Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

κάτι.

απρόσκλητη λέξη
που πέφτεις βαριά στην ώρα ετούτη και βλέπω την τύχη.
άσπλαχνη, πλαστική, κι όσο κι αν έχουν λειάνει τις γωνίες της,
να κρύβει τον κύκλο της ζωής...
όλα, ζαριά είναι μέσα μου.
ζάρα, χα!
τις συλλαβές ανακατώνω με δύναμη κι επίγνωση
όπως ο στρατιώτης καθαρίζει το όπλο του, περιμένει στη σκοπιά τα φαντάσματα του πιο τρελού αέρα, της επώδυνης απουσίας,
για να εκπυρσοκροτήσει, για να χαθεί.
και μετά, η απώλεια.
μια απώλεια ποτέ δεν είναι πολύ στην ουσία.
'είναι λίγη, πολύ λίγη',
σα φιλί σε κρόταφο πεθαμένου.
και πολύ είναι, αλλά άσε.
τούτο πια, ποίημα δεν είναι,
είναι παφλασμός.
κύμα αδιεξόδων που ζητούν απολογία.
κύμα ολόλευκων πυρετών χωρίς αναγνωριστικά βροχής.
πέφτει μονάχα η ζωή σ'ένα σύνορο.
η ζωή γίνεται μια κόψη ξυραφιού
τραγουδάω σαν αλήτης στο πέρασμα του κρυμμένου χρόνου
που μου χαμογελάει,
κανείς άλλος δε βλέπει.
ο χρόνος, μου απλώνει ένα χαλί ολάνθιστο δυστυχία.
ο χρόνος είναι δρόμος.
γνέφω ιστορίες με τα λουλούδια στο λιβάδι του
περνώ το κατώφλι της απουσίας, της απώλειας, της τυχερής μου μέρας.
εδώ δρομολογείται η βροχή. μια σιωπηλή βροχή που στάζει απόγνωση.
δεν αναγνωρίζω πια τίποτα, όλα, μα όλα, σιωπούνε

και κατεβαίνω στο βυθό.




----------
ελένη κονδύλη.

άλλη φορά, το 7κλπ. και η αιτία.

σήμερα σηκώθηκα στις 8!!!
επειδή μου φώναξαν να σηκωθώ!
σηκωνόμουν πάντα πολύ νωρίς μέχρι τώρα.
το σάββατο έχω κληθεί να μιλήσω για κάτι πολύ προσωπικό: για την εμπειρία μου στην εντατική.
επειδή θεωρώ ότι αυτό είναι τόσο προσωπικό που δε χρειάζεται χαρτιά, ήθελα αυτή την εβδομάδα να καντράρω μέσα μου το θέμα. αντί για περίληψη, έστειλα στο συνέδριο τα ερωτήματα που εγείρει τουλάχιστον σε μένα αυτή η κατάσταση και η αντιμετώπισή της, και αποφάσισα να φέρω στη μνήμη όλα τα εκείνης της εποχής για να μπορεσω να μιλήσω.
δεν ήξερα όμως πόσο αυτό θα με κούραζε.
είναι περίεργο και παράξενο.
γι'αυτό και πολύ ενδιαφέρον.
έτσι λοιπόν νιώθω ότι τώρα πρέπει να σταματήσω. θα συνεχίσω όταν μπορώ. πραγματικά τώρα μου είναι δοκιμασία να συνεχίσω.
παράξενο...
δεν φανταζόμουνα ότι θα το βίωνα με τόση ισχύ. θα συνεχίσω λοιπόν άλλοτε.

ακόμα πιο μικρό 6

σπίτι...
ω, σπίτι...
βρήκα σπίτι μια βουλγάρα.
να βοηθάει. ωραία. εγώ ό,τι και να έκανα, που έκανα μόνο πολλά τίποτα, κουραζόμουνα φοβερά.
χα, έφτασε δευτέρα.
έφυγαν τα τρία πιτσιρίκια για το σχολείο. σεραφείμ τρίτη δημοτικού, αννούλα 3η γυμνασίου, λουκάς 2α λυκείου.
ήρθε η ματθίλδη, και κάποιος είχε φέρει κέικ. μου έδωσαν ένα κομμάτι αλλά μου έπεσε! ζήτησα συγγνώμη απ'τη βουλγάρα, η οποία ευγενέστατα το μάζεψε και μου έφερε ένα άλλο κομμάτι. όμως μου έπεσε και αυτό, κι άρχισα να έχω απορίες...
γιατί...
μα δεν προχώραγε το μυαλό,
έκανα κάμποσα βήματα να δω την τζαμαρία της κουζίνας...
πήρα το κινητό μου, μα κι αυτό δεν μπόρεσα να το κρατήσω. έπεσε κάτω. μου το ξαναέδωσε, μα ήταν αδύνατο να το κρατήσω.
δεν καταλάβαινα ότι δεν είχα αφή.
χτύπησε δύο φορές το τηλέφωνο.
η τότα. ο άρης.
εγώ τους ρώτησα πού το έμαθαν.
η ματθίλδη ήρθε, και πάντα με το χαμόγελο πήρε τηλέφωνο τον αδελφό μου και τον παναγιώτη μάλλον...
δεν πολυξέρω.
έβλεπα στην αυλή το ποδήλατο του λουκά...
είχα παράπονο... δεν ήξερα πια τη λέξη για το ποδήλατο...
μεταφέρθηκα πάραυτα σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο.
τι δωμάτιο θέλω;
να μπω μέσα;
ναι, έπρεπε μάλλον, θα ήταν καλύτερα.
ένα μοναχικό δωμάτιο, μιας και είχαμε ιδιωτική ασφάλεια.
αρχίζω να μη θυμάμαι πια πολλά...
είμαι αποσπασματικά εκεί... καροτσάκι, ευγένεια, μαγνητική, πόνος...

ένας γιατρός έρχεται και μου σφίγγει το χέρι. δεν το ξεχνάω. μου λέει: έχετε ανεύρυσμα στον εγκέφαλο, που δυστυχώς, (το τονίζει), έχει σκάσει. θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πάνε όλα καλά.
τον ευχαρίστησα για τη χειραψία. αυτή η κίνηση, να νιώθεις δλδ ολόκληρος όταν είσαι άρρωστος.

θέμα αξιοπρέπειας...

ένα μικρό 5.

λοιπόν, ξύπνησα εκείνη τη δευτέρα πρωί, εκείνο το μάρτη του 2003, στο τάδε δημόσιο νοσοκομείο.
είδα τη ματθίλδη να χαμογελάει, και γεμάτη υπερηφάνεια της είπα: ματθίλδη, αν το χτεσινό ήταν εγκεφαλικό, αυτό τώρα είναι το δεύτερο!
η ματθίλδη με κοίταγε με κάτι ολοστρόγγυλα μάτια σαν πιατάκια, και μια νοσοκόμα ήρθε γρήγορα στο οπτικό μου πεδίο, και μου είπε:
-πώς σε λένε;
ξέρω ότι δεν μπόρεσα να της απαντήσω, κι έχασα τις αισθήσεις μου ...
όντως, είχα νιώσει τα ίδια με την προηγούμενη μέρα. κάψιμο και φριχτό πόνο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. ξύπνησα αργότερα.
πονούσα βέβαια, αλλά όλα καλά. μπορούσα με τη βοήθεια ανθρώπων να πάω μέχρι την τουαλέτα. το βράδυ ήρθε η περσούλα κοντά μου, από το σαλόνικα, είχε αφήσει τα παιδιά στον παναγιώτη. ζήτησα να φύγουν όλοι, γιατί ένιωθα πλέον καλά, συνεχιζόταν μεν ο πόνος, αλλά όλα έβαιναν σαφώς καλύτερα. μπορούσα να κάνω και χιούμορ. (μπρρρρρ...)

μου έμεινε και η περηφάνεια ότι αναγνώρισα τα συμπτώματα, κι είχα την εξυπνάδα να το πω, έστω και λίγο αστεία. έτσι νόμιζα!
κούνια που με κούναγε!
μετά από καιρό η ματθίλδη μου αποκάλυψε ότι δεν είχα πει τίποτα!
είχα γυρίσει και της μιλούσα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα! προφανώς είχα χάσει το λόγο;
αυτό που δεν καταλαβαίνω, είναι, πώς; μα πώς; νόμιζα ότι της είχα πει αυτή την πρόταση.
ακόμη κι αν είχε αποσυντεθεί η γλώσσα, το κέντρο του λόγου, πώς τα λένε αυτά, γιατί εγώ νόμιζα ότι το έλεγα κανονικά; δε με άκουγα;
σπάω το κεφάλι μου, κι ακόμη δεν το καταλαβαίνω. αν κάποιος το καταλαβαίνει ή το ξέρει, ας μου το πει!

την άλλη μέρα ήρθε ο επικεφαλής γιατρός με τη παρέα του.
ήταν ευγενέστατος.
τον ρώτησα πότε θα βγω.
-σε λίγες μέρες. αλλά θα πάτε σπίτι σας, όχι αλλού!
-και πότε θα πάω για δουλειά;
-το νωρίτερο σε 40 μέρες!
-τι λέτε! δε γίνεται!
-τι δουλειά κάνετε;
-καθηγήτρια.
-α, και τι μάθημα;
-αραβικό πολιτισμό.
-υπάρχει τέτοιο μάθημα στα σχολεια;
πανεπιστήμιο κλπ.
ο γιατρός αυτός γύρισε σε έναν από τους νεότερους που ήταν δίπλα του, και είπε, κοιτάζοντας εμένα και αυτόν το γιατρό:
πρέπει να σας κάνουμε μια μαγνητική προτού πάτε οπουδήποτε. επειδή εδώ δεν έχουμε (ή κάτι τέτοιο), εσείς, -γύρισε στο νεαρό συνάδελφο- θα αναλάβετε να δείτε πού θα πάει να την κάνει το αργότερο εντός δέκα ημερών, για το λογαριασμό του νοσοκομείου! και να έρθετε να της πείτε, πριν να φύγει.

μάλιστα.
ξανάρθε μόνο του το καθήκι.
με την ευγένεια της εξαρτώμενης γυναίκας του είπα:
-εσάς επιφόρτισε ο κύριος τάδε να βρείτε πού θα πάω;
-ναι, αλλά αυτός το είπε έτσι. θα βγείτε εσείς, και θ'αρχίσετε να παίρνετε τηλέφωνο, κι όταν μας βρείτε, θα σας πούμε.

το κέρατό μου μέσα, και συγγνώμη. αχ αμαλία, αχ αμαλία...
εσύ ήσουνα παιδί μου ίσως, κι έφυγες, γιατί συνάντησες πολλούς τέτοιους και λίγους καλούς.

δεν έβλεπε δλδ αυτός ο παχύδερμος καθαρματένιος ότι στα 46 μου είχα τρία παιδιά, ένα κεφάλι με τρομερούς πόνους λόγω των αιμοραγιών, αλλά θα έπαιρνε 'να παίρνω τηλέφωνα'...
μου ανάβουν τα αίματα όχι από θυμό, μα από λύπη, γιατί να μη σκέφτονται μερικοί άνθρωποι τους άλλους...
αν ήταν στη θέση μου; και πόσοι άνθρωποι είναι σήμερα στη θέση μου, με αυτόν ή τον άλλον τρόπο...

μετά δυο μέρες, δλδ στο τέλος της βδομάδας επέστρεψα σπίτι.
βγήκα από δημόσιο νοσοκομείο, έχοντας κάνει δύο αιμοραγικά εγκεφαλικά επεισόδια, με την εξής αγωγή:

'θα πονάτε μέχρι να απορροφηθεί το αίμα'.

αυτό ήταν όλο.

καμία 'άλλη' αγωγή, και καμία απολύτως συμβουλή για τίποτα. μόνο να μένω στο σπίτι.

ΔΗΛΑΔΗ, ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. ή έτσι νομίζω.

η περσεφόνη έφυγε, και γύρισε πίσω στη θεσσαλονίκη. αυτό που έκανε για μένα, όσο είμαι άνθρωπος, δε θα σβήσει ποτέ. ποτέ.

(συνεχίζεται)

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

4.

τέλος πάντων, κατάφερα να τελειώσω τις διορθώσεις των εξετάσεων και να τις παραδώσω με μεγάλη καθυστέρηση.
κυριακή του μάρτη...
δύσκολη μέρα η κυριακή. εκείνο τον καιρό.
όμως εκείνη τη συγκεκριμένη κυριακή, πήγα στην εκκλησία ως συνήθως με τα πιτσιρίκια, γύρισα σπίτι, κι ένιωθα μια απίστευτη ευφροσύνη. λες και όλα λάμπανε. μια χαρά που ήθελα να μοιραστώ με όλο τον κόσμο.
ίσως να ήταν μοναξιά αυτή η χαρά, και να μην ήταν χαρά. αυτό το σκέφτομαι τώρα, κι ίσως έχω άδικο.
έστειλα εκείνο το μεσημεράκι μυνήματα σε όλους σχεδόν τους φίλους μου. και έγραψα κι ένα μικρό μέιλ στη φίλη μου τη σοφί που ζει στο παρίσι. είχα πολύ καιρό να της γράψω, πάνω από τρεις μήνες. καλή της ώρα και τώρα.
μετά πήγαμε με το παναγιώτη και τα παιδιά σ'ένα μακ, που άρεσε στο σεραφείμ.
ωραία ήτανε. ήπια μια ή δυο μπύρες, και μόλις φτάσαμε σπίτι, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο είπα: πάω να την πέσω, κουράστηκα τώρα!
μπήκα στο ίντερνετ, να δω τι γίνεται (έξη βλέπετε), και ξάπλωσα στον καναπέ...
σε λίγο ένιωσα οτι μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, κατά κυριολεξία όμως, όχι μεταφορικά. ο πόνος ήταν ένα εντελώς αφόρητο πράμα, λες και σου καίγανε το κρανία προς τον αυχένα. σηκώθηκα, δεν ήξερα τι να κάνω, πήγα στην τουαλέτα, στην τουαλέτα γιατί; ούτε που υπήρχε λόγος, παραπατώντας πήγα στο κρεβάτι μου, χωρίς να προλάβω τίποτα έβγαλα ό,τι είχα φάει. όμως το περίεργο ήταν ότι δεν είχα γεύση. καμιά γεύση στο στόμα.
ο παναγιώτης σκέφτηκε δηλητηρίαση.
μέσα μου έλεγα: ή μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλικό πρέπει να είναι αυτό.
ποιο νοσοκομείο εφημερεύει; τηλέφωνο, μάθαμε.
-μπορώ να περπατήσω, του λέω.
μαλλον όχι.
φτάσαμε στο εφημερεύον νοσοκομείο.
φύλακας:
-τι θέλετε;
-δηλητηρίαση, λέει ο άντρας μου.
-μάλλον μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλικό του λέω εγώ.
φορίο και φύγαμε.
μια ουρά ασθενών και συντρόφων απίστευτη.
φωνή από την προ¨σιταμένη: τάδε! τάδε! -μα, εμείς, περιμένουμε, κλπ! ναι, αλλά προηγούνται τα πιο επείγοντα... έλεγε εκείνη ευγενικά. ένας χαμός και μισός.
...
κυκλοφορούσα μέσα στο πλήθος με το ανάκλιντρό μου. πονούσα τρομερά στο κεφάλι. κάπου με πήγαιναν. φαινόταν σαν να ήταν βράχια κάτω, ένιωθα να παραπαίω, σε κάθε γκαπ του φορίου, ένας αφόρητος πόνος. πηγαίνοντας έχασα τις αισθήσεις μου. ξύπνησα αργότερα. πριν καταφέρω να ανοίξω τα μάτια μου, άκουγα τη συζήτηση για μένα...
τα παιδιά;
τα παιδιά;
αγγειογραφία. αστείο περιστατικό, μα δεν έχω αυτή τη στιγμή θέση για αστείο. άλλωτε θα γελάσουμε μ'αυτό. όσο νάναι δοκιμασία. φυσικά με κράτησαν στο νοσο.
δε θυμάμαι πια τίποτα από κείνη τη μέρα. κοιμήθηκα ως τούβλο. αυτό βέβαια γίνεται πάντα όταν κοιμάμαι...
ξύπνησα την άλλη μέρα σε κρεβάτι νοσοκομείου. δίπλα μου στην καρέκλα η ματθίλδη, η γυναίκα του αδελφού μου. πάντα με το ίδιο χαμόγελο της υπομονής και της προσφοράς.
τα παιδιά;
-έχει έρθει η περσεφόνη από τη θεσσαλονίκη, μην ανησυχείς, το βράδυ θα έρθει να σε δει.
-η περσεφόνη!!! από τη θεσσαλονίκη! τι χαρά! και τι ευγνωμοσύνη...

(συνεχίζεται. είμαι ηλίθια που τα γράφω όλα;) όπως και να 'ναι, είναι θύμησες κοτρώνια. βαραίνουν. αύριο έχω μάθημα. καλή βδομάδα)...

3. συνέχεια εκ του προηγουμένου, λοιπόν, εκείνη την εποχή....

θα πρέπει να βρω αρκετή παγερότητα για να περιγράψω τη συνέχεια.
αντί παγερότητα, βρίσκω παρηγοριά σ'ένα από τα πιο ναρκισιστικά μου ενθύμια.
τίποτα όμως δεν είναι 'μονόπαντο' στη ζωή. ναι, ναι, ναρκισισμός από τη μια μεριά, αλλά και βάσανο της αδυναμίας από την άλλη.

είχα μάθημα το χειμερινό εξάμηνο σε μια αίθουσα του 8ου ορόφου. χώραγε δε χώραγε τους φοιτητές του αραβικού πολιτισμού. ήταν ευχάριστη αίθουσα, χωρίς έδρα, ευτυχώς, είχε τραπέζια για τους μαθητές κι ένα τραπέζι για το δάσκαλο. όταν τα παιδιά δε χωρούσαν στην αίθουσα που ήταν μια κοινή αίθουσα, ήταν απλό: ανοίγαμε την πόρτα και παρακολουθούσαν απέξω. καταλαβαίνετε τι δώρο ήταν για μένα αυτό. πολύ μεγάλο. να μπαίνεις μέσα στην τάξη και να τυγχάνεις αποδοχής. δεν είναι πάντα έτσι για κανέναν. εκείνη την εποχή προφανώς χρειαζόμουν αυτή την αποδοχή. ζούσα δύσκολες στιγμές. αυτή η αποδοχή με στήριξε πολύ. άλλοτε θα σας γράψω και για έναν καθηγητή συχωρεμένο, τον ευαγγελίδη, που μου στάθηκε.

τέλειωσε το μάθημα κάπου χριστούγεννα. εξετάσεις μετά. κάποια δυσκολία κι αργούσα να διορθώσω, οικογενειακά προβλήματα, ιράκ, κι ένας πονοκέφαλος άνευ προηγουμένου κι άνευ σταματημού. αλλά σχεδόν τον είχα συνηθίσει.

εν τω μεταξύ, φτάνει μέσα φλεβάρη, κι αρχίζουν τα μαθήματα του εαρινού εξαμήνου. μου έχουν δώσει την ίδια αίθουσα. κάτι μου λέει ότι θα μπορούσα να ζητήσω ίσως μια μεγαλύτερη, αλλά σκέφτομαι: τι λες βρε ελένη, μήπως έχεις καβαλήσει το καλάμι; κι αν πας και δεν έχεις μαθητές; άδε πρώτα να δεις...
βλέπετε τα μαθήματα του αραβικού πολιτισμού και λογοτεχνίας ήταν επιλογή, μόνο. δεν ήταν τότε πουθενά και για κανέναν υποχρεωτικά.
δε θα το ξεχάσω αυτό: πάω 9 η ώρα το πρωί για το μάθημα, ημέρα παρασκευή.
η φασαρία στο διάδρομο μεγάλη. όλος ο διάδρομος με κόσμο.
-δε χωράμε! λένε τα παιδιά.
-περιμένετε να ζητήσω από την κοσμητεία άλλη αίθουσα και επιστρέφω.
-όχι, όχι, έχουμε βρει εμείς, μου απαντά μια ψηλή και σοβαρή μαυρομαλλούσα. απλώς σας περιμέναμε.
-μα ξέρετε αν έχουν άλλοι μάθημα;
-δεν έχουν, πάμε.
στις σκάλες η συζήτηση βέβαια για το ιράκ.
με το έτσι θέλω των παιδιών βρέθηκα στο μεγαλύτερο αμφιθέατρο της σχολής...
σχεδόν γέμισε.
ήμουνα έκθαμβη.
τα παιδιά ήταν ήσυχα! και τόσα!
ενώ έκανα μάθημα, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο γιώργος, υπάλληλος της κοσμητείας, εξαιρετικό παιδί. τρομάζω, γιατί σκέφτομαι κάτι έγινε.
ο γιώργος λέει: κανονικά εδώ έκανε μάθημα ο κ.Χ. δε θα διδάξει σήμερα. πω πω κόσμος!
κρατήστε το αμφιθέατρο, ο κύριος Χ θα διδάξει στην τάξη που σας είχαμε δώσει πριν.
το θυμάμαι ακόμη.
δε θα το ξεχάσω ίσως ποτέ, ότι τα παιδιά με περίμεναν για να με κατεβάσουν κάτω...
μπορεί να είμαι πολύ εγωίστρια και να το θυμάμαι.
μα τους χρωστάω ευγνωμοσύνη... πολύ ευγνωμοσύνη. άλλωστε, τα έχασα τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά. τα είδα μόνο μια φορά ακόμη.
ήταν τρίωρο μάθημα μια φορά την εβδομάδα. εκείνη τη χρονιά, εκείνο το εξάμηνο, μπήκα στην τάξη δυο φορές, αυτήν εδώ, και την επόμενη. μετά τα πράγματα άλλαξαν...

(έπεται συνέχεια, και εδώ)

2. ήταν η εποχή που ...

(συνέχεια εκ του προηγουμένου, χα χα χα!)

ήταν η εποχή που αποτέλειωνα το βιβλίο για τον άδωνη. δλδ ήταν ένα υφαντό όπου το βιβλίο του άδωνη ήταν ένα κυρίαρχο πράμα στη φτωχή μου σκέψη, κι εγώ τότε λεγόμουνα πηνελόπη, ή γυναίκα του πρωτομάστορα, ή το ίδιο το γιοφύρι της άρτας, δε θυμάμαι καλά. 'ολομερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν', αυτές τις μεταφράσεις τις έφτιαχνα και τις χάλαγα βράδυ πρωί.
για χρόνια...
μετά ήρθε η άνοιξη.
και οι αμερικανοί θέλησαν να επιτεθούν στο ιράκ.
η αγωνία με έτρωγε. δε μ'αρέσουν τα ταξίδια, όταν χρειάζεται να πάω κάπου το απολαμβάνω, αλλά από μόνη μου δεν πάω πουθενά. τη βαγδάτη δεν την έχω δει ποτέ μου, ποτέ δεν πήγα εκεί, αλλά είναι ψέμμα να λέω ότι δεν την έχω δει. είναι αστοχία.
τη βαγδάτη την έχω ενστερνιστεί κατά κυριολεξία.
μια σελίδα βαγδάτη είναι έξω από το γραφείο μου με μια πινέζα. ελεύθερη στα χέρια του οποιουδήποτε. κανείς ακόμη δεν την έχει αγγίξει, πάρει, χαλάσει.
η βαγδάτη είναι ο εαυτός μου, το πάθος μου, τα πάθη μου.
έβγαλα 4 εξώφυλλα με αυτή την ίδια βαγδάτη, έτσι για να δημιουργηθεί ζήτημα και να λένε 'καλά, το ίδιο βιβλίο είναι; -όχι. -και γιατί έχει το ίδιο εξώφυλλο; τρελλή είναι; -μπορεί! -ή μήπως ρε παιδί μου κάτι τρέχει εκεί κάτω....
αφορμή για κουβέντα.
γιατί ό,τι γίνεται σήμερα εκεί, ετοιμαζόταν χρόνια...

το 2003 όμως, μάρτης, ήταν τα πρόθυρα της Μεγάλης Καταστροφής. της Μεγάλης Παρασκευής του Ιράκ. δεν έχει ακόμη Πάσχα εκεί κάτω.

η αγωνία μου ήταν μια τρελή αγωνία. για τους ανθρώπους και τη χώρα. και για την ιστορία της. και για τον τόπο.

εκείνη την εποχή, το διαδικτυακό σπίτι μου ήταν το ε-μισσοσ.ντζι-άρ, αλλά δεν είχα πληρώσει το τηλέφωνο και δεν είχα ίντερνετ. πήγα έξω, πήρα τηλέφωνο την περσούλα από τη θεσσαλονίκη, και της ζήτησα να με πάρει, γιατί όπωσδήποτε ήθελα να αναρτήσω κάτι για τη βαγδάτη. η περσεφόνη, καλή της ώρα, δε μου χάλασε χατήρι.
μέρα τη μέρα και οι αμερικανοί ετοιμάζονταν για το μεγάλο ντου.
ακούγαμε νέα κάθε μέρα.
πολλοί είμαστε που αγωνιούσαμε.

1. σας έχει συμβεί;

ο Χ ήταν μαθητής μου. μάθημα αραβικός πολιτισμός, μετά με άλλους αραβική γλώσσα, μετά εργασίες, μετά φιλία. να μη σας τα πολυλογώ, σήμερα τελειώνει τη διατριβή του με θέμα την αραβική ιστορία σε ένα πανεπιστήμιο στην ευρώπη.
κυρία, θέλω κι εγώ μια φορά να πάμε κάπου και να σας κεράσω!
δεν αρνήθηκα. ήταν τότε που ακόμη δεν είχε πάρει ούτε το πρώτο του πτυχίο.
επέλεξε ένα πολύ όμορφο παλιό σπίτι στην ιπποκράτους που είχε γίνει κρεπερία. φάγαμε κρέπες.
είμαστε σ'ένα τραπέζι για δύο, στη γωνία δίπλα στο παράθυρο του εσθιατορίου.

και ξαφνικά κάτι με διαπέρασε. προφανώς φάνηκε. το παιδί ανησύχησε.
-τι έγινε; μου λέει.
-τίποτα, απαντώ.
ο Χ, με την αγωνία της αγάπης στο δάσκαλο, μου έπιασε το χέρι που ήταν πάνω στο τραπέζι και μου λέει:
-όχι. κάτι έγινε. θέλω να μου πείτε τι έγινε.

τι να πω;
αυτό που ένιωσα.

-να, του λέω. αν πρέπει να το πω, θα το ονομάσω 'εμπειρία θανάτου'.
-δλδ, τι;
-ένιωσα χωρίς προετοιμασία ότι μόλις έκλεισε μια πόρτα πίσω μου που δε θα ξανανοίξει ποτέ, και κατεβαίνω ήσυχα ήσυχα την πλαγιά. κανένας δεν είναι μαζί μου. αυτό ένιωσα.

το παλλικάρι πού να καταλάβει.
για μένα ήταν όμως ακριβώς κάτι σαν εμπειρία θανάτου.

αρχίζω να γράφω μια μεγάλη ιστορία.

τι μου χάρισε ο τζίνγκο.


ευχαριστώ από καρδιάς!

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

ζάλμοξη άσε τις αηδίες και κλείσε τα φώτα στις 8.30 σήμερα να κάνεις οικονομίες!

ορίστε μας!
που μας προτρείνεις να τα ανάψουμε όλα! χαιρέκακε! και τι θα κερδίσεις, ε;

ΛΟΙΠΟΝ, ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, ΣΤΑΘΕΡΟΊ!


ΣΤΙΣ 8.30 ΣΒΗΝΟΥΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ.


έλα μαζί μου και σβήσε το φως, θα σου πω μια ιστορία για έναν ουρανό που αλλιώς σε φαίνεται...

κάναμε κατασκήνωση στην παραλία του σίμου...
τα παιδιά όλα μικρότερα...

το νησί, του παμούκ ή δε θυμάμαι ποιού. τα δυο παιδιά στην εώρα, κι εγώ κάτω, στην άμμο...
διάβαζα.
τους άρεσε τόσο...

μια από τις όμορφες στιγμές.

και μετά, ξαπλωμένοι όλοι μαζί στην άμμο. με σεντονάκι το σκοτάδι μιας ερημικής παραλίας, και την τηλε όραση να παίζει:
ήταν τότε δυνατόν, κι έπαιζε εξαιρετικά καλά! βλέπεις δεν υπήρχε ηλεκτρικό σε ακτίνα χιλιομέτρων. έτσι τα αστέρια, τα μικρά, τα μεγάλα, τα χρώματα του γαλαξία, το φωτοστέφανο του φεγγεριού, η κυρία νύχτα φιλόξενη...

μόνο έτσι έχεις την καλύτερη τηλε/όραση.

αν σβήσουμε τα φώτα, θα δούμε έναν ουρανό πιο φιλόξενο, και μια γη, έστω και για μια ώρα, λιγότερο φορτωμένη.


και πού ξέρεις!

η ευαισθητοποίηση μπορεί να απλώσει και να γίνει απαίτηση στο μαύρο κόσμο που ζούμε...
ε; τι λες ζάλμοξη;

σβήσε τα φώτα, κοίτα το φεγγάρι....

ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ!

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ταουφίκ αλ-χακίμ, πατέρας του αραβικού θεάτρου, πληροφορίες από το προηγούμενο.

Νάχντα, η αραβική Αναγέννηση, κατέστη δυνατή όταν το αραβικό στοιχείο αναζήτησε την ελευθερία του από τους Οθωμανούς και οραματίστηκε μια καινούρια θέση στον παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτό έγινε κυρίως τον 19ο και 20ο αι.
Η Αναγέννηση των Αράβων ήταν αφενός η αφύπνιση της αραβοσύνης και καλλιέργεια της πολιτιστικής ταυτότητάς τους που έδωσε κατά το Μεσαίωνα τόσο γενναίους καρπούς, αφετέρου η ένταξη των μοντέρνων παγκόσμιων αξιών του ανθρωπισμού.

Η Αίγυπτος έπαιξε ηγεμονικό ρόλο σ’ αυτό, από ιστορικής πλευράς, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Στη λογοτεχνία επίσης η Αίγυπτος ήταν πρωτοπόρος.
Δύο είδη της τόσο πλούσιας αραβικής λογοτεχνίας ορίζονται χαρακτηριστικά της Αναγέννησης. Είναι το μυθιστόρημα και το θέατρο.
Πρώτο γνήσιο μυθιστόρημα σε αραβική γλώσσα, η Ζάινεμπ, 1914, του Αιγύπτιου Χουσείν Χαϊκάλ (1880-1956). Μοναδικό Νόμπελ αραβικής λογοτεχνίας ο Ναγκιμπ Μαχφούζ, επίσης Αιγύπτιος.
Ίδια πρωτιά στο θέατρο: πατέρας του σύγχρονου αραβικού θεάτρου ο Ταουφίκ αλ-Χακίμ, Αιγύπτιος επίσης.

Τιμή λοιπόν σήμερα, ημέρα του θεάτρου, στον Παναγιώτη Καρματζό που συνέβαλε στις αραβικές σπουδές στην πατρίδα μας μεταφράζοντας από τα αραβικά στα ελληνικά, έργα του όντως ιδρυτή του θεάτρου στον αραβικό κόσμο.

Το θέατρο με τη μορφή που το γνωρίζουμε, άρχισε στον αραβικό κόσμο με μεταφράσεις ευρωπαϊκών έργων. Το 1848 ανέβηκε για πρώτη φορά στη Βηρυτό Ο Φιλάργυρος του Μολιέρου.
Ο πρώτος αραβικός θίασος ιδρύθηκε στο Κάιρο το 1912 από τον Τζουρτζ Άμπιαντ. Έγιναν διάφορες προσπάθειες μέχρι τον περίφημο Ταουφίκ αλ-Χακίμ, 18989-1987. Η πρωτοπορία τους έγκειται στο εξής γεγονός:
Έκοψε τον ομφάλιο λώρο με την ευρωπαϊκή πρωτιά, γιατί ανέβασε τα χίλια πρόσωπα της αραβικής γλώσσας στο πάλκο του θεάτρου, και μαζί μ’ αυτά, τις φλόγες της αραβικής κοινωνίας που αναζητά ένα νέο όραμα. Ο χωρικός
Σε 15 χρόνια, ανάμεσα 1933 και 1949, έγραψε έργα όπως:
Οι άνθρωποι της σπηλιάς (για τους Επτά Παίδες εν Εφέσω),
Ο Προφήτης Μωάμεθ (από την ισλαμική παράδοση),
Σαχραζάντ (από τις 1001 Νύχτες),
Ο Σοφός Σολομώντας (από την ανατολική παράδοση),
Πυγμαλίων,
Οιδίπους βασιλιάς, - εδώ δε χρειάζεται να αναφέρω τίποτα.

Στον πλούτο αυτό των θεμάτων, Ανατολή και Δύση (και η Ελλάδα με τις πάμπολλες θεατρικές παραστάσεις των ελληνικών κοινοτήτων έπαιξε σημαντικό ρόλο που δεν έχει ακόμη διερευνηθεί), τη Δύση εκφράζει και η Ελλάδα.
Τα ανοίγματα του εν λόγω συγγραφέα άγγιξαν το παλαιό και το νέο, την επίκριση και την κατάκριση κοινωνικών δεδομένων και θεσμών.
Με τον αλ-Χακίμ, το κοινωνικό θέατρο και το θέατρο του παραλόγου αγκαλιάζονται. Η νοσταλγία του τόπου με το όνειρο του ανοιχτού ορίζοντα και της προόδου γίνεται πληγή στο είναι του καθενός, το παιδικό τραγούδι γίνεται σύμβολο, δυνατό, η μοναξιά των ανθρώπων απεκδύεται τη λογική ΤΟΥΣ, και γίνεται διαμαρτυρία…

Συνδυαστικός, πολύτροπος Οδυσσέας ο Ταουφίκ αλ-Χακίμ, με έντονο κοινωνικό αγώνα, προσπαθεί να δώσει τροφή για σκέψη στο κοινό του. Το θέατρο είναι η αναγέννηση του λαού εν δράσει. Το όνειρο της ανεξαρτησίας, το όραμα της ανάπτυξης, η κραυγή ενάντια στο κατεστημένο και την προκατάληψη….
Συμβολικός, ρομαντικό, ρεαλιστικό, ανατρεπτικός, σαρκαστικός, κωμικός, τραγικός καμμιά φορά επαναστάτης, και, γι’ αυτό το τελευταίο, αισιόδοξος, ενθαρρύνει προς ένα καινούριο κόσμο. Για να γεννηθεί το καινούριο χρειάζεται πόνος και μόχθος και θυσίες, και μετά, η χαρά είναι μεγάλη.

Έτσι και η εκλεκτή σκηνοθέτις κυρία Καίτη Μανωλιδάκη, άφραξε το σύμβολο της γέννας για να νοηματοδοτήσει στα μάτια μας τη σχέση ανάμεσα στα δύο έργα των οποίων θα δείτε αποσπάσματα:
Όταν γεννιέται ένα παιδί, στην Αίγυπτο, την 7η μέρα, μαζεύονται όλοι να γιορτάσουν το ευτυχές γεγονός με μια χαρούμενη φασαρία με γουδοχέρια: γερό και σιδερένιο να ‘ναι το παιδί, και με ορμήνειες και ευχές για το μεγάλωμά του, και με κραυγές χαράς.
Τέχνη και κραυγή ωστόσο γίνονται εκρηκτικό μείγμα για να σπάσουν το φράγμα των συμβόλων και των αδιεξόδων.

Στο πρώτο έργο, Το Τραγούδι του Θανάτου, υπάρχει ένα αγόρι που μεγαλώνει μακριά από τη χήρα μάνα του.
Στο δεύτερο έργο, που έχει τίτλο ‘Ε, σύ που σκαρφαλώνεις στο δέντρο’, «υπάρχει» ένα κορίτσι που δε γεννήθηκε ποτέ.
Ένα τραγούδι και τις δυο φορές, παράφορα ξένο προς τη χαρά,
Και μια γέννα που καταλήγει στην ήττα.

Ο Ταουφίκ αλ-Χακίμ επαναστατεί εναντίον του σκοταδισμού συναρπάζοντας με ένα συμβολικό τίτλο: Το Τραγούδι του Θανάτου. Το σκοτάδι παραμένει συμβολικά στα χέρια των γυναικών που φέρνουν τη ζωή, κι όμως, την αρνούνται, αφού, χωρίς παιδεία, ζουν μια στείρα παράδοση. Ο πόνος δεν είναι λοιπόν γέννα, αλλά ό,τι παράλογο κοινωνικό φορτίο βαραίνει και λιώνει τα πρόσωπα.

Το έργο είναι μια φωνή εναντίον της μάστιγας του νόμου του αίματος, του προϊσλαμικού και σημιτικού ‘θα’ρ’, δλδ της βεντέτας.

ΙΙ.
Το τραγούδι της καθημερνότητας γίνεται σύμβολο του θανάτου. μ' ένα τραγούδι η χήρα μάνα ειδοποιείται ότι έφτασε ο φυγαδευμένος από μωρό γιος της, και του αναθέτει τη γνωστή υποχρέωση: να σκοτώσει το φονιά του πατέρα του. Κλειδί σ’ αυτό το έργο είναι ο συμβολικός λόγος που θα ακούσετε στο διάλογο των γενεών, γυναίκας και παιδιού: 'Γεννήθηκα για να ζήσω κι όχι για να σκοτώσω'.
Κραυγή σπαρακτική το τέλος του έργου, όπου η μητέρα αποκηρύσσοντάς τον νιώθει αναγκασμένη να ζητήσει τη θανάτωση του γυιου της, κι όταν αυτός έχει πεθάνει, τότε φωνάζει: ‘Γυιέ μου!’

Το έργο ‘Ε, συ που σκαρφαλώνςι στο δέντρο’, γράφτηκε αρκετά αργότερα, το 1962, μετά από ένα ταξίδι στη Γαλλία.
Το πρωτοποριακό αυτό έργο, παγκόσμια αναγνωρισμένο και πολύ-μεταφρασμένο, κρύβει τα σύμβολα πίσω από ένα εντελώς πραγματο-λογικό λόγο που γυμνώνει τις ανθρώπινες σχέσεις και τις οδηγεί στο παράλογο και εν μέρει στο παραλήρημα.


Η ομιλία γίνεται συνομιλία, καταλήγει στην αποξένωση, γαιτί δεν υπάρχει συν/ενόηση, στη θέση της υπάρχει πάρα/νόηση, μαύρο χιούμορ με ψυχιατρικές διαστάσεις και όχι μόνο.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ζει. Χωρίς ελπίδα πια.
Το ζευγάρι, η υπηρέτρια, ο αστυνομικός, ο δερβίσης (τα βασικά πρόσωπα του έργου).
Η σύζυγος φορά πράσινα μα δεν είναι γόνιμη κι ούτε γέννησε ποτέ.
Μια σαύρα είναι επίσης η επονομαζόμενη ‘Κυρία Πράσινη’. Στο τέλος μπορεί να υπάρχει και ταύτιση ανάμεσα στις δυο. Μπορεί και όχι, κι αυτό είναι το πιο αισιόδοξο. η γυναίκα εξαφανίζεται, η έρπουσα γυναίκα πεθαίνει, και χειραφετείται η Γυναίκα.
Η σύζυγος αυτή στο έργο δεν έγινε ποτέ μητέρα, όμως ζει 'διαρκώς' τη μη-γέννηση της κόρης της (όπως στην αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, γιορτάζονται τα 'μη-γενέθλια').

Και γιατί στην εκτρωθείσα εγκυμοσύνη να περιμένει και να σκοτώνει κόρη κι όχι αγόρι;

Γιατί η θέση της γυναίκας ορίζει ένα από τα μεγάλα θέματα της προοδευτικής λογοτεχνίας.

Ο σύζυγος, ταυτίζεται μ’ ένα δέντρο, το υπεραγαπά, φανερό φαλλικό σύμβολο, της ματαιότητας ωστόσο: όπως και η γυναίκα, έτσι και ο άντρας βρίσκεται στη στειρότητα της μοναξιάς και της τρέλλας, μ’ ένα εξω-πραγματικό δέντρο: 'κάνει λουλούδια που δε μυρίζουν, καρπούς που δεν τρώγονται' κλπ.

Η κύρια πλοκή του έργου είναι η εξαφάνιση της γυναίκας και η ύπαρξη του δέντρου. Μέσα από παραδοσιακά σχήματα αναπηδούν ερωτήματα σχετικά με τα προβλήματα της κοινωνίας: θέση της γυναίκας, της θρησκείας, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της οικονομίας. Η οργάνωση των ερωταποκρίσεων, που πολλές φορές καταλήγει στο απόλυτα παράλογο μέσα από την απόλυτη άρα και εξωπραγματική λογική, οδηγεί σε διάφορα κωμικο-τραγικά αδιέξοδα, όπου, σαρκασμός και ευαισθησία, αγάπη και θηριωδία, ιλαρότητα και πόνος, λειτουργούν μαζί.
(Από το βιβλίο Εισαγωγή στη Λογοτεχνία των Αράβων, σελ. 403-404)

Το έργο είναι και αστυνομική παρωδία για ένα φόνο που δεν έγινε, μα θα γίνει,
Για ένα παιδί που δε γεννήθηκε, μα θα γεννιέται κάθε μέρα στο βάσανο της μνήμης,
Για ένα νόμο που δεν υπάρχει, ακόμη,
Για έναν εκπρόσωπο της θρησκευτικής πνευματικότητας που δε βοηθά, αντίθετα, οδηγεί προφητικά στην έκβαση ενός φόνου και την τιμωρία του, που δικαιολογεί όλα τα προηγούμενα λάθη και παρανοήσεις.
ένας ολόκληρος μαρτυρικός μονόλος του συζύγου μοιράζεται την ουτοπία, το 'κάπου που δεν είναι πουθενά της γυναίκας'. ο σπαρακτικός διάλογος είναι η θέση της γυναίκας. το 'όχι' ντύνεται η γυναίκα, που ο ταουφίκ την ονειρεύεται ελεύθερη. όχι ακόμη, δεν είναι πουθενά εκείνη. μένει μόνο στη μνήμη της, πουθενά αλλού...

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

ταουφίκ αλ-χακίμ, πατέρας του αραβικού θεάτρου

ο ταουφίκ γεννήθηκε στην αίγυπτο τέλη του 1898 και πέθανε στην αίγυπτο το 1987.
το μικρό πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι ότι δεν έχουμε ακόμη, δλδ όχι εγώ, ο μεταφραστής του δεν έχει πάρει τα δικαιώματα για δημοσίευση.
μεταφραστής του είναι ο κύριος καρματζός, που θα τιμηθεί σήμερα, παγκόσμια ημέρα του θεάτρου.

στο μορφωτικό κέντρο της αιγύπτου, πανεπιστημίου 6, 3ος όροφος, ώρα 8 μμ.,

γιατί του αξίζει
γιατί είναι από τους καθηγητές μέσης εκπαίδευσης που αγάπησαν και προσέφεραν στα παιδιά,
γιατί αγαπούσε και δίδασκε, μαζί με τα φιλολογικά, και θέατρο και κινηματογράφο,
γιατί είναι ταπεινός άνθρωπος που δουλεύει σαν παλαβός και βγάζει φιλολογικά πονήματα κατά κυριολεξία με πολύ κόπο και πολλή χαρά για τις ανακαλύψεις που κάνει,
κλπ κλπ κλπ
αυτός έχει μεταφράσει τον ταουφίκ αλ-χακίμ.
ο συγγραφέας αυτός, ένα από τα πιο ανοιχτά πνεύματα της τέχνης και του λόγου στον αραβικό κόσμο, έγραψε πάμπολλα θεατρικά έργα όπου ένωσε στοιχεία από το σύγχρονο θέατρο του παραλόγου με την γλυκύτητα των ανατολικών παραδόσεων. συνάμα, ήταν άνθρωπος με κοινωνικές αναζητήσεις, μαχητής υπέρ της ανανέωσης της κοινωνίας της αιγύπτου.

το έργο 'ε, εσύ που σκαρφαλώνεις στο δέντρο', είναι μαύρη αστυνομική κωμωδία;
δεν ξέρω, ίσως. πάντως είναι σαν να το έγραψε ένας ιονέσκο, ένας μπρεχτ, ένας μπέκετ, όμως, του αραβικού κόσμου.

χαρακτηρίζεται παγκοσμίως αριστούργημα.
(στο βιβλίο 'εισαγωγή στη λογοτεχνία των αράβων', κατόπιν αδείας, παρουσίασα και σχολίασα το έργο).

ελάτε να το δείτε, να δείτε μεγάλα αποσπάσματα σε μετάφραση καρματζού, και σκηνοθεσία καίτης μανωλιδάκη.
οι ηθοποιοί είναι ο φώτης αρμένης, καίτη μανωλιδάκη, ελένη βουτυρά, νίκος κεφαλάς, μαίρη κιντώνη.
μουσική, ο νικήτας βοστάνης.

θα είμαι κι εγώ εκεί όπως 'ο πέτρος που πάει παντού'.

σάτυρα και πόνος, ύπαρξη και ανυπαρξία. αξίζει. είναι τροφή για σκέψη.


(κι εγώ ξενύχτισα, κι άντε τώρα να μαζέψω τα μυαλά μου. πάντως, ωραία η ζωή, σα διάδρομος γυμναστικής, ώρες-ώρες με παράθυρο).


αλλά έχω κι άλλον ένα λόγο να είμαι πολύ ικανοποιημένη σήμερα.
γνώρισα τον κύριο καρματζό πριν το 2000. τον αγαπώ βαθύτατα. μίλησα γι'αυτόν στον κύριο τάρεκ ραντουάν, μορφωτικό ακόλουθο της αιγύπτου, βαθύ γνώστη της ελληνικής γλώσσας, καθηγητή στο άζχαρ, και, προπαντός, ανοιχτό, καλοσυνάτο, ευγενέστατο και σούπερ δραστήριο άνθρωπο.
... και να...
ε, να μην αγαπάω και τον ραντουάν; δε γίνεται! ας είναι καλά, τέτοια άνθρωποι σε τέτοιες θέσεις, ΑΞΙΖΟΥΝ!

ο σωκράτης. 25 του μάρτη.

25.03.09

"Καμιά φορά σε διπλώνουν τα λόγια

δεν ξέρεις πώς να σηκωθείς στα μάτια των ανθρώπων

Απ' την άλλη πλευρά που αγαπώ τους ποιητές μάλλον

δίχως κλάματα κι όσο γίνεται λιγότερο πικρός για μιαν πατρίδα"





"...Για τώρα ο θεός πού ’ναι;

δεν είν' ο θεός μέσα στα άβατα

και με το ζόρι κάμνει κάνα χατιράκι του κοσμάκη;

Για τώρα δεν πήξαμε στην άδεια τσέπη και στο ξανθό μαλλί

και στα ξεσχισμένα γέλια της πουτανιάς;

Εξαγοράστηκε κι έχασε τον άνθρωπο ο άνθρωπος

κατεβαίνει πάλι στα χαμηλά του

πιάνεται απ' τη σάρκα να γλιτώσει

κι ο αφελής κι ο κουτοπόνηρος

κι ο ανόητος κι ο ξεγελασμένος

Μα για το που καταντήσαμε εκεί

που δεν έχει μπαϊράκια της έσω λευτεριάς

κάποιοι επιστάμενα το φρόντιζαν από καιρό

και πώς να φυλαχτείς τώρα απ’ τα χαμόγελα των επιτήδειων

κι αν αντισταθείς παίρνεις μόνος τα βουνά

και τις ταράτσες τρελαίνεσαι

Ευτυχώς τρελοί ήταν κι αυτοί της ιδέας

που μας λύτρωσαν τότε έστω προσωρινά

Είναι παρηγοριά να το σκέφτεσαι

σαν ένα διάλειμμα φωτός

σώζοντας πρώτα τη δική τους

το κομματάκι την πατρίδα μέσα σου

Σ’ αυτούς τους λίγους σιωπηλούς

που ’ναι πολλοί και δεν το ξέρουν θα πιστέψω πάλι

γιατί ποιος γλίτωσε μέσα στο άτομό του

αν δε σπάσει την κρούστα που τον σφράγισαν;...

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

25η μαρτίου.

Θα ταφώ, Αντιγόνη
Μαζί με σένα
Σ’ ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα στοργή και δικαιοσύνη.
Σκληρό το χώμα, ευτυχώς,
Λάσπη εσύ δε γνώρισες, κι ατόφιο και παρθενικό είναι το κορμί σου.
Εγώ μάνα, τον πηλό έχω αγγίξει
Για μια, για δυο, για τρεις φορές,
Και στάχτη στα έγκατα στήθη μου λουφάζει καθώς,
Ανοίξαν τα φτερά τους τα παιδιά, κι ιέρεια εγώ παρέμεινα να λούζω το κορμί μου με σπονδές.

Για πες
Για δες
Που γόνιμη δεν ήσουνα ποτέ σου.
Να θάψεις αδελφό κι άνομο νόμο,
Η φύση εσένα θέσπισε -,
Και μένα,
Λάσπη, που βουτώ τα πόδια κι αλαργεύουν στο χρόνο τα βήματα του ‘εμπρός!’
Καθώς,
Τη βρώμικη συνείδηση μαζεύω,
Εκτοξεύω το πετάρισμα σφαγμένου αηδονιού,
Για να τελειώσω το τραγούδι.

Αυτό, θα είναι το τραγούδι του θανάτου.

Αυτό είναι η απολογία ενός μετεωρίτη ευτυχίας
Που μου καρφώθηκε στα στήθια.
Και θα υπάρχω
Χαρίζοντας ευγένεια σ’ ένα κόσμο που μου ζήτησε παιδιά.

ελένη κονδύλη.‏2009‏‏-‏03‏‏-‏25‏

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

ένας μαχητής του 10.000 π.Χ.

ένας μαχητής του 10.000 π.Χ. είναι πολεμιστής, ή κάποιος που μάχεται να επιβιώσει;
μάχεται μαζί με άλλους ή είναι μόνος του; μάχεται εναντίον άλλων ή μάχεται για να μείνει ζωντανός;

το ημερολόγιο ενός τρελού.

παρασκευή μεσημέρι.
ψάχνω. πού είναι αυτή η καταραμένη εμπνευσμένη υπέροχη (εφόσον χάθηκε) και απαραιτήτως μισοτελειωμένη ομιλία; για πρώτη φορά ο άγιος φανούριος δε μου κάνει το χατήρι να τη βρω! προφανώς βλακείες θα ήταν, τις διάβασε, απογοητεύτηκε, έφυγε.
η κόρη μου μού είχε πει μια φορά: μαμά, μην κουράζεσαι να τις γράφεις, αφού μετά δεν τις παίρνεις μαζί σου ή τις χάνεις.
αυτά τα παιδιά έχουν ένα γλυκό θράσος... αλάνθαστο!
μετά το ψάξιμο, είχαμε ένα ραντεβού, και μετά πρόβες με τους ηθοποιούς στο μορφωτικό κέντρο της αιγύπτου. περιφερόμουνα με μια κόκκινη ωραία βαλίτσα. γιατί μετά θα πήγαινα στη φλώρινα, να βρω την κόρη μου, για πρώτη φορά αφότου σπουδάζει εκεί στην καλών τεχνών.
ωραία... όλα οργανωμένα. μια κυρία με μια βαλίτσα και το ημερολόγιο ενός τρελού, ή μιας καθημερνής τρέλας. φυσικα και πήρα εισητήριο για όρθια, γιατί φυσικά θα ταξίδευα με το τρένο και κάπου θα εύρισκα να κάτσω πάνω στην ωραία μου βαλίτσα!
ήρθε το τρενο. στην ώρα του, θα ταξίδευα νύχτα, να είμαι εκεί το πρωί.
όλοι οι κατέχοντες εισητήριο ορθίου κατευθυνθήκαμε προς το μπαρ, όποιος προλάβει να κάτσει εκεί, με ένα μικρό καπελλάκι καφέ, νερού, σάντουιτς, κλπ κλπ.
ήδη γεμάτο σχεδόν.
μα ήμουν τυχερή, σ'ένα τραπέζι για τέσσερις κάθονταν τρεις νεαροί. ο θεός με ελέησε σκέφτηκα, θα βρω επιτέλους γκόμενο! φόρεσα το πιο γλυκό μου χαμόγελο, τους ρώτησα αν περιμένουν κάποιον, μου είπαν όχι, και σωριάστηκα στην άδεια καρέκλα.
έβγαλα το θεατρικό όπου είχα πάει χωρίς λόγια, στα αραβικά και στα ελληνικά, και κοίταζα επισταμένα τη μετάφραση.
οι νεαροί, μελαμψοί, όντως μαροκινοί, κοίταζαν με ενδιαφέρον. τους έδωσα τα αραβικά. κατάλαβα το υψηλό τους επίπεδο, όταν είδα ότι γέλαγαν κάπως. με ρώτησαν τι λέει εδώ, για να δουν τι κάνω μ'ένα τέτοιο πράμα. πιάσαμε κουβέντα. πήγαιναν στην κατερίνη, ζητούσαν κάποια να παντρευτεί τον νεαρό αδελφό για να πάρει χαρτια στην ελλάδα...
έβαλα τη τσάντα μου προσκεφάλι ενώ, επειδή η τσάντα μου είναι ένας σχολικός σάκος και δεν προλαβαίνω ποτέ να βρω το κινητό που χτυπάει σ'αυτό το χάος, το έβαλα στην τσέπη μου. κοιμήθηκα. στην κατερίνη οι μαροκινοί έφυγαν, κι εγώ, που κατέβαινα στην επόμενη στάση, στο πλατύ, δεν είχα πια κινητό. έψαξα παντού μήπως έπεσε κάτω, κλπ κλπ.
έλειπε από την τσέπη μου.
δήλωσα να το μπλογκάρουν, αγόρασα καινούριο κινητό, με το ίδιο νούμερο, και ξέρω ότι τώρα δεν έχω πια κανένα τηλέφωνο...
εντάξει, ίσως με έκλεψαν.
την περασμένη φορά, έπεσε από την καρέκλα το κινητό μου και έσπασε, και σας ζήτησα το κινητό σας. τώρα πρέπει να το ξανακάνω; παράξενο, απίστευτο.
μάλλον με νόημα.
είμαι σε αποσύνθεση και σε αποσυντονισμό.
ίσως πρέπει να ξαναρχίσω από την αρχή.
επειδή αυτό δε γίνεαι, πρέπει απλώς να συνεχίσω περίπου την ίδια ζωή, μα λίγο πιο φτωχή.
άντε και να γράψω και το μπλαμπλά της παρασκευής.
άντε να υπάρξω.
όχι καλέ, υπάρχω και τώρα. το λέει ο καζατζίδης.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

δελτίο τύπου για τις 27 μαρτίου, ώρα 8μμ

Δελτίο Τύπου
Εκδήλωση

Το Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα, Πανεπιστήμιου 6, 3ος όροφος, διοργανώνει την Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009 και ώρα 20:00 στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου, εκδήλωση προς τιμήν του Αλεξανδρινού Παναγιώτη Καρματζού.
Θα μιλήσουν οι κ.κ. Dr Τ. Ραντουάν, Σ. Γιαλουράκη, Ε. Κονδύλη-Μπασούκου, Ι. Κέρπης, Κ. Κοτζιαμάνης και ο Π. Χούρσογλου.
Θ’ απαγγείλουν ποιήματα του τιμώμενου και θ’ αποδώσουν αποσπάσματα από το θεατρικό έργο του κορυφαίου Αιγύπτιου συγγραφέα, Ταουφίκ ελ-Χακίμ σε πρώτη πανελλήνια μετάφραση του Π. Καρματζού, οι ηθοποιοί: Φ. Αρμένης, Ε. Βουτυρά, Ν. Κεφαλάς, Μ. Κιντώνη, Κ. Μανωλιδάκη και Α. Μαχαιράς. Μουσικός αυτοσχεδιασμός: Ν. Βοστάνης. Την οργάνωση της εκδήλωσης και τη σκηνοθετική επιμέλεια έχει η Καίτη Μανωλιδάκη. Λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων οι ενδιαφερόμενοι να επικοινωνήσουν στο 210-3632824 ή στο E-mail: culturalcenterathens@hotmail.com.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα

συνέχεια εκ του προηγουμένου.

καμπόσοι την ξέρετε την ιστορία. μα εγώ ούτως ή άλλως θα την πω, γιατί μέσα της θα βάλω και το σπίτι. όπως στην περίφημη εικόνα του μικρού πρίγκηπα, όπου ο βόας έχει φάει έναν ελέφαντα, θυμάστε;

τη χρονιά εκείνη, με το μεγάλο ψέμμα, είχε γίνει κι ένα άλλο επεισόδιο στην ηλίθια επεισοδιακή λόγω μοναχικότητας, ζωή μου.

καθόμουν τα καλοκαίρια στο εξοχικό μας στη νέα μάκρη, και φυσικά δεν μπορούσα ποτέ να κοιμηθώ μεσημέρια, οι άλλοι κοιμόνταν κι εγώ ζωγράφιζα συνήθως, ως συνήθως. αποφάσισα να πάω σε μια τάξη μεγαλύτερη στο γαλλικό ινστιτούτο. γιατί; να: γιατί όταν όλα τα παιδιά είναι της ηλικίας μου, πνίγομαι. έμαθα από το μουτράκι μου ίσως, να είμαι πάντα διαφορετική. έτσι η τάξη μ'όλα, περίπου της ηλικίας μου, δε μου ταίριαζε.
ούτε η χαζοβιόλα καθηγήτρια των γαλλικών που είχαμε στο σπίτι μου ταίριαζε.
ούτε γενικά τίποτα. σαν και σήμερα ένα πράμα, χα χα χα, που λένε.
διάβασα μόνη μου, να πάω αντί για το κουρ τρουά της εποχής, στο κουρ κάτρ.
πήρα τα βιβλία του κουρ τρουά, τα διάβαζα με σύστημα, με λογική που σας έλεγα, και πήγα να περάσω εξετάσεις στο γαλλικό ινστιτούτο για να κατατακτώ σε κάποιο κουρ, το κατρ είχα στο μάτι, λέγοντας ότι έκανα ιδιαίτερο, έτσι γινόταν τότε.
παραδόξως η τύχη κι ο θεούλης βοήθησαν. όχι μόνο πέτυχα να πάω στο τελικό κουρ του διπλώματος τότε, το κουρ σένκ, αλλά, κυρίως, έτυχε να έχω καθηγήτρια μια γυναίκα, την πρώτη, που με αποδέχτηκε...
που με στήριξε,
που με αγάπησε
που με έφτασε όπου μπόρεσε. δλδ πολύ μακριά από εκεί που θα έφτανα χωρίς αυτήν.

πώς;
να: με έπεισε ότι έγραφα εκθέσεις τέτοιες που μια μέρα θα έγραφαν το όνομά μου εφημερίδες (λέτε να ήταν συνενοημένη με τη ρίτσα τη μασούρα;)
με ρώτησε τι επάγγελμα ήθελα να κάνω όταν μεγαλώσω. της είπα ζωγράφος. μου ζήτησε να δει πίνακές μου.
και φυσικά πίνακες δεν είδε ποτέ, όχι γιατί δεν υπήρχαν, αλλά γιατί της πήγα εκείνα τα πρώτα ποιήματα.
η μακρή έδειχνε να ενθουσιάζεται.
αυτό για μένα ήταν κάτι απολύτως απολύτως καινούριο.
η μοναξιά μου για πρώτη φορά έβγαινε στο κλαρί (να ένας καλός τίτλος, θα μιλήσω κι άλλοτε γι'αυτό, αλλοίμονο, ώ! αλλοίμονό σας!:)

τότε λοιπόν, μπροστά σ'αυτήν την εξωφρενικά για μένα απίστευτη στήριξη,
στο ελληνικό σχολείο που ήμουνα, αρσακειάς!!!, καθόμουνα με τη χαρούλα τη γεωργαλά.
η χαρούλα, όνομα και πράμα, ήταν και είναι έξω καρδιά ευαίσθητος και εντελώς τόσο καλός άνθρωπος, που με δεχόταν φίλη της, κι είμαστε ακόμη αδελφικές φίλες.
η χαρούλα δεν το έπαιζε καθόλου διανοούμενη, ήταν ένα πλήρως κοινωνικοποιημένο και αγαθό πλάσμα.
μπροστά μου καθόταν η τότα.
η τότα ήταν ένα κλειστό παραθυρόφυλλο, μια μικρή που δε μιλούσε πολύ, που δεν είχε κολλητές, που είχε πολύ ωραία φωνή και ήταν στη χορωδία, και όταν απήγγειλε κάποιο έστω ποίημα, για να μη μιλήσω για τα σκετς τα περίφημα, ένα οποιοδήποτε ποίημα να απήγγειλε στις γιορτές με όλο το αρσάκειο παρόν, δλδ 500 τουλάχιστον μικρές καρακάξες, όταν η τότα απήγγειλε, και μύγα να περνούσε στο τεράστιο υπόστεγο όπου στεκόμαστε όρθιες, ακουγόταν σαν ελικόπτερο. σιωπή και σεβασμός βασίλευε... τόσο πολύ μας κέρδιζε.
ο μπαμπάς της τότας ήταν ο χάρης σακελλαρίου. διευθυντής στο μαράσλειο, δάσκαλος, αριστερός, λογοτέχνης και ποιητής, άνθρωπος από τους λίγους της εποχής του, φίλος με το σινόπουλο, με τον κουν και με πολλούς άλλους.
η φιλία με τον κουν ήταν μεγάλη και γνωστή.
έδωσα λοιπόν στην τότα κάποια ποιήματά μου, ενθαρρυμένη από τη μακρή, να τα δώσει στον πατέρα της, λέγοντάς της: έχω μια φίλη που ζωγραφίζει και γράφει ποιήματα, και μ' έχει τρελάνει ότι γράφει ωραία. δεν τα δείχνεις στο μπαμπά σου να δούμε τι θα πει;'
μια βδομάδα μετά, η τότα μου είπε: 'ελένη, η φίλη σου σε δουλεύει μου είπε ο μπαμπάς μου. δεν είναι ποιηματα παιδιού, τἀ χει αντιγράψει από κάπου'.
εγώ βέβαια χάρηκα πολύ πολύ.
μπα, της λέω, δικά της είναι.
όχι σου λέω.
ναι σου λέω.
κλπ
ο μπαμπάς μου θέλει να τη γνωρίσει τότε.
εεεε... ναι. να, εγώ η μουρλοκαμπέρω είμαι.
αυτό ήταν. η φιλία με την τότα περνούσε κι απ' το σπίτι της, και την επαφή με την οικογένειά της.
με την τότα γίναμε από τότε επίσης αδελφικές φίλες.
ο μπαμπάς της πήρε μια μέρα τηλέφωνο τη μητέρα μου. να πάμε με την τότα και τον πατέρα της στον κουν, στο θέατρο.
η θρησκευάμενη μαμά μου, εξήγησε στο συχωρεμένο το σακελλαρίου πως δεν αφήνει το κοριτσάκι της να πάει θέατρο! μόνο χριστιανικό θέατρο!
κλπ κλπ.
ο σακελλαρίου και η τότα γίνανε τούρκοι, μα έτσι ήταν.

πάντως η παλαβή μαμά μου, πιο λογική από τον σακελλαρίου ήτανε.
φύγαμε για το βέλγιο την επόμενη χρονιά, μείναμε φίλες μέχρι σήμερα με την τότα.
στα 17 μας, είχαμε αποφασίσει. εγώ φιλολογία, εκείνη θέατρο.
φυσικά, εκείνη, θέατρο.
και οι γονείς της μου έλεγαν: 'θέατρο; μόνο πάνω από το πτώμα μας!'
το θυμάμαι που μου το έλεγαν για να την επηρεάσω, γιατί αλληλογραφούσαμε και βρισκόμαστε στις διακοπές.
ο πατέρας της έφτασε στο σημείο να βάλει μέσον για να μην περάσει η τότα σε καμιά σχολή θεάτρου.
διαφωνία πλήρης με τους γονείς, μέσον ώστε να μην μπει στο εθνικό, και παράκληση στον κουν να μην την κάνει δεκτή.
ο κουν όμως, ευτυχώς, δεν άκουσε τον πατέρα της.
η τότα βρέθηκε μαζί του.
ηθοποιός σημαίνει φως.
ναι.
ηθοποιός όμως σημαίνει και πόνος, και τρόμος, και ζόφος. σε τυλίγει ο ρόλος και σε κάνει δικό του.
πέρασαν πολλά χρόνια. είδα την τότα να παίζει το ρόλο της ινές στο 'κεκλεισμένων των θυρών' του σαρτρ.
έμεινα έκπληκτη, έβλεπα, για πρώτη φορά μετά από 20 τουλάχιστον χρόνια γνωριμίας, έναν άλλον άνθρωπο. που μέτραγε τόσο πολύ, που ακόμη δεν μπορώ να το ξεχάσω.

η τότα σακελλαρίου έκλεισε τον εαυτό της στη σοβαρότητα ενός κόσμου όπου η σκέψη και η συνείδηση είναι τα τείχη ενός ταλέντου ακλόνητου μέσα στο χρόνο.

είναι ίσως ο πιο σοβαρός άνθρωπος που έχω γνωρίσει. της χρωστάω πολλά. έχουμε κοινούς μαθητές. η τότα έχει μια σχολή θεάτρου, κάπως έτσι, δεν τα ξέρω καλά.
έχει ένα χώρο θεάτρου.

την είδα. τώρα στις πρόβες, να μιλάει στις ηθοποιούς της. αυτή θα είναι η καθολική αυστηρή μητέρα. μιλούσε στα παιδιά της. τα προετοίμαζε.

σε λίγο θα ανέβει το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα, στη μαύρη σφαίρα, το υπόγειο της τότας.
θα ανέβει από τα έγκατα της ψυχής στα χείλη της.
δε θα το χάσω.
θα σας πω.
μα ήδη ξέρω.
περιμένω. καίω στην αναμονή ενός ανθρώπου που δεν λογάριασε ποτέ πόσο κοστίζει το βαθύ θελω του ανθρώπου και πόσο κοστίζει η απόλυτη αξιοπρέπεια.

το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα.

η γύμνια ρουφάει το ψέμα και το μεταβάλλει.

αν (δλδ αν η τρέλα δεν πάει στα βουνά, έρχεται σε μένα, ανεξήγητα.)

(649)


Να κατεβάσεις και πάλι τη μουσική να σωπάσεις.
Ν’ ανοίξεις του αγέρα τις τσέπες να σε πάρουν μακριά τα νερά της βροχής.
Τι θες γλαροπούλι στα κλαδιά της νύχτας και σαλαγάς καιρούς που έχουν φύγει
δοκιμάζω τους στίχους κι εγώ για φράχτες, στα χείλια τρέχει το αίμα,
Τα ρούχα βαμμένα κόκκινα σαν τα μαλλιά του πρίγκηπα που η μάνα του ήταν δούλα
Το βλέμμα βουτηγμένο στον καφέ.
Ένα, δυο τα κύματα του αγέρα έρχονται στα έρμαια δάχτυλα, τα παίρνουν που δεν απαντούν
Ένα, δυο τα σκιρτήματα στη μήτρα μέσα έρχονται να ζητήσουν ‘σ’αγαπώ’ σ’ ετοιμόρροπο σπίτι
Και φυσικά κανείς δεν απαντά.
Μανταλωμένες συνειδήσεις σπεύδουν στο άκουσμα και απομακρύνονται,
φορούν προσεκτικά κασκόλ και πνίγονται.
Σου μίλησα χτες, αλαφροίσκιωτη κάπως. Μετά,
Πήγα να ντυθώ σ’ ένα δημόσιο χώρο, σ’ έναν αμπελώνα
Κοιμήθηκα στα βαρελίσια τα κρασιά του Αυγούστου Δεκεμβρίου.
Κάτι άλλο πια σημαίνει το μοίρασμα, κάτι άλλο.
Οσμίζομαι απόφαση.

ελένη κονδύλη.‏2007‏‏-‏11‏‏-‏14‏

ο τοίχος, συνέχεια από το πουθενά.

767νομίζω


Θα σε κάνω μια χαψιά,
Θεά της θάλασσας.
Μήτε Ήφαιστος,
Μήτε Άδης
Ούτ’ Ιωνάς και η μουσική μιας ήρεμης κολοκυθιάς στη Βαβυλώνα,
Πύλη και πόρνη πόλη
Με τα νερά σπασμένα καταμεσίς των δρόμων,
Σαν την καρδιά παιδιού που πάει να σκάσει.
Ζήσε! Εσύ θεά, στα έγκατα σπλάγχνα μου
Και κάλυψε με αιώνιες ζωγραφιές τα ταπεινά μου στήθη
Ρόγες-τεμένη, κοιλάδες με σταυρούς,
Ή,
Νεκρικά μνημεία,
Πλαγιές με γάλα κι άγονες
Και μάτια πια κλειστά.
Είχα παιδιά,
Είχα φίλους
Είχα πηγές και δάκρυα στα σφαλιστά μου μάτια
Μα της ζωής το θόρυβο τον έχω σπρώξει τώρα μακριά.

Θεά της μουσικής,
Απάντησέ μου:
Ποια κύματα γιορτάζεις
Και ποια κόρη
Θα κλείσεις στην αγκάλη των φυκιών σου

Η κτίση…
Πεινούν τα δάχτυλα φωνή και γράφουν
Διψάν δικαιοσύνη τα πουλιά
Και σου ζητώ παντάνασσα
Να θάψεις
Την έξαψη των τόνων και ρυθμών.
Δεν την αντέχω.
Πειθώ, θέλω πειθώ να μάθω
Και να δείξω στις άλλες κόρες των φυκιών
Πως
Ένας τοίχος
Ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή, μπορεί να υπάρχει
Περνάς και στρίβεις,
Την πόρτα ανοίγεις
Και μαρτυράς
Πως θα μπορούσε
Κήπος της θάλασσας
Και κήπος βαβυλώνας
Μαζί ν’ ανθίσει.

Και λιώνουν τα παγόβουνα.
Ασφυξία μυρίζει
Η ζέστα του κορμιού μου.

ελένη κονδύλη.‏2009‏‏-‏03‏‏-‏17‏ (χτες το γραψα σ'ένα χαρτί, σχολειό του σεραφείμ, το αντέγραψα σήμερα, γι'αυτό έχει αυτή την αυτόματη ημερομηνία)

to spίτι της μπερνάρντα άλμπα

πού να ξέρω εγώ πώς ήτανε το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα.
πάντα ήξερα λιγότερα από όσα ο κόσμος φαντάζονταν, όλος ο κόσμος, ακόμα και η μαμά μου, θεός σχωρέστην. καταλάβαινα ό,τι είναι λογική, και περνούσα απέναντι, κατά κυριολεξία. έτσι καταλάβαινα απόλυτα την άλγεβρα. ένα κι ένα ίσον δύο. στην τραγική ηλικία της εφηβείας, θυμάμαι τη μαθηματικό και την καθηγήτρια της χημείας. ήταν οι μόνες καθηγήτριες που μ'αγαπούσαν, κι όταν η μαθηματικός έδινε ένα πρόβλημα εξίσωσης, δεν την άφηνα να τελειώσει. της έλεγα με βιασύνη πού καταλήγει το πρόβλημα, και της έδινα τη λύση και την άφηνα κάγκελο, και βέβαια αυτό μου άρεσε τα μάλα, διότι έδειχνε στην ουσία ότι είμουνα ένα μάλα ... κιστήρι που αντίκρυζε πάντα τη ζωή πολύ γυμνή, πολύ μόνη... οι αριθμοί είναι η κατάληξη στο απόλυτο. κανένας δεν μοιάζει με τον άλλον, κι όλα μέσα μου ήταν έτσι, άκαμπτα, και άρα, πολύ πολύ μοναχικά.
τη μοναξιά εκφράζουν τα μαθηματικά.
και η λογική είναι μοναξιά.
και τα συναισθήματα, που λένε, όταν καταλήγουν στη μοναξιά, κι αυτά, απλά μαθηματικά είναι, είσαι μόνος σου.
κι ήμουνα μόνη μου σε ό,τι ένιωθα παιδί, μη σας πω και τώρα, όπως πολλών, το κουσούρι μου είναι αυτό.
γι'αυτό γράφω κιόλας.
το σπίτι αυτής της άσπρης ένα σπίτι τραγικό με πολλές μοναξιές φορτωμένο, σαν οι μοναξιές να είναι μπαούλα με άχρηστα φορέματα.
έτσι ήταν και το δικό μου.
κοιμόμουν σε ένα μπαουλοντίβανο που είχε κι ένα διακοσμητικό ξύλο με δύο μικρά ντουλαπάκια κι ένα καθρέφτη στη μέση.
αυτό το κρεβάτι έγινε πολλαπλών χρήσεων, αφήστε, θα τα πούμε άλλοτε γι'αυτό.
μα, φυσικά υπήρχε και ένας τοίχος.
σκασίλα μου για τους υπόλοιπους, μα αυτός, ο Ενας, ήταν για μένα σημαντικός.
το δωμάτιό μου είχε έναν τοίχο τρύπιο από μια μπαλκονόπορτα. έναν άλλον ατόφιο, που χώριζε από το διπλανό σπίτι, έναν ακόμη που είχε μια πόρτα που έβγαζε στους διαδρόμους εκείνης της εποχής, και έναν, το δικό μου τοίχο, που χώριζε από το διπλανό δωμάτιο. αυτός ο τοίχος ήταν ο δικός μου.
χρώμα δε θυμάμαι.
εκεί, σ'αυτό τον αγαπημένο τοίχο, ακουμπούσε η σίγκερ ραπτομηχανή της μαμάς μου, που ήταν μέσα στο ξύλινο επιπλάκη της. αυτή η ραπτομηχανή ήταν το γραφείο μου. όταν ήμουν δευτέρα γυμνασίου.
τότε που είπα ψέμματα, σε ένα πάρτυ, ότι, τάχα, έγραφα ποιήματα.
και γύρισα σπίτι φορτωμένη εκείνο το όραμα (χα χα χα) του νεαρού που με είχε ρωτήσει, και για να τον καταπλήξω, είχα πει ναι.
γύρισα λοιπόν σπίτι, σκεπτόμενη αφενός το ρωμαίο που δεν ξαναείδα ποτέ μου, αφετέρου και κυριότερο, φορτωμένη
ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΨΕΜΜΑ.
ψέμμα με δύο μ είναι πιο χορταστικό κι απ'το ψωμί.
ψέμματα, είπες ψέμματα! σα δε ντρέπεσαι! ηλίθια! ουστ να μου χαθείς! ανόητη! σαχλή! ηλίθια! άχρηστη.

πρέπει να επανορθώσεις.
να το κάνεις αλήθεια.
τελείωσε. ενα κι ένα κάνει δύο. ψέμματα, απαγορεύονται.

κι έτσι γύρισα στον τοίχο τον κοίταξα που δεν έγραφε τίποτα,
και πήρα ένα τελευταίο φύλλο τετραδίου, ένα στυλό ή κάτι, ένα κοντύλι ρε παιδιά, έβαλα τα χοντροδάχτυλα πάνω του, κοίταξα τον τοίχο,
κι άρχισα
στον άσπρο τοίχο να μη βλέπω τίποτα
στα χέρια να μη βλέπω τίποτα
αλλά κάτι μικρά ζωύφια ζωγραφίζονταν στο χαρτί, κάνανε λέξεις, κάνανε κενά, μουτζούρες, κακογραμμένα, βιαστικά, βιασμένα, σαν να έπαιρνα πρέζα, αλλά την πρέζα δεν την έπαιρνα ποτέ, ήταν η μαθηματική πρέζα που είχα μέσα μου.
κάτι έγραφα. μετά το διάβαζα εκεί, φάτσα στον άσπρο τοίχο, που αγάπησα, γιατί ήταν το κενό μου.
έγραφα ποιήματα λοιπόν!
ή αποκατέστησα την αλήθεια,
ή,
ήταν προφητικό το ψέμα. με ένα μ αυτή τη φορά. απλό. αθώο. αληθινό ψέμα. ήταν η αρχή μιας μικρής δημιουργίας, είναι από το μηδέν. από τη μηδέν που πας κάπου που δεν είναι μηδέν. που είναι χειρότερα από το μηδέν. ο άσπρος τοίχος, ο αγαπημένος μου, τον είδα προχτές πάλι, κι έχω φουρτουνιάσει,
ήταν η αρχή. φαίνεται εκεί καρφίτσωσα το ψέμμμμμα μου, κι έχασε τα πολλά 'μή', 'μαμά', 'θα σε μαλώσω', 'μάλωσα' 'μάλιστα', και αυτά έπεφταν ένα ένα κάτω, κανείς δεν μπορούσε να τους δώσει σημασία, κι έμεινε ένα μ στο ψέμμα, το μ της μοναξιάς.
κι εκεί πάνω έγραφα... έγραφα τα πρώτα εφηβικά μου ποιήματα.
το σπίτι της μπερνάρντα άλμπα
είναι ένα σπίτι παρθενικό των αιμάτων μου.
αυτό, όσοι το διαβάσατε, πάρτε το έτσι,
εισαγωγή στο θέατρο του μήνα να είναι πάρτε το.
έχει συνέχεια αλλά πρέπει να δουλέψω τώρα και να συνέλθω, γιατί ένας τέτοιος τοίχος κρύβει πολλά και φουρτούνιασα τώρα, θα τα βγάλω ίσως άλλοτε, καλημέρα σας, καλή δύναμη. συγγνώμη που σας κούρασα, φεύγω.
άλμπα είναι ακόμη όλα.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

σε σένα.

766.



Θα γυρίσω στην επόμενη θάλασσα, θα βρέξω λιμάνι, λαγόνια, στήθος, στόμα
Λέν πως ερωτικά είναι τα βράχια στους κόλπους της θάλασσας και της γυναίκας
Λέω πικρές πως είν οι φλόγες που δε σβήνουν
Λές πως πικρές είναι κι οι στάχτες, σαν όλα τελειώνουν
Μα τέλειωσες πολύ νωρίς να πιστεύεις
Και τέλειωσα πολύ νωρίς να περιμένω.
Έγινα οδοιπόρος κι έγινες ροβινσώνας.
Έγινα δρόμος κι έγινες κήπος
Και δε συναντηθήκαμε παρά στα βήματα που φύτρωσαν χορτάρια, για λίγο, μιαν άνοιξη.


ελένη κονδύλη.‏2009‏‏-‏03‏‏-‏15‏

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

σωκράτης ξένος, ΣΗΜΥΔΕΣ

σημύδες είναι δέντρα.
κι ο σωκράτης είναι δέντρο γιατί έχει ρίζες.
ο σωκράτης έχει ρίζες.

ανθρώπινες, βαθιές ρίζες. τέτοιες ρίζες ίδιες φαίνεται να έχει και η γυναίκα του η φιλιώ, και τα παιδιά τους.
όταν έχεις ρίζες πας παντού. και φέρνεις κοντά σου και τους άλλους.
εμένα με έχουν φέρει κοντά τους.

η παρουσίαση του βιβλίου του σωκράτη στην αλεξανδρούπολη ήταν υπέροχη. την κυριακή αυτή, μεθαύριο, θα μαζευτούμε οι φίλοι από την αθήνα

για το βιβλίο του.

είτε τον ξέρετε το σωκράτη είτε όχι, θα καταλάβετε, αν έρθετε, ότι είναι φίλος σας.

όταν μιλάω έτσι βέβαια είναι σαν να αδικώ τα ποιήματά του, και να σας λέω να έρθετε να γνωρίσετε αυτόν.
ε, όχι!
τα ποιήματά του τα γνωρίζετε. είναι όμορφα, πρωτόγνωρα, δικά του. προσωπικά του. ανθρώπινά του.

άλεκτον, κεραμεικός περίπου, στις 1 το μεσημέρι κυριακή. ελάτε, έχω δίκιο!!!


Νέα



Άλεκτον, 15/3/09, Παρουσίαση βιβλίου "Σημύδες" του Σωκράτη Ξένου, οργάνωση: Ποιείν



"Όταν έρχεται ο Ξένος" (Γ. Ρίτσος)



Το Ποιείν παρουσιάζει το βιβλίο του Σωκράτη Ξένου "Σημύδες", εκδ. Ενδυμίων στο "Αλεκτον", Σφακτηρίας 23 Κεραμεικός, τηλ. 2103422001, την Κυριακή 15 Μαρτίου, ώρα 13.00.

Θα μιλήσουν οι:

Ελένη Κονδύλη, Βασίλης Λαλιώτης

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

αληθινές μνήμες

δυο γράμματα είναι αυτά. μι και νι.
μάνα μένω μνήμη μνήμα.
μη φωνάζεις! με ξεκούφανες! σταμάτα. θα κατέβω, έχω κατέβει στη στάθμη του νερού την πρώτη.
πάντως από τα παιδικά μου χρόνια είχα ένα κόλλημα με την ακρόπολη.
'οι κυριακές στα καφενεία'...
όχι, όχι.
οι κυριακές πάντα ίδιες:
εκκλησία, και μετά ταψί κρέας με πατάτες συνήθως, και ακρόπολη.
μπράβο στους γονείς μου τους φτωχούς και μετρημένους και τώρα πεθαμένους.
μετά επιστροφή στο σπίτι, ο πατέρας κατευθείαν στο εργαστήρι να φτιάχνει αμπαζούρ.
κι εμείς με τη μαμά στο σπίτι της ειρήνης επίσκεψη το απόγευμα. η ειρήνη ήταν η τρελή ξαδέλφη που είχε δυο παιδιά την κέλλυ και τον τάσο, αγαπημένα ξαδελφάκια, και παίζαμε...
κάποτε άλλαξε το τοπίο των παιδικών χρόνων. δεν ξέρω πότε πάψαμε να πηγαίνουμε συστηματικά ακρόπολη, δε θυμάμαι. ωστόσο ήταν το πιο βαθύ συναίσθημα πολιτισμού. το κουβάλαγα πάντα, μέχρις ότου τέλειωσα το πανεπιστήμιο και παρέδωσα την αθωότητα στο θάνατο και την πτώση.
ωστόσο, κάθε πρωί, ακόμη και τώρα, έχω μανία να κοιτάζω έξω και ψηλά. τώρα το κοίταγμα έξω έχει πάρει άλλη χροιά: αφουγκράζομαι τα πουλιά πριν ξημερώσει, είναι σπουδαίος ουρανός αυτός, είναι το χρώμα της μουσικής που απλώνει ένα σεντόνι να κάτσουν τα νωχελικά χρώματα πάνω του, να σταθούν...
πρώτη γυμνασίου κι όσο γυμνάσιο έκανα εδώ, είχε ένα τυπικό αντίκρυσμα στην κάθε μέρα: να βγω στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, η κάμαρή μου ήταν ένα παταράκι, κι ήμουν περήφανη γι'αυτό το παταράκι, χωρίς σκάλα, μα εύκολο να πηδήξεις μισό μέτρο, καθότι το δωμάτιο αυτό ήταν πάνω από τη σκάλα. έβγαινα έξω. το πρώτο μου κοίταγμα ήταν η ακρόπολη.
να είσαι στις τρεις γέφυρες κάτω πατησίων, κοντά λιοσίων, και να κοιτάζεις καθαρά και ξάστερα κάθε πρωί την ακρόπολη!
πολύ αργότερα η ακρόπολη έπαψε να μου μιλά. όταν μεγάλωσα και ξενιτεύτηκα και γυρίζοντας πονούσαν τα πόδια μου στην ανηφόρα, και κάποτε γλύστρησα στα μάρμαρά της κι έπεσα κι ήταν σαν να μου έλεγε: τι θες εσύ; ό,τι πήρες, πήρες, άντε τώρα!
κι έφτασε το μετρό. ακρόπολη.
σε κοίταζα μελίνα κάθε φορά, σαν να πήγαινα στον τάφο σου.
κι απάνω, αντίγραφα από τη ζωφόρο, και μια κόκκινη κορδέλα να προστατεύει τ'αντίγραφα. δεν το άντεχα.
έγραψα ένα γράμμα, ζήτησα ένα φύλλο, εκεί, στη στάση του μετρό, το έγραψα και τους το άφησα: τι να πειράζει μη σκαρφαλώσουν τα παιδιά στο αντίγραφο, τι να πειράζει ν' αγγίξω εγώ αυτό που λείπει, δικά μας είναι, μας τα έχουν πάρει, κι εμείς τα δείχνουμε χωρίς τις κόκκινες γραμμές μπροστά τους, τα θέλουμε πίσω, δικά μας, τα τιμάμε.
περήφανη. την άλλη εβδομάδα, το κόκκινο κορδόνι είχε φύγει. ήταν μια νίκη νικημένης γυναίκας που έχει μεγαλώσει, γεράσει, ξεπεραστείαπό γεγονότα, μα κρατάει χαρούμενα μια 'ανώτερη μνήμη', μια γκάμα σε ψηλό τραγούδι, ανάμεσα στο γκρι και το άσπρο που φωτίζει...

μνήμες. ίσως λέει αντιδράσεις, κι άλλη μια λέξη, που ακόμη δεν υπάρχει, μα πριν πεθάνω θα την βρω.

θεουλίνι, σε θέλω καλά σήμερα, και δυνατή.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

είναι μικρός ο κόσμος; μπααα....

χρόνια πριν. έρχεται στο βιβλιοπωλείο του πανεπιστημίου μια φιγούρα, όμορφη, λεύτερη, λίγο 'χίππικη'.
ήταν φοιτήτρια του αγγλικού τμήματος της φιλοσοφικής σχολής, κι είχε πάρει επιλογή μάθημα αραβικής λογοτεχνίας. της άρεσε. το χάρηκα. αρχίσαμε να μιλάμε. τόσο γλυκιά που ήταν, ήθελα να μη τη χάσω, της έδωσα το ημέιλ μου, και της ζήτησα να μου γράψει...
η άννα.
η άννα μου είπε: ο κόσμος που γνώρισα μέσα από το μάθημα μου άρεσε πολύ. θέλω να συνεχίσω.
τι να έγινε η άννα, η ελένη, ο άγγελος, ο θάνος, ο γιώργος, η ..., ο ...;
δεν είναι απλές ερωτήσεις αυτές.
είναι νοσταλγικές στιγμές, οι στιγμές που συναντάς ένα παιδί και τ'αγαπάς.
γιατί τ'αγαπάς; μα γιατί σε στολίζει με το βλέμμα του, σε κάνει να πασχίζεις να γίνεις καλύτερος γιατί σε κοιτάει, σε περιμένει να καλιτερέψεις.
η άννα τέλειωσε τις σπουδές της και πήγε στο σουδάν. την πρώτη χρονιά αρρώστησε λιγάκι, δεν ήταν συνηθισμένη. το καλοκαίρι ήρθε και με βοήθησε σε μια μετάφραση στα αγγλικά. έχω ακόμη το λεξικό της κάπου εδώ, χωνεμένο στη βιβλιοθήκη μου...
ξανάφυγε.
ένα χειμώνα με παίρνει τηλέφωνο, είναι στην αθήνα, κι εγώ έχω εκείνη την ημέρα μια ομιλία. η άννα έρχεται και με βρίσκει. αναλαμβάνει την ώρα που μιλάω να είναι μαζί με το σεραφείμ, πάντα πρόθυμη, ανθρώπινη, απλή, με μια οικειότητα σπάνια...
άννα, τι κάνεις; πού βρίσκεσαι τώρα;
ένας γαλήνιος ενθουσιασμός για ό,τι κάνει.

και να, που ο κόσμος, μικρός ή μεγάλος, η άννα η παλιά μου μαθήτρια, κι ο βαντ, ο ηλεκτρονικός μου φίλος, βρέθηκαν γνωστοί και φίλοι...
στο μπλογκ του βαντ είδα την αννούλα μας να παντρεύεται... το βάζει ο νους σας;
το κοριτσάκι παντρεύτηκε και εγώ το έμαθα από το βαντ!
αυτή τη στιγμή σκέφτομαι την άννα και της στέλνω τις πιο ανθρώπινες, καλοδιπλωμένες, καθαρές ευχές, να συνοδεύουν τα βήματα της ζωής της...
δεν ξέρω αν ο κόσμος είναι μικρός ή μεγάλος τελικά. σίγουρα πάντως είναι κοντά μας.
γειά σου βαντ, καλό βράδυ! και φιλιά στους νιόπαντρους!

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

το αγόρι που μιλούσε με τα πουλιά

παιδικό θέατρο, λέει.
όντως, τρεις η ώρα κυριακή μεσημέρι με λίγα πιτσιρίκια μέσα και αντίστοιχους 'κηδεμόνες'.
θέατρο άνεσις, κηφισίας 14, αμπελόκηποι.

η άνεση δεν ήταν μόνο στα καθίσματα.
πήγα για το σεραφείμ, και δεν ήξερα πόσο τυχερή ήμουνα.

το αγόρι που μιλούσε με τα πουλιά κάνει το ταξίδι ενός τραγουδοποιού, ενός μαγεμένου αυλού που μας παίρνει όμορφα και σταθερά από το χέρι, και μας οδηγεί αβίαστα, μεγάλους και μικρούς στη νοσταλγία μιας αγαθής, απλής, καλαίσθητης χαράς. το ποτάμι της μουσικής τρέχει σχεδόν σ'όλο το έργο, κι η ιστορία του παρασύρει στο πιο καθάριο νερό των παιδικών μας χρόνων, μ'όλες τις δυσκολίες και τα όνειρα...
από την αρχή σε αγγαλιάζει η χαρά σ'αυτή την παράσταση, ούτε που το καταλαβαίνεις πώς, κι αρχίζει το γάργαρο τραγούδι, σε παίρνει πριν προλάβεις να πεις στο μικρό σου 'σώπα' και στον μεγάλο που έχεις μέσα σου 'κουράγιο, για το παιδί σου το κάνεις'.
εξαρχής ένιωσα πολύ όμορφα κι ευχαρίστησα το γιο μου που χάρη σ'αυτόν βρέθηκα εκεί.
το θέαμα κατ'αρχάς είναι πολύ καλά στημένο. η καλαισθησία είναι σε όλες τις βάσεις σταθερή συνιστώσα.
πολύ καλά.
απλό και τρυφερό, ζωντανό και χαρούμενο.
τα τραγούδια του κουγιουμτζή σου ζεσταίνουν την καρδιά με την πρώτη, κι εμείς οι μεγάλοι αναγνωρίσαμε τις μαμάδες μας και τους κ΄πους τους, τους μπαμπάδες και τα βάσαν της εποχής τους, τα παιδικά οράματα που έγιναν αφετηρίες για τους πιο μεγάλους αγώνες της ζωής...
το παιδί παρακολουθεί ένα συμβολικό παραμύθι ντυμένο με τα τραγούδια που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε.

ο γιώργος φρατζεσκάκης, ο σκηνοθέτης, έχει ένα στόχο:
'να διαφυλάξουμε την παιδική αφέλεια και το αθώο βλέμμα από την καταιγίδα των βίαιων προτύπων της εποχής'.

το πετυχαίνει τόσο γλυκά και τόσο τρυφερά με τους ηθοποιούς του που πραγματικά πέρασα εξαιρετικά.
διερωτώμαι γιατί να μην είναι μια παράσταση για όλους, να παίζεται και βράδυ, και να μη χρειάζεται ως 'άλλοθι' ένα πιτσιρίκι για να πάμε όλοι να δούμε την παράσταση!

συγκινήθηκα. είδα το σεραφείμ που συνάντησε τους ηθοποιούς, σηκώθηκε από τη θέση του και έγινε τόσο αποδεκτός, τόσο ανάλαφρος κοντά τους...

ΑΞΙΖΕΙ.
ΝΑ ΠΑΤΕ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΙ.

κείμενο σκηνοθεσία γιώργος φρατζεσκάκης
τραγούδια σταύρος κουγιουμτζής
κοστούμια χριστίνα κωστέα
μουσική και διασκευή τραγουδιών κώστας χαριτάτος
χορογραφίες ιωάννα καμπύλαυκα
βοσηθός σκηνοθέτη ελένη βουτυρά

ηθοποιοί
σάκης τσινιάρος
κωνσταντίνος λεβαντής
σταφανία φιλιάδη
ρένα σφηνιά
κορίνα αλαξανδρίδου
γιάννης τσιώμου
μάριον τσιτσέκα


και το πρόγραμμα. εξαιρετικό, με ωραίες φωτο, και με πολύ προσεγμένα κείμενα.

ευχαριστώ, συγκινήθηκα που το είδα, το καταφχαριστήθηκα, κι υποσχέθηκα στο σκηνοθέτη πως θα το μοιραστώ μαζί σας.
να είσαι καλά φρατζεσκάκη, και να μας στολίζεις τη ζωή έτσι όμορφα...
καλή συνέχεια!


υγ. μήνας του θεάτρου ο μάρτιος. αυτό είναι το πρώτο. σας έχω κι άλλες δύο εκπλήξεις!

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

χτες γνώρισα μια γυναίκα

πριν μερικά χρόνια, αρκετά, είχα ακόμη φίλο τον άρη. τον άρη τον γνώρισα σε μια παρέα φοιτητών στο πανεπιστήμιο, ήταν ο μόνος από την παρέα που φερόταν με την ίδια αφέλεια που φερόμουν κι εγώ. χωρίς δλδ καμώματα και δήθεν. γίναμε φίλοι, ερχόταν σπίτι μας, ήξερε όλη την οικογένεια, εγώ πήγαινα στο δικό του, όπου ζούσε μόνος του, ή στο σπιτι των γονιών του καμιά φορά και με τους δικούς μου. πραγματική φιλία.
ψυχραθήκαμε εξαιτίας των ταλεμπάν.
ήταν από τα ελάχιστα μέλη που έκανε ένα σύλλογο φιλίας ελλήνων και ταλεμπάν.
του είχα πει: και χάθηκε ο κόσμος να κάνετε ένα σύλλογο αφγανιστάν-ελλάδα; έπρεπε να είναι φιλία με τους ταλεμπάν;
μου είπε τα δικά του, του είπα τα δικά μου, τα κάναμε ρόιδο.
πέρσι τον συνάντησα. χάρηκα πολύ κι εκείνος το ίδιο, καθήσαμε μαζί στην εκδήλωση που είμασταν, πιάσαμε κουβέντα μετά...
ο άρης μου τη φύλαγε, παραλίγο να με δείρει. για παρόμοιο θέμα, όχι για ίδιο. είχε άδικο. με απογοήτευσε πολύ.
αυτό δεν έχει να κάνει με τον άρη, και την αγάπη που έχω γι'αυτό τον άνθρωπο. έχει να κάνει πως δεν μπορούμε να συννενοηθούμε.
και να η συνέχεια:
χτες είχα πάει στο σπίτι της μάγδας, της φίλης μου. πολλές γυναίκες, μόνο γυναίκες, και μια έκθεση από τη μια από μας. έφυγα από τη βαβούρα και κάθησα στο υπνοδωμάτιο της μάγδας, μαζί με μια νεαρά τουρκολόγο. εκεί ήρθε και η αθηνά.

η αθηνά είμαι μια γυναίκα.


γι'αυτήν θέλω να μιλήσω σήμερα.


να ζήσει.


γι'αυτό μίλησα και για τον άρη, καλή του ώρα.
η αθηνά είμαι όμορφη και νέα, σίγουρα πολύ μικρότερη από μένα, ήρθε εκεί, ούτε θυμάμαι πώς, αρχίσαμε κουβέντα με μάτια.
κουβέντα με μάτια είναι κάποιος να σου μιλάει και να βγαίνει η χαρά της ψυχής του στα μάτια μου, άδολα και χαρούμενα.
όπως δεν είχε χώρο πολύ, ξέρετε, μια εορταστική ατμόσφαιρα με όλα τα παλτά πάνω στο κρεβάτι, η νεαρά τουρκολόγος κι εγώ καθόμασταν και κουβεντιάζαμε για σπουδές στην άκρη του κρεβατιού, κι η αθηνά ήρθε και στεκόταν όρθια στο μικρό διάδρομο. η μάγδα ήρθε, για να μας κάνει τις συστάσεις, είδε ότι είχαμε γνωριστεί, κάθησε λίγο μαζί μας, μάς έφερε μαστίχα να πιούμε. η μικρή τουρκολόγα καθόταν στο κρεβάτι καθιστή, η αθηνά κι εγώ καθήσαμε στο πάτωμα. δεν μπορούσα να κάθομαι και να τη βλέπω όρθια, ούτε εκείνη να κάθεται κάτω κι εγώ καθιστή πιο πάνω.
η αθηνά είναι μια γυναίκα που έχει χτίσει σχολείο για κορίτσια στο αφγανιστάν, και νοσοκομείο σ'ένα χωριό στο πουθενά.
πήγε μόνη της στο αφγανιστάν, βρήκε τους ταλεμπάν με το δικό της μοναδικό τρόπο, φόρεσε τσαντόρ, έγινε απόλυτα σεβαστή, κι ό,τι πει, αφού τους έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη, γίνεται!
ακούγοντάς την μου ερχόταν συνέχεια στο νου ο άρης.
εγώ κατάφερα να τσακωθώ με τον συμπατριώτη μου για τους ταλεμπάν,
και η αθηνά κατάφερε να έρθει σε πραγματική επικοινωνία με τους ταλεμπάν, και μάλιστα για γυναικεία θέματα.
είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικός.
θέλω να την καλέσω στο πανεπιστήμιο να μιλήσει για την εμπειρία της, αλλά δε βρήκα ακόμη τον τρόπο. πιστεύω όμως ότι αυτά που θα πει στα παιδιά μπορεί να είναι πολύ βασικά, να είναι μια πραγματική διδασκαλία.
έτσι λοιπόν, από χτες βράδυ είμαι πιο πλούσια δασκάλα.
δέχτηκα ένα δώρο.
έναν άνθρωπο με πραγματικό αντίλογο στα δικά μου.
είναι μεγαλείο να μπορείς να δεχτείς τον άλλον, ως άλλον. όχι σα δικό σου.
είναι μεγαλείο να μπορείς να ζεις αποσχισμένος από την ωμοπλάτη του αδάμ, ως εύα,
εύα κυρία,
με όσα φαύλα ο άνθρωπος και
με όσα κρείττονα ο άνθρωπος
και ο υιός του ανθρώπου, χριστός, να σπαργανώνεται στο δικό σου ανθρώπινο αίμα.
σήμερα είναι η κυριακή των εικόνων.
στην εκκλησιά, με πρώτη την εικόνα της θεοτόκου, γυρνούν ανάμεσά μας οι εικόνες ανθρώπων που πάλεψαν για αυτή τη ζωή και για την άλλη.
με κέντρο τους την ενανθρώπιση του λόγου, που έγινε σάρκα, με κλιμακα καθόδου και ανόδου την Παναγία.
στοργή και αίμα,
πόνος προφητικός ο πόνος της μάνας που τον χάνει δωδεκαετή στο ναό, που ξέρει ότι είναι αυτή που ζητά 'γεννηθήτω κατά το ρήμα σου' στον ευαγγελισμό, που βλέπει χρυσό, σα βασιλιάς, λίβανο σα θεός, σμύρνα σα τεθνεώς, να του προσφέρουν οι ξένοι μάγοι, αυτή, που πονά προφητικά που αγαπά πέρα για πέρα, αυτή, που βαπτίζεται η εκκλησία στο αίμα του Γιού Της, που δίνεται ολοκληρωτικά στη ένωση ανάμεσα στον άνθρωπο και το δημιουργό του,
αυτή η Κυρία γιορτάζει πρώτη σήμερα.


κι εγώ χτες γνώρισα την αθηνά, που με έμαθε τι θα πει να αφήνεις πίσω σου ό,τι κι αν έχεις, ό,τι κι αν είσαι, και να γίνεσαι δώρο για τους άλλους.


ο θεός μαζί σου αθηνά, όπου και να είσαι. να φέρνεις μέσα σου τη μετά-νοια για να πλουτίζεις πάντα το δρόμο σου και να γίνεται όλο και μακρύτερος.

είναι η γιορτή της γυναίκας σήμερα. είναι η πρώτη κυριακή των νηστειών. είναι η κυριακή της ορθοδοξίας.
έστω και τώρα θα πάω στην εκκλησία. δε νιώθω και πολύ καλά σήμερα, μα δεν έχει και πολλή σημασία.
νιώθω το έλεος του θεού, σκέφτομαι τη λέξη σπλαγχνικος. σπλάγχνα.
έχω τρία παιδιά, μερικές φορές πολλές χαρές και μερικές πολλές πίκρες.
γυναίκα κι εγώ.
σας στέλνω την αγάπη μου, κι εύχομαι σε όλους ό,τι καλύτερο.
συγχωρέστε όσους πλήγωσα, μιας και σήμερα,
κι εγώ,
γιορτάζω.


υγ. και φυσικά δεν είμαι η γυναίκα του λωτ εγώ, να γυρίσω πίσω, να κοιτάξω τι έγραψα και να γίνω στήλη άλατος.
ό,τι έγραψα έγραψα.
ξεπερνάω κι αυτούς που θα διαβάσουν για να λογοκρίνουν και έχουν καταφέρει να πληγώσουν τις αδυναμίες μου. θα στείλω στα μάτια όσων θέλουν αυτό το μήνυμα. ας το παραβλέψουν ή ας γελάσουν ειρωνικά ή άβολα όσοι τυχόν δεν θα το ήθελαν έτσι. συγγνώμη προκαταβολικά, μα η χαρά της ελευθερίας είναι πιο μεγάλη από τη δύναμη του κουτσομπολιού, αυτό είναι σίγουρο, όπως και να γίνει! καλημέρα!

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

χωρίς τίτλο.




Θα σ’ αγαπώ πάντα. Και μιλούσε με πυρετό.
Της τρώγαν τα εντόσθια οι ανάποδες θηλές που είχε στο στήθος.
Ο εσωτερικός κόσμος της, λέγαν μερικοί, είν’ ευαίσθητος, θέλει προσπάθεια για να συντηρηθεί.
Σα βλέπεις γριές με μαύρα, αυτές να θυμάσαι: γυναίκες ήταν κάποτε, με τις θηλές του στήθους προς τα μέσα.
Ο έσω κόσμος γαλαξίας. Ο έξω, σιωπηλός για να μοιάζει αυτάρεσκος.
Είχα μια τέτοια, μου είπε εκείνος ο γείτονας των αερογραμμών.
Της έλεγες λόγια και κατάπινε κοτρόνες.
Της έδινες χάδια και σ’ έτρωγε ζωντανό.
Χαιρόταν πάντα τον ίδιο πόνο, σα να γεννιόταν.
Τώρα περπατά και πεθαίνει διαρκώς.

ελένη κονδύλη.‏2009‏‏-‏01‏‏-‏07‏

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

ψυχική υγεία. πολύ μεγαλύτερο θέμα από ό,τι νομίζουμε.

μας αφορά όλους.

στο σπίτι μας, στον άνθρωπό μας, στην οικογένειά μας, στον τόπο εργασίας μας, στους φίλους μας, στο σχολείο μας, στο πανεπιστήμιο, παντού...

ταμπού τέρμα.

η ψυχική υγεία είναι θέμα κοινωνίας.

πώς μπορούμε να συνεχίσουμε να αγνοούμε;


το έχετε σκεφτεί;
θα έπρεπε.