τον χρυσό τον έβλεπα τότε πρώτη φορά, μαζί κι όλους τους άλλους.
-θα μιλήσετε; με ρώτησε.
-δεν ήρθα για να μιλήσω αλλά μου ζήτησαν, κι άρα ναι...
κλπ, ό,τι διαβάσατε παραπάνω.
κινητοποιημένος από το επάγγελμά του, καθηγητής δλδ πραγματικός, ο χρυσός μου λέει:
-τι λέτε δεσποινίς, δεν κάνουν έτσι οι σωστοί επιστήμονες!
εγώ είμαι καθηγητής χρόνια, και πάντα ανεβαίνω στο βήμα προετοιμασμένος. εσείς, για πρώτη φορά θα ανεβείτε στο βήμα σε διεθνές συνέδριο και θα είσαστε χωρίς χαρτιά; κι αν σας πιάσει τρακ; αν χάσετε τον ειρμό των σκέψεών σας; όχι, όχι, δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. κυρίως που είσαστε τόσο νέα και δε θα πρέπει να κάνετε άσχημο όνομα στην πρώτη σας ανακοίνωση. εγώ θα έφευγε τώρα, θα πήγαινα σπίτι μου να ετοιμάσω όσο πιο καλά μπορώ το κείμενό μου, και μετά θα επέτρεπα στον εαυτό μου να με καλέσει στο βήμα.
κι έπειτα είναι και το άλλο: πώς θα ανεβείτε χωρίς να είστε στο πρόγραμμα; θα πάρετε τη θέση κάποιου άλλου; θα κάνετε εχθρούς χωρίς να το καταλάβετε; α, πρέπει να είστε προσεκτική, εγώ στη θέση σας θα πρόσεχα περισσότερο.

φυσικά και με έπεισε.
ας έχει καλό, αυτό ήταν ένα μεγάλο μάθημα, που το φύλαξα μέχρι πολλά χρόνια.
έτσι κι έκανα: ετοιμάστηκα όπως για το βάπτισμα του πυρός, κι ακολούθησε ό,τι ακολούθησε.

από τότε αρχή μου είναι ετοιμάζομαι όσο μπορώ καλύτερα σε ανακοινώσεις ομιλίες κλπ. όσο μπορώ δλδ.

πέρασαν όμως τα χρόνια και μέσα μου γίνανε συμφύσεις.
συμφύσεις, ιατρικός όρος.
μου τον εξήγησαν, μιας κι έχω κάνει δυο τουλάχιστον χειρουργεία στο λαιμό: συμφύσεις είναι να γιάνει το τάδε κομμάτι, και να απλώνει κάπως και να μπερδεύεται με τα γύρω-γύρω, και μετά να είναι κάπως αχταρμάς κι όλα μαζί.
ε, συμφύσεις γίνονται και στο μυαλό τελικά: να θες να είσαι διανοούμενος τρομάρα σου, να νομίζεις ότι είσαι ή να προσπαθείς να πείσεις τους άλλους ότι είσαι και να προσπαθείς να δουλεύεις όπως στα μαθηματικά: με ένα κι ένα ίσον δύο. λατρευτική μέθοδος, λατρεμένη και λατρευτική, να υποβάλεις στη φιλολογία την άλγεβρα. σκέτη μαγεία.
κι ακριβώς, οι συμφύσεις είναι τα συναισθήματα: στο τέλος να αγαπάς τόσο πολύ αυτή την υποτιθέμενη έρευνα, να το φχαριστιέσαι τόσο πολύ, ...
όπως μικρή παρακολουθούσα το δρόμο με τα μυρμήγκια κι αναζητούσα από πού έρχονταν και πού πήγαιναν φορτωμένα, κι έβγαζα ένα από την αλυσίδα να δω τι θα γίνει... τους μπαχάλευα τη σειρά κι αυτά την ξαναέβρισκαν... ε, ναι, έτσι, απίθανη ενασχόληση.
αγάπη λοιπόν...
οι συμφύσεις δεν είναι ίσως φυσιολογικό πράγμα, είναι ωστόσο αναμενόμενη εξέλιξη.
οι συμφύσεις ανάμεσα στην περίπου επιστήμη μου και τα συναισθήματά μου ήταν λοιπόν μάλλον αναμενόμενες.
έτσι, εδώ και λίγα χρόνια, ίσως μετά το 2005, μου είναι αδύνατον να σεβαστώ ένα χαρτί σε μια ομιλία.
ακόμη κι όταν το έχω μαζί μου.
η κόρη μου λέει: μαμά, τι ετοιμάζεις ομιλίες; αφού το ξέρεις, το χαρτί θα το χάσεις στο τέλος, προς τι το ετοιμάζεις;
και γελάμε, καμαρώνω κι εγώ για τη βλακεία μου.
όμως έχει και μια δόση σοβαρής αλήθειας αυτό.
μαζί μ' όσα λίγα φυτρώνουν στο κεφάλι μου και προσπαθώ να τα γράψω, να τα βάλω σε τάξη κλπ, διαχέεται και η βαθιά κατάσταση ότι 'πω πω, ευτυχισμένη που είμαι μέσα σ' αυτά - δε γίνεται να ξεφουρνιστούν χωρίς το φούρνο τους - δε γίνεται να περάσουν χωρίς τη γλύκα της ομορφιάς με την οποία με έχουν ποτίσει - δε μπορούν να βγουν χωρίς την αγάπη που έχουν φέρει μέσα μου - δεν έχουν νόημα χωρίς το τεράστιο έργο που έχουν επιτελέσει σ' ένα μικρό τσόλι σαν κι εμένα, που χαίρεται τόσο πάνω σ' αυτά - κλπ κλπ κλπ...
συγκινήθηκα την πρώτη φορά που πήγα στην αλεξανδρούπολη, στο εθνολογικό μουσείο. παράτησα το χαρτί μου και τους είπα: αδύνατον να πω ό,τι έχω γράψει εδώ, δεν έχει νόημα μπροστά σας. διάδραση με το κοινό, όπως η νοικοκυρά που φέρνει το συκαλάκι της και το προσφέρει με χαμόγελο ιδιαίτερο στον επισκέπτη που αποδέχεται την τέχνη της...
τι γράφω τώρα...
σκέτος νασκισισμός
μα τι να γίνει
τα γράφω εξαιτίας μιας μετάφρασης.
ετοίμαζα μια υποτιθέμενη ομιλία, η οποία δεν υπήρξε καν.
ωστόσο υπήρχε προετοιμασία, λόγω των συμφύσεων με την αγάπη, με τη χαρά, με την αίσθηση της βλακείας, με το μεγάλο θαυμασμό κάποιου κειμένου. η προετοιμασία για την ομιλία αυτή ήταν μια μετάφραση. φαντάσου τώρα να κάνεις μια μετάφραση σε μια γλώσσα που δε μιλάς!!!
αρπάζεις το κείμενο που πάει να σου φύγει, το βάζεις κάτω, ρίχνεις όλο το βάρος σου πάνω του, το παρακαλείς να μείνει, αυτό θέλει να λακίσει, εσύ εκεί, γρήγορα γρήγορα ανοίγεις λεξικά, γρήγορα γρήγορα φτιάχνεις ένα χαρμάνι με ιστορίες παρόμοιες, με λέξεις που έχουν παρελθόν, κι αποφασίζεις να του χτίσεις ένα μικρό τοίχο μπας και λακίσει και άντε μετά να το ξαναβρεις.
για να χτίσεις δλδ μια τέτοια μετάφραση, φτιάχνεις καταχθόνια εκρηκτικά που διαλύουν την τριμένη από τα χρόνια λέξη, και την κάνουν να υποφέρει μέχρις ότου σου φανερώσει από πού ήρθε και πώς ήταν πριν...
στο τέλος το κείμενο υποφέρει τόσο πολύ, αιμόφυρτο όπως το κατήντησες, που παραδίνεται. ησυχάζει κάπως μπρος σου
κι εσύ έχει την ενοχή ότι το χτύπησες, το κράτησες, είσουνα βάναυσος/η απέναντί του, μέχρις ότου τα'φτυσε, άρχισε να σου μιλάει, και μέσα απ' αυτά που αρχίζει να σου λέει, ομολογεί με κλάμμα και δυσαρέσκεια τους θησαυρούς που κρατούσε έτσι ξαπλωμένο στο χαρτί, τόσους αιώνες...
γιατί ένα κείμενο είναι πάντα ξαπλωμένο, όπως οι πόλεις του σελίν...
οι πόλεις, πάντα ξαπλωτές δίπλα σ'ένα ποτάμι, σαν κοπελιές που ζωγράφιζε ο σεζάν, ανάμεσα στην πρασινάδα
έτσι και τα κείμενα
ξαπλωμένα πάνω στα κόκκαλα των αγίων τους
τρέφονται με το βλέμμα τόσων και τόσων αναγνωστών-θανάτων...
θεριεύουν στην πολιτεία τους που αρδεύεται αιώνες από νάματα και νάματα...
μπερδεύεται το πανηγύρι με τις λέξεις...
όλα γίνονται ένα...
ανάγνωση
γνώση
γνόφος
αγνωσία (κάτι σας λέει αυτό, έτσι δεν είναι;)
απερισκεψία μαλακωμένη από το θησαυρό που έχεις μπροστά σου κι αρχίζει και κουνιέται...
βία και χαρά της βίας που γεννά ησυχία
ησυχία που κρατά τη χαρά του 'κάτι έκανα'
ένα κείμενο που βγαίνει με άλλες λέξεις
ένα μετάφραση-κείμενο
με πολλά λάθη που μοιάζουν μπολιάσματα για καινούριους βλαστούς...

τόση χαρά στη μετάφραση του τρελού της λάιλα.

καλημέρα σας, χρόνια πολλά, και τι να πω! αν διαβάσατε μέχρις εδώ... χαρά στο κουράγιο σας! εγώ από ανάγκη έγραφα. ευχαριστώ γιατί είμαι ένα μυρμήγκι στο δρόμο της ανάγκης.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

το ξυλοπάπουτσο. χριστουγεννιάτικο παραμύθι της δυτικής ευρώπης

ο ροδινός, είναι αλήθεια, δεν ένιωθε και πολύ άνετα.
πρώτον, τα ρουχαλάκια του δεν ήταν και πολύ ζεστά μ' αυτό το κρύο, αλλά τι να έκανε; είχε συνηθίσει.
δεύτερον, τέτοιες γιορτιάτικες μέρες, τα παιδιά του σχολείου τον είχαν βάλει ακόμη πιο πολύ στην άκρη. ακόμη κι επίτηδες να μην το έκαναν, τι μπορούσαν να του πουν; αυτοί μιλούσαν για τα δώρα που περίμεναν, τα ρούχα που ετοιμάζονταν, τις προετοιμασίες του τραπεζιού των χριστουγέννων, τα ξύλα στο τζάκι για τη γιορτή, και, κυρίως! για το παπούτσι που θα άφηναν στο τζάκι, να το γεμίσει ο αγιο-βασίλης του τόπου τους με τα δώρα! όλοι θα πήγαιναν στην εκκλησία τη νύχτα των χριστουγέννων! με τα πιο καλά τους ρούχα! μετά θα έτρωγαν και θα έπιναν με τη φασαρία της γιορτής, των συγγενών, την ευωχία της πιο χειμωνιάτικης και ζεστής γιορτής!
Και προπαντός ΔΕ ΘΑ ΞΕΧΝΟΥΣΑΝ!!! θα άφηναν ένα παπουτσάκι στο τζάκι, και το πρωί των χριστουγέννων θα έβρισκαν εκεί τα δώρα του παπα-χριστούγεννου! ΤΟ ΠΑΠΟΥΤΣΆΚΙ ΘΑ ΞΕΧΕΙΛΙΖΕ ΠΑΙΔΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΕ ΚΑΡΑΜΕΛΛΕΣ ΜΕ ΣΟΚΟΛΑΤΕΣ ΜΕ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΕΥΧΕΣ και ποιος ξέρει με πόσα καλούδια ακόμη...
τι να πουν στο ροδινό;
ο οίκτος τους είχε και μια δόση απαξίωσης: ορφανός, στα χέρια μιας τσιγγούνας θειάς που ποτέ δεν ερχόταν να πει μια καλή κουβέντα γι' αυτό το παιδάκι στους δασκάλους. κι οι δάσκαλοι, με τη βαρεμάρα της αδιαφορίας, σαν είχαν νεύρα, σ' αυτό το αγγελούδι τα βγαζαν. Το προστάτευε κανείς αυτό το παιδί; θα τους μίλαγε κανείς; ούτε καν η συνείδησή τους...
παραγκωνισμένος ο ροδινός, έπαιζε κουτσό, χάζευε τα περιστέρια που έτρωγαν τα ψίχουλα των συμμαθητών, τους άκουγε να μιλούν για προετοιμασίες γιορτινές... χαιρόταν όμως που έβλεπε χιόνι και ήλιο μαζί, κι ας κρύωνε! κυνήγαγε τα πουλιά μιλούσε στους συμμαθητές, που του απαντούσαν με τη βία... φορτωμένος δάκρυα σχεδόν έφτασε στην εκκλησία για τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία. αταίριαστος. με τα καθημερινά του ρούχα. η γρια θειά θεωρούσε μεγάλο δώρο να τον ταϊζει κάθε μέρα, του το τόνιζε αυτό, πως χωρίς εκείνη θα ήταν πεταμένος στα δρόμο και να κάνει το σταυρό του που, όσο ανάποδος και να ήταν, όσο κι αν της κόστιζε αυτή η καθημερνή θρέψη του, αυτή τον είχε στο σπίτι της κι έπρεπε αυτός να το ξέρει καλά και να λέει 'ευχαριστώ το θεό που βρέθηκες καλή μου θεία και με τρέφεις, και να βοηθάω κι εγώ στο σπίτι, όχι να λες 'θεία, πόσο θα 'θελα κι εγώ κάτι ακόμη για τα χριστούγεννα' ντροπή είναι'... ο ροδινός μπήκε στην εκκλησία, με το βλέμμα των συμμαθητών καρφιτσωμένο στην πλάτη του... με την αδιάφορη συμπόνοια των άλλων, που του έκαναν χώρο να περάσει μόνο και μόνο να μην αγγίξει τα πλούσια ρούχα τους τυχόν και λερωθούν... νύχτα και οι καμπάνες χτυπούσαν γιορταστικά, όλοι μαζί στην εκκλησιά . στο τέλος της λειτουργίας, όλοι έβγαιναν χαρούμενοι προς το σπίτι και τη γιορή που τους περιμενε.
τα σκαλοπάτια της εκκλησίας ο ροδινός είδε ένα παράξενο θέαμα:
στο χιόνι που είχε κάτσει κι αυτό να γιορτάσει χριστούγεννα όπως πάντα,
πάνω στο χιόνι που είχε καλύψει το περβάζι στο πλατύσκαλο της εκκλησιάς ένα παιδί! ναι, ένα παιδί! κοιμόταν!
δεν ήταν ζητιανάκι, αφού δε ζητούσε τίποτα. κι αφού δε ζητούσε τίποτα, τον κοίταζαν, προσπέρναγαν όλοι χαιρετώντας και ευχόμενοι καλά χριστούγεννα ο ένας στον άλλον.
ο ροδινός, που δεν είχε εδώ που τα λέμε και πού να ευχηθεί, κοίταξε το παιδί με συμπαθεια και ενδιαφέρον.
πώς κοιμόταν εκεί αυτός ο μικρός φίλος; δεν κρύωνε; το πρόσωπό του δε φαινόταν να κρυώνει, αντίθετα, είχε κόκκινα μαγουλάκια, τα μαλλάκια του ακουμπούσαν στο χιόνι και προστάτευαν ίσως από μόνα τους το μικρό πρόσωπο. όμορφος πού ήταν...
ο ροδινός κοιτάζοντάς τον όπως ένα παιδί κοιτά τη χαρά του κόσμου, συνεπάρθηκε από το εξής θέαμα:
αυτό το παιδάκι δεν είχε παπούτσια. δεν είχε παπούτσια! τα ποδαράκια του πρέπει να κρύωναν που ακουμπούσαν τη χιονισμένη γη και το χιονισμένο πρεβάζι, κόκκινα ήταν...
αυτό ήταν συμπάθεια για το ροδινό: φορούσε ξυλοπάπουτσα, κρύωναν και τα δικά του ποδαράκια.

μα πιο πολύ ο ροδινός σκέφτηκε με το απίθανο μυαλό των παιδιών:
ο αγιο-βαίλης, ο παπα-χριστούγεννος, ΠΟΎ ΘΑ ΕΒΑΖΕ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΙΔΆΚΙ;

γιατί ο ροδινός, όσο δύσκολα κι αν περνούσε, σκεφτόταν τη γλύκα της απαντοχής:
και αυτός θα άφηνε το παπουτσάκι του, έστω το ξυλοπάπουτσο, στο τζάκι! δεν μπορεί! κα΄τι θα άφηνε και σ' αυτόν ο παπα χριστούγεννος αγιοβασίλης... αυτή η σιγουριά και η ελπίδα τον έκανε να νιώσει πιο αλληλλέγγυος με το παιδάκι που κοιμόταν στο χιόνι.
χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε με ευκολία το ένα ξυλοπάπουτσο από το ποδαράκι του και το άφησε δίπλα στο ποδαράκι του κοιμισμένου παιδιού.

όταν θα 'ρχόταν ο παπαχριστούγεννος, θα έβρισκε το ξυλοπάπουτσο και θα ακουμπούσε τα δώρα του! ο ροδινός γύρισε σπίτι του χαρούμενος!
περίμενε κάτι, ένα δωράκι! κι επί πλέον, με ένα παπούτσι που του έμεινε, βρήκε την ευκαιρία κι έπαιζε κουτσί μέχρι να φτάσει σπίτι...
η θειά περίμενε με ανησυχία!
είχε ετοιμάσει μια σούπα καλύτερη από τις άλλες μέρες, ήταν καλή αυτή!
τον είδε να φτάνει χαρούμενος κι αυτό λιγάκι την εκνεύρισε. όταν όμως τον είδε με ένα ξυλοπάπουτσο, και τον ρώτησε τι έγινε και χαρούμενος ο ροδινός της είπε το κατόρθωμά του, που άφησε το παπουτσάκι στον άλλον πιτσιρικά που κοιμόταν μόνος του γιατί, πώς θα του άφηνε δώρο ο παπαχριστούγεννος αγιο-βασίλης; Τότε,
η γριά σχεδόν χάρηκε: να η ευκαιρία να βγάλει δικιολογημένα την κακία της!
-τι έκανες εκεί βρε παλιόπαιδο! άφησες το παπούτσι σου! κι εμένα δε με σκέφτηκες; τόσα λεφτά ξοδεύω για πάρτι σου βρε, και θα πρέπει τώρα να βρίσκω κι α΄λλο παπούτσι για να μην παγώνεις εσύ; με τέτοια διαγωγή και περιμένεις δώρο στο ξυλοπάπουτσό σου; με σύγχυσες! για τιμωρία σου να πας να κοιμηθείς νηστικός τώρα, να σου πω εγώ, να δίνεις τα πράγματά σου από δω κι από κει! και το πρωί βέργες για ξύλο θα βρεις στο παπούτσι σου, τόσο άσκεφτο και ανηπάκουο παιδί που είσαι! σα δε ντρέπεσαι!

ο ροδινός κοιμήθηκε χωρίς να καταπιεί τα δάκρυά του. το προσωπάκι του λούστηκε στην απονοιά της θείας, μα και τόσων ανθρώπων γύρω του.
μα το παιδί, πάντα είναι παιδί... το παιδί έχει ελπίδα, ναι, κοιμήθηκε κι απλώθηκε το χαμόγελο με τα όνειρα γύρω του
και σ' αυτόν ίσως, ας κοιμηθεί τουλάχιστον, ας κοιμηθεί κι ας παίζει ταμπούρλο η κοιλίτσα από την πείνα, ας κοιμηθεί γιατί μόνο αν κοιμόταν θα ερχόταν ο παπαχριστούγεννος...

...
Πρωί πια, κι ο ήλιος του χάιδεψε τη μύτη!
ξύπνησε με αγωνία χαρούμενη, έξω ακουγόταν φασαρία! περίεργη φασαρία, κι ο ροδινός άνοιξε γρήγορα τα ματάκια του.
τι να δει! το ξυλοπαπουτσάκι του!!!! ναι! ξεχείλιζε!
ένα ζεστό πανωφόρι, ένα καλάθι παιχνίδια, γλυκά, καραμέλες, δώρα, δώρα, δώρα!!!
το κρύο τζάκι ήταν ξεχειλισμένο δώρα!
ο ροδινός δεν πίστεψε πως ονειρευόταν, γιατί, το περίμενε η αθώα καρδιά του. αυτό ήταν τα χριστούγεννα: η χαρά του.
η γριά θειά δεν πίστευε στα μάτια της! πώς; ποιος, από πού...
ήξερε αυτή με τη σιγουριά των λογαριασμών της ότι αυτά τα πράγματα δε γίνονται...

κοίταξαν μαζί έξω:
τα παιδιά διαμαρτύρονταν και κουβέντιαζαν μεταξύ τους:
το πρωί ξύπνησαν κι είχαν βρει βέργες ξερές μέσα στα παπούτσια τους, έτσι έλεγαν.
ο ροδινός έγινε σφαίρα:
έτρεξε το πλατύσκαλο της εκκλησιάς, να ρωτήσει το φίλο του, τι έγινε, εντάξει με τον παπαχριστούγεννο αγιοβασίλη και το ξυλοπάπουτσο;
βρέθηκε σε μια μεγάλη παρέα μπροστά που κοίταζαν σα χαζοί: δεν υπήρχε παιδί πάνω στο χιόνι. το χιόνι όμως βαστούσε το σχήμα από ένα παιδικό κορμάκι: από τη μια μεριά, ένα φτωχό ξυλοπάπουτσο που κανείς δεν είχε αγγίξει.
από την άλλη, στη μεριά του κεφαλιού, ένα χρυσό φωτοστεφανάκι πάνω στο χιόνι...
όλοι έκαναν χώρο με σεβασμό στον φτωχό χαρούμενο:
εκείνος πήρε το παπουτσάκι του, κι όλοι κατάλαβαν πού, ακριβώς, είχαν γίνει τα χριστούγεννα στον τόπο τους...


είθε και μέσα μας φίλοι μου.



----------------------- το παραμύθια αυτό, με υπέροχη εικονγράφηση μονόχρωμη, μου το είχε κάνει δώρο όταν ήμουν φοιτήτρια ο αγαπημένος μου κύριος χούσμαν, ο γερμανός μουσικολόγος που φόρτωσε την ψυχή μου με το δώρο της αγάπης. κάπου δάνεισα αυτό το βιβλίο και δε μου επεστράφη ποτέ. βάστηξα όπως όπως στην καρδιά μου την ιστορία. σας την αφηγούμαι ως μητέρα, ναι, και μην κοροϊδέψετε, δεν είμαι η μάρθα βούρτση, απλώς, μια μαμά είμαι.
που πιστεύει στα χριστούγεννα (αλλά όχι στα λαμπάκια, χα χα χα)

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

ίσως χρειάζεται γενnαιότητα για να κρατάς τους φίλους.

ναι, ίσως χρειάζεται γενναιότητα για να κρατάς τους φίλους.
να μη σταματάς μπρος στη διαφορά.
ή ακριβώς, να στέκεσαι μπροστά στη διαφορά, και να αγαπάς τον άλλον πέρα απ' αυτήν, δλδ μέσα απ' αυτήν.
έτσι ζύγιασα πολύ, δλδ όσο μπορούσε το φτωχό μου το μυαλουδάκι, τούτη την ανάρτηση.
κι αποφάσισα να γράψω.
μου ήρθαν ευχές για τα χριστούγεννα και τη νέα χρονιά, από φίλους αλλόθρησκους.
σίγουρα αυτό είναι πολύ ευγενικό.
κι εγώ, που μένουν κοντά μου φίλοι μουσουλμάνοι, σπεύδω να τους ευχηθώ 'κουλ αμ ουα άντουμ μπιχάιρ' κλπ όταν έχουν κάποια γιορτή.
αυτό που με ξένισε όμως ήταν το εξής, στην κάρτα που έλαβα:

από τη μια οι ευχές για τα χριστούγεννα, κι από την άλλη μια παράθεση του κορανίου όπου αναφέρεται:
'ο χριστός ιησούς, ο γιος της μαριάμ, δεν είναι περισσότερο από απόστολος του αλλάχ, και ο λόγος του προς τη μαριάμ και ένα πνεύμα από αυτόν (τον αλλάχ). πιστεύεται λοιπόν στον αλλάχ και στους αποστόλους του. (ιερό κοράνιο 4, 171)'

μα, αν εγώ γιορτάζω χριστούγεννα με θρησκευτικό τρόπο, τότε θα παρακαλούσα να μην βασιζόμαστε πάνω στη διαφορά μας για να μου ευχηθούν οι φίλοι μου που δεν πιστεύουν στην ίδια θρησκεία με μένα. για μένα, που θέλω να είμαι χριστιανή, ο χριστός δεν είναι απόστολος, είναι θεάνθρωπος, γιος του θεού και πρόσωπο της αγίας τριάδος.
αν πάλι δε γιορτάζω χριστούγεννα με θρησκευτικό τρόπο, γιατί ας πούμε δεν έχω επαφή με τη θρησκεία του τόπου μου, και πάλι δε χρειάζομαι την αναφορά στο τι πιστεύεται από το ισλάμ για τον χριστό.

έτσι δεν είναι;

παρακαλώ, αν κάποιος γράψει τη γνώμη του εδώ, ας σκεφτεί να μην πληγώσει κανέναν με τις τοποθετήσεις του. ο καθένας μας ας σεβαστεί τη γνώμη και τη θρησκεία του άλλου.
δε θέλω την πόλωση, μα θέλω τη συ-ζήτηση...

για τους μετανάστες. κάποτε ήμουν κι εγώ.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ

Με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας των Μεταναστών

που καθιερώθηκε από τον ΟΗΕ να τιμάται στις 18 Δεκεμβρίου,

η Ελληνική Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών (ΕΔΗΜ) θα δώσει Συνέντευξη Τύπου

την Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

ώρα 12:00 μ. στα γραφεία της, Ακαδημίας 17, 2ος όροφος,

για να παρουσιάσει τον Α΄ τόμο από το δίτομο συγγραφικό-ερευνητικό έργο της

κ. Ήρας ΄Εμκε-Πουλοπούλου, με τίτλο: «Η ζωή των μεταναστών στην Ελλάδα»,


ΕΔΗΜ, Εκδόσεις Βογιατζή, Αθήνα, 2009

Ο παρόν πρώτος τόμος εξετάζει το νομικό καθεστώς, τη γνώση της ελληνικής γλώσσας,

την απασχόληση, τις συνθήκες εργασίας, την κοινωνική ασφάλιση και τα ατυχήματα των μεταναστών.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε θέματα προσφύγων.

Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Πρόεδρος της ΕΔΗΜ κ. Μιχαήλ Παπαδάκης.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

802 asteia.

Αναγωγή στη μονάδα όταν ένας κλάδος δέντρου, έστω γενεαλογικού, εκλείπει.
Κόβει ο ξυλοκόπος το κλαδί να μη γέρνει το δέντρο,
Μα το δέντρο
Σα συλλαβές μετέωρες στο κρουστό του ανέμου δέρμα
Σωπαίνει με φρικτή προσπάθεια,
Μην ακουστεί
Το άγγιγμα το ανήθικο του κάθε πιθανού διαβάτη
Πιθανώς.
Άρρωστος
Άμορφος
Άγνωστος\
Ένας αν
Άνθρωπος
Ανασαίνει πίστη βλέποντας την ενασχόληση με το τίποτα.
Θα ήθελα να μπορούσα να προσευχόμουν στη ζωή που φεύγει και πάει πιο μακριά
Θα ήθελα να γονατίσω στα τερτίπια της άμμου και σαν παιδί να μαζέψω ξανά τα κοχύλια που μάζευα παιδί
Να κοιτάξω ξανά
Τη ζωή μέσα στο θόρυβο του ανύποπτου και του οικείου.
Όμως
Ζαλίστηκα στην προσπάθεια.
Άδειασαν τα μαγικά κουτιά με τη μουσική, ο αγέρας θύμωσε σε κοίταξε
Το δέντρο σώπασε ντροπιασμένο
Σε θέλω
Μα δε θα μπορούσα να περιμένω ποτέ κάτω απ’ αυτό το κομμένο δέντρο.

eleni kondyli.2009-12-13

τα 39 σκαλοπάτια

μπορεί να πνίγομαι στη δουλειά, αλλά χάρη στο διαδικτυακό περιοδικό 'βακχικόν', πήγα θέατρο!
ζήτησα και πήρα δύο προσκλήσεις για το

θΕΑΤΡΟ ΚΝΩΣΣΟΣ
και έργο:
ΤΑ 39 ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ


το θέατρο βρίσκεται στην οδό κνωσσού, που είναι διασταύρωση με την πατησίων κοντά στην πλατεία αμερικής.

μπαίνεις μέσα και η θεατρικότητα εμφανίζεται απλά, συντηρητικά και μεγαλειωδώς στην αρχιτεκτονική του χώρου.
υπάρχει σαφώς θεατρικότητα και θεατρική ατμόσφαιρα σε όλο το χώρο.

ως άμουσος ίσως, ή πολυαπασχολημένη με διάφορα κι όχι πάντα ευχάριστα, δε γνώριζα τίποτα για τα 39 σκαλοπάτια. όταν κέρδισα τις προσκλήσεις κι αποφάσισα να πάω, πάτησα κι ένα κλικ στο διαδίκτυο και λυπήθηκα όταν είδα κάποιον, ανώνυμο (φυσικά) να γράφει ότι 'κι αν το δείτε κι αν δε το δείτε, το ίδιο κάνει, δε σας προσφέρει τίποτα', κάπως έτσι. η ίδια η εμπάθεια αυτής της γραφής ακύρωνε από μόνη της το περιεχόμενο και στεναχωρήθηκα.
είχα πει όμως ότι θα πήγαινα να ξεσκάσω και να δω από μόνη μου αν θα έχανα την ώρα μου.

τη σκηνοθεσία να σας την περιγράψω ανάμεσα στο εκκρεμές της τρομερής αγγλικής θεατρικής ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ και τη σουρεαλιστική σκηνοθεσία του μεταμοντέρνου όπου ο ηθοποιός κουβαλά μαζί του το σκηνικό του και φεύγει με αυτό, ή αλλάζει σκηνικό μπροστά στο θεατή και τον μεταφέρει ετσιθεληματικά και αγέρωχα από τον έναν τόπο σε έναν άλλον ΑΥΤΟΜΑΤΑ, ή από το ένα πρόσωπο στο άλλο, μπροστά σου, όπου τα πρόσωπα δε ζητούν συγγραφέα αλλά επιβάλλονται στον τσιτωμένο θεατή:

ως θεατής είσαι τσιτωμένος
εν εγρηγόρσει: η σκηνοθεσία είναι τόσο καλή, αβρή, οικεία, παράξενη, τολμηρή, οδυνηρή, ξύπνια, έξυπνη, τερτιπιάρικη, που εσύ δε σταματάς να γελάς, να εκλπλήσσεσαι, να φοβάσαι (ακούς και κάτι αναπάντεχα μπαμ που έχουν πολύ πλάκα και πολύ ξάφνιασμα) και ως θεατής
ως θεατής, βλέπεις, χαίρεσαι, ζεις, ξυπνάς!

παιρνώντας η ώρα βλέπεις και χαίρεσαι και θαυμάζεις κι ένα άλλο θετικό στο ανέβασμα αυτού του έργου:
το παίξιμο.
τι λες μωρή, 'παίξιμο';
να, θέλω να πω πώς σιγά-σιγά ξυπνάς στην 'αλληλουχία' των ρόλων που μόνο πολύ καλοί ηθοποιοί μπορούν να ανεβάσουν με τέτοια γρηγοράδα μπροστά σου. τέσσερις ηθοποιοί ρυθμίζουν μια αλυσίδα ρόλων.

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΠΑΙΞΙΜΟ!

ΜΗΝ ΤΟ ΧΑΣΕΤΕ
θέλω να γράψω κι άλλα αλλά δεν προλαβαίνω τώρα,
γράφω κάτι για ισλαμική τέχνη με πολλά νεύρα και επίσης μεγάλη τσίτα, καλημέρα καλή κυριακή σε όλους

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

τα έτυμα.

τα έρημα τα έτοιμα!
πάς στο τάδε πολυκατάστημα, κι ανάλογα με τα φράγκα που έχεις, το φοράς το πράμα.

πάς και στο λεξικό, κι ανάλογα με το λεξικό, και το λεξιλόγιο, και τις γνώσεις που έχεις, την ξέρεις τη λέξη.

παλιά λέγανε πως μόνο 'συρ μεζύρ' έρχονταν καλά τα ρούχα.
και μόνο σαν έβγαζες ανάσα, ρόγχο, επιφώνημα, φυσικό θόρυβο είσαι αληθινός, όπως ίσως όταν κάνεις έρωτα, κι έχεις ανάγκη να σκούξεις. να βγάλεις από μέσα σου ό,τι νιώθεις, όωπς το νιώθεις.
ή όταν γεννάς, κι εγώ γεννάω σαν τις γύφτισσες, ή φωνάζω ή ανασαίνω χλιμιντρίζοντας,
μα πάνε αυτά,
δε γεννάω πια, γέρασα.
αλήθεια, κι όταν μιλάω, μπορώ ακόμη να μιλήσω ή έχω περάσει στο χλιμίντρισμα, στο χρεμέτισμα,
ή στο ασβέστωμα, και τα λογάκια μου τα 'χω μετρήσει τώρα ανάλογα με της ηλικίας τα χρόνια και τα χρώματα, στο πηλίκον μιας ζωής με το ένα πόδι στον τάφο και το άλλο να χορεύει απέξω και να παίζει...
τι να πεις
η μανία με τα έτυμα που έχουν ένα ύψιλον ποτήρι γεμάτο που ξεχειλίζει
είναι ένα πρόβλημα.

μου τρώει το κεφάλι.
το κεφάλι μου είναι άδειο σούπερ μάρκετ, ό,τι έχει μείνει μέσα είναι μάλλον άχρηστο, δεν το έχει πάρει κανείς. κάποιοι μπορεί να μπουν να πάρουν ό,τι θέλουν.
στην αδειοσύνη του θυμάμαι το 'τάμπουλα ράζα'
τάμπουλα ράζα
τάμπουλα ράζα

ναι, μπορείς να ξεχάσεις το παρελθόν μα δεν μπορείς να ξεχάσεις το μέλλον, που έλεγε κι ο τρελλός βέλγος που δε θυμάμαι πια πώς τον λενε.

όταν μεταφράζω πολλές φορές το μυαλό σταματάει.
βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με το κενό του.
και διαρκώς δεν ξέρει.

είναι μαγεία να μην ξέρεις!
δεν αναγνωρίζεις τίποτα, είσαι σε μια πόλη που δεν ξέρεις πού, από πού, τίποτα. πού είσαι, πού πάς, τι στο καλό...

ΚΟΙΤΑ


κοίτα, είναι μια αρχή.
δεν υπάρχει καλύτερο νήμα της αριάδνης απ' αυτό. κι ο μινώταυρος μικραίνει, και μικραίνουν κι οι δαγκωνιές του, άσε που δε σε νοιάζει πια.

κι άμα πας σε κάθε λέξη και την κοιτάζεις σαν πόρνη πόλη που σε γέλασε και σε οδήγησε στην ηδονή και μετά σε παράτησε στα κρύα του λουτρού;
τι γίνεται;
πουτάνες λέξεις!
-ήρθε κι ο λακάν τώρα, και ψιθυρίζει στο διπλανό του τον κλασικό ψυχίατρο πως όντως πρέπει να με μαζέψουνε έτσι που μιλάω, αλλά ο άλλος δεν έχει καταλάβει και χαζεύει αμέριμνα-

κι εγώ από εκδίκηση βάζω τον καφέ μου πάνω στο αραβικό λεξικό μου.
του αφήνω σημάδια, όπως αυτά που κουβαλάω μέσα μου, όταν σαπίζω τον εαυτό μου στο ξύλο καθώς του λέω: 'να μωρή, πάρε και τη μία, πάρε και την άλλη, που θες να μου παραστήσεις τη μεταφράστρια και δεν ξέρεις τι σου γίνεται', χα χα χα, να ένα αστείο, να δέρνεσαι μέσα σου όταν σε πιάνει ο οίστρος της μετά
ταξης
από το λέω στο καταλαβαίνω

κι από το 'καταλαβαίνω;'
στο 'πώς να το πω;'

όλη η φασαρία γιατί πριν καμιά δεκαριά μέρες πλησίασα, κόρταρα, τσούγκρισα, κόρναρα, έβρισα, δάκρυσα, τράκαρα μετωπικά μ' ένα κείμενο.

'μαζνούν' είναι ο τρελός.
μα τρελός, πώς;


ξέρετε σεις, εγώ όχι. τώρα πάω να κάνω δουλειές. γυναικεία γραφή βλέπετε και θ' ασχοληθώ με το γιο μου. καλή κυριακή.

τα έτυμα και τα ...

μεγάλη μανία έχει ο κόσμος ο απλός με την ετυμολογία
κι εγώ βέβαια στον απλό κόσμο ανήκω, όπως όλοι μας.
να λες δλδ 'πολιτισμός' και να σκέφτεσαι από πού ξεφύτρωσε αυτή η λέξη;
εντάξει, εύκολο (όχι και τόσο)
και να σκεφτεσαι
πόλη
πόλεμο
πολ
όπου πολλοί μαζί, ειρήνη ή πόλεμο
πόλη ή πόλεμο

τέλος πάντων. άλλο ήθελα να γράψω, αλλού κατέληξα.
δεν πειράζει, η κούραση και η υπερένταση γύρω από κάτι σκέψεις-ζουζούνια που μου τριβελίζουν το λίγο μυαλουδάκι εξαιτίας μιας αγαπημένης μετάφρασης που έκανα πριν δέκα μέρες, και μου έχει μείνει...

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

η κασσιανή της τετάρτης, χα χα χα

Πώς να διαβάσω μαμά
Χωρίς χέρια
Αδύνατον να ψιλαφήσω αυτά που λες. Εσύ μιλάς με την αυστηρότητα της γενιάς σου κι εγώ κατατρύχομαι αφού παλεύω με τα όνειρα του σπιτιού που με γέννησε
Μαμά το σπίτι που με γέννησε έχει τέσσερα δωμάτια: σ’ ανατολή και δύση παίζω, καθώς κοιμάμαι υποχρεωτικά τη μέρα και τη νύχτα, και τι μου λες για τους μεσημβρινούς τους τοίχους και τα πρωινά με τη σόμπα και το γάλα σε πλαστικό πιατάκι
Ένα γατάκι να ήμουνα μαμά και τι στον κόσμο
Τώρα ένα τίποτα με κράζει
οι βλαστήμιες πέφτουνε σα χαλάζι και πονά το σώμα μου στον κάθε πόρο.
Ανάμεσα σε θλίψη κι ελευθερία μια γυναίκα πλένει τα πιάτα της και μαγειρεύει. Οι ποιητές τρομάζουν. Σα γράφει ποιήματα η γυναίκα αυτοί δε θέλουν γιατί φοβούνται μήπως χαλάσει η σούπα με τα πράματα, και βγουν αυτοί απέξω να φωνάζουν ότι ξεχάσαν τα κλειδιά και πώς να τραγουδήσουν, σκασίλα μου, η γυναίκα συνεχίζει τη ζωή της
Άλλο περιθώριο δεν έχει παρά να μην τους δώσει σημασία. Αυτοί, τη σημασία τη θέλουν.
Χαράζουν στον αέρα σύστημα μπράι για να βλέπουν.
Ένας κρότος
Κρότος τοις ωσίν.
Ήταν άραγε ο πυροβολισμός του θεού ή να ‘ταν ένα απλό χειροκρότημα;

ελένη κονδύλη 2009-12-02

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

ομιλία για τη μεσαιωνική αραβική λογοτεχνία

Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Σπουδών Μέσης Ανατολής
και
το Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
σας προσκαλούν
σε εκδήλωση που θα γίνει στις 2 Δεκεμβρίου 2009, ημέρα Τετάρτη, ώρα 7μμ στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών, οδός Καπλανών 6
(Καπλανών είναι η οδός ανάμεσα στη Σκουφά και τη Σόλωνος οριζοντίως, και καθέτως προς τη Μασσαλίας και Σίνα, μετρό Πανεπιστήμιο)
με θέμα

Εερωτική ή/και μυστική αραβική ποίηση του πρώιμου μεσαίωνα;


την ομιλία θα επιχειρήσει η Ελένη Κονδύλη,
αν. καθηγήτρια κλασικού αραβικού πολιτισμού και λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών
η κυρία Φαντίλα Μονζέρ θα μας διαβάσει αποσπάσματα από αριστουργήματα της εποχής στα αραβικά
ο κύριος Νίκος Κεφαλάς, ηθοποιός, θα απαγγείλει αποσπάσματα Αράβων ποιητών της εποχής σε ελληνική γλώσσα (μετάφραση δική μου).

μπορεί, αν θέλετε, να ακολουθήσει συζήτηση.