Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

http://noctoc-noctoc.blogspot.com/2008/11/1979-cypriot-saint-philoumenos-who-was.html

http://noctoc-noctoc.blogspot.com/2008/11/1979-cypriot-saint-philoumenos-who-was.html

καλημέρα σας
μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αναφορά του νόστου σε αυτό που άκουσα από φοβισμένα στόματα όταν ήμουνα σχεδόν παιδί.
την ιστορία του αγίου φιλουμένου, που δεν ήξερα πώς λεγόταν, την είχα ακούσει τότε που συνέβη. ρώταγα πώς είναι δυνατόν να γίνονται τέτοια και να μιλάμε στα μουλωχτά όλοι. κανείς δεν μπόρεσε να μου απαντήσει, όπως και σε΄άλλα αυτονόητα ερωτήματα. ήταν η εποχή της αγνότητας.
χαίρομαι που αυτός ο άνθρωπος είναι πια γνωστό μέλος της θριαμβεύουσας εκκλησίας, και βέβαια με τον όρο θριαμβεύουσα είναι το σύνολο των ανθρώπων που είναι κάπου αλλού, όχι μέσα στα χρυσάφια του παρόντος αιώνος. αυτός έζησε-πέθανε, ζει εν χριστώ. εκκλησία αυτό είναι. τώρα θα μου πείτε τι είμαστε εμείς. δεν ξέρω για σας, για μένα πάντως σίγουρα δεν ξέρω τίποτα. το πρόσωπο όμως το συγκεκριμένο,
αυτό,
ναι, με νοιάζει. ας εύχεται και για μένα και για σας, που τυχόν διαβάζετε τις μπούρδες μου.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

ελένης κονδύλη, βαριά λόγια

636

Με λόγια βαριά
Βγάζω σεργιάνι τις απουσίες σου όλες, στρατός θροϊζοντα φύλλα.
Η σκόνη ανακατεύεται απ’ τις οπλές μας,
Άτι ο χρόνος που τη γη πατά, και τη σφραγίζει.
Οπλίζω, στοχεύω, απορρίπτω.
Μένει μια δακρυσμένη σκόνη στον αέρα, χωρίς θησαυρό, δίχως βροχή.
Μπόρα με φλόγες, π’ ανασταίνει φύλλα.

Μια χούφτα ευωδιά σχεδόν βροχής ωστόσο, καλέ μου, σου προσφέρω.
Ασήμια οι λέξεις πάνω στη μνήμη των μετώπων που είδαν το αύριο σε μια στιγμή προφητείας.
Η λάμψη έφυγε, έμεινε η σκόνη απ’ τις οπλές.
Οπλίζω, στοχεύω, μα δεν μπορώ να ξεχάσω.
το παρόν ανακατεύεται σα σιωπηλό παράλογο και μόνο ποδοβολητό. Κανείς, μήτε στο χτες μήτε στο επέκεινα, και μήτε στο παρόν.
Και να ένας δρόμος.
Τα φύλλα κλαίνε πράσινα, θροϊζοντα, δροσερά, λαμπυρίζοντα, δακρυσμένα,
Κλαίνε το φόβο του πουθενά που κρύβεται, αλυχτά σιωπές στα τέσσερα σημεία των οριζόντων,
ίδιος ο φόβος κυπαρίσσι σ’ υποθαλάσσιο κοιμητήρι. Ήπιος ύπνος θάνατος.
Έλα ύπνε, να ρθώ πάνω σου για μια στιγμή συνουσίας, ένα πέταγμα.
Στα τρία τινάγματα, το κανένα. Στα είκοσι βήματα, το εκατομμυριοστό. Στα «δυο λεπτά!», τα λέπια απ’ ασημένιο ψάρι.
Κι ο θάνατος ατόφιος, δε μ’ αγγίζει.
Ψέλνω, περνώ, διατάζω
Κανέναν δεν αγγίζω, είμαι όλη φύλλα, ξάφνου καρπούς δεν αντηχώ μήτε κλαδιά και μήτε ρίζες.
Είμ’ ένα θαύμα
Ένας υμένας διαφορά.
Ένα αύριο που δε θα ξυπνήσει.
Ένα χτες που δεν παραιτήθηκε.
Παρόν δεν είμαι,
Παρά, πράσινο φύλλο.


ελένη κονδύλη.‏2007‏‏-‏07‏‏-‏05‏Δημοσιευμένο στο abttha.blogspot.com, παλιότερα...

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

http://www.diktioaigaiou.gr/

πολύ ενδιαφέρων ιστο-τόπος
εγώ υπέγραψα...
αειφόρο αιγαίο
μπείτε δείτε υπογράψτε
αν θέτε
κι αν δε θέτε,
σκεφτείτε ότι η ελλάδα έχει ωραίες γωνιές που τελούν υπό καταστροφή.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

βαστάει ακόμη.

πέντα χρόνια βαστάει.
πώς θα καταλάβω ότι δε βαστάει;
θα το καταλάβετε.


πού μπορεί να γίνεται τέτοιος διάλογος;

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

τι είναι η αυτοχειρία;

ενδιαφέρον θέμα. δύσκολο.
μην ανησυχείτε πάντως, εγώ ανήκω στην κατηγορία 'κακό σκυλί ψόφο δεν έχει', άρα θα μείνω αθάνατη.
πάντως με ενδιαφέρουν οι απόψεις σας.
την καλημέρα μου.
να δούμε κιόλας να γράψετε τίπτις...:)

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

εγώ τότε διάβαζα. εσύ τι έκανες;

σήμερα είναι ημέρα ηρωισμού
κι εγώ δεν είμαι ήρωας.
όταν τα εμβατήρια ακούγονταν στην παράξενη σιωπή του 'τα σχολεία είναι κλειστά', 'γιατί', 'ελληνικέ λαέ', κλπ, ήμουνα πέμπτη ή τετάρτη δημοτικού.
το απόγευμα πέρασαν από τη γειτονιά μας άρματα μάχης.
η μαμά και η θεία μας έλεγαν να μην κοιτάμε. και να κοιτάς, κακό ήταν.
ο μπαμπάς χωροφύλακας. δε θυμάμαι πού ήταν.
το 'χω ξαναγράψει ίσως, η μαμά είχε μια φίλη οδοντίατρο στη γειτονιά. ο άντρας της καθηγητής μαθηματικών. η γυναίκα του ήρθε ξημερώματα σπίτι με μια τσάντα κουβέρτες και μάλλινα εσώρουχα. να τα πάει ο πατέρας μου στο γήπεδο της άεκ, να βρει τον μαθηματικό να του τα δώσει, καθότι 'βαμμένος κουμουνιστής' ο μαθηματικός, τον μπουζουριάσανε πριν πεις κύμινο. τα πήγε, κατάφερε να τον βρει.
ο αδελφός μου πρώτη γυμνασίου. μια θεούσα του εκανε μαθήματα. ερχόταν σπίτι μιλώντας για φόνους στο δρόμο. για πράματα που είδε.
στο αρσάκειο η κυρία παππά, η μόνη δασκάλα που θυμάμαι, μας έλεγε: βγάλτε το βιβλίο της γεωγραφίας, σελ. τάδε, κοιτάτε, που λέει 'ελλάς βασιλευομένη δημοκρατία', να το σβήσετε και να γράψετε: 'δικτατορία'.
το έλεγε η περδικούλα της. η καλύτερη δασκάλα ήταν αυτή, και θεούσα.
εμείς, δλδ η οικογένεια, είμαστε νομοταγείς. δεν είμαστε σαν τον αδελφό της μητέρας μου και νονό μου, 'βαμμένο κομουνιστή' επίσης...
κι ακούγαμε στο ραδιόφωνο και την υπέροχη εκπομπή 'στον ιστό της αράχνης' και ανατριχιάζαμε...
κι ακούγαμε ή βλέπαμε δε θυμάμαι τον γεωργαλά, και μας άρεσε...
ωστόσο...
διερωτόμουν γιατί εξορία, γιατί φυλακές, γιατί σ'αυτήν την κυρία που την κατηγορούσαν σα 'σιτεμένη κυρία', της είχαν αφαιρέσει την ελληνική υπηκοότητα, αυτό μου έμενε πάντα σαν άδικο...
έκτη δημοτικού και το περίφημο 'δημοψήφισμα'...
ναι - όχι.
σχεδόν εκατό τοις εκατό ναι...
ένα όνομα... πώς γίνεται...
μεγάλωνα με το πρόσωπο γυρισμένο στον τοίχο να γράφω ποιήματα πάνω σε μια ραπτομηχανή
γυμνάσιο πια
και με σταμάτησε ένας αστυνομικός
γιατί πηγαίνω σε άλλη στάση από αυτή που ήταν δίπλα στο σχολείο μου
και 'σας παρακαλώ, έρχεται το παιδι σταματήστε, είμαστε όλοι νομοταγείς'
μα δε σταμάτησε η σκύλα με το ξυράφι και κάτι άλλο: το κρεββάτι μου διαλύθηκε, μήν τυχόν είχε προκηρύξεις ο πατέρας μου, αφού βοήθησε τον κουμουνισταρά τότε...
φύγαμε, βρέθηκα σε γαλλικό σχολείο στο βέλγιο
'είναι δικτατορία στη χώρα σου, βασανίζουν' έλεγε ο παιδονόμος του σχολείου και δεν τον πίστευα.
κάτι φούσκωνε μέσα μου
ένας θοδωράκης ακουγόταν σα μεγαλείο στα αυτιά της οικογένειας
των φίλων της οικογένειας
του φόβου της οικογένειας
δε μιλούσα
και ξαφνικά ακούμε, και πάει νοέμβρης, και φεύγουμε, με το τρένο να πάμε σε άλλη πόλη που έχουν ελληνικές εφημερίδες
να μην έχεις δεκάρα και να τρέχεις σε άλλη πόλη να μάθεις τη συνέχεια
στην ταράτσα χτυπάνε τον αντρέα
και με τους χτύπους το αίμα μετρώ
δε μιλούσα
έγραφα
κάποια στιγμή στο σχολείο ποιητικός διαγωνισμός
μια συμμαθήτρια λέει με περίσκεψη 'νομίζεις ότι δε γίνεται τίποτα μέσα της και μετά βγαίνει αυτό'
δεν ήξερα, αν ήμουνα υπέρ κατά ανά κατά διά, αριστερά δεξιά και τ'αποδέλοιπα όλα

η ελευθερία φωλιάζει κάπου που δεν ελέγχεις εύκολα.
περνάνε τα χρόνια και κάποτε ξέρεις.

και μετά, μετά το νοέμβρη, και μετά την κύπρο, και μετά τον καραμαν΄λη, ξάφνου, όλοι οι ήσυχοι σαν και του λόγου μου,

γίναν
λέει
αντιστασιακοί.

σ'αυτούς που πόνεσαν, με οποιοδήποτε τρόπο, αποδίδω ανώνυμα σεβασμό. σ'αυτούς που πούλησαν, με οποιοδήποτε τρόπο, τίποτα δεν μπορώ να πω μπροστά στους κομπασμούς τους.

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

αυτός που διαβάζει πάει πιο μακριά απ'αυτόν που γράφει

αυτό για τον πράσινο νταλικέρη!


με το λοιπόν, όταν η χαζή ήταν καθηγήτρια στο πανεπιστήμιου κακούμπια της κολοπετινίτσας, πέρναγε τα περιστεράκια εξετάσεις προφορικά.
επειδή δεν της άρεσε να τους κόβει, τους έκοβε, ή νόμιζε, με το μάτι: τι είναι αυτός; αυτή; τι στο καλό να έχει στο κεφάλι; και σκαρφιζόταν ερωτήσεις για τους άραβες.
άμα έβλεπε κανα κανάρι, ρώταγε: πότε πέθανε ο μωάμεθ; πότε έγινε η εγίρα; ποιοι είναι οι στύλοι του ισλάμ; και καθάριζε.
άμα έβλεπε καναν αητό, ξοδευότανε σ'ένα: αναπτύξτε το τάδε ιδεολογικό ρεύμα. και σοσ ήταν ο μουταζιλισμός, που τον αγαπάει η χαζή ιδιαίτερα.
τόση αδικία. γιατί αδικία ήταν.
μια μέρα, η χαζή τα είχε παίξει! καμιά εκατοστή κανάρια να θένε να περάσουνε. προς αργά το απόγευμα η χαζή βγήκε απ'το γραφείο να δει τι γίνεται. βλέπει δυο χοντρούλες. ζουμπάδες ντυμένες στα μαύρα. λέει: δεν ερχόσαστε κι εσείς όλες μαζί να τελειώνουμε;
λένε οι δυο: μόνο αυτή είναι.
ο ένας ζουμπάς είπε για τον άλλο ζουμπά.
όταν ήρθε μέσα ο ένας θηλυκός ζουμπάς, με νάζι περισσό και τσαλιμάκια, μου είπε...
η μαμά μου ήτανε...
μου έκανε παρέα...
δεν ήθελα να ταξιδεύω μόνη μου...
(αμάν, λέει η χαζή από μέσα της, τι ειν τούτο, με τη μαμά του στο πανεπ! τι φρούτο! τι χάρη! τι διανοητικός ζουμπάς). ωστόσο κάτι έσπρωξε τη χαζή, αντί να γυρίσει με τη συνηθισμένη ατάκα "πότε πέθανε ο μωάμεθ, πότε έγινε η εγίρα, ποιοί είναι οι στύλοι του ισλάμ", και μπήκε στο κεφάλι της χαζής μια δύσκολη διατύπωση για το μουταζιλισμό: με ποιο τρόπο οι μουτάζιλα ασχολήθηκαν με την ελληνική λογική και απομακρύνθηκαν από το καλάμ...
το ζουμπαδάκι έλαμψε το μάτι του! οχετός η στόμα της!
έλεγε, έλεγε, κι η χαζή είχε μείνει ξερή! χαμογέλαγε σαν να την είχανε δείρει...
άκουγε και ευφραινόταν και σκεφτόταν 'από πού τα διάβασε αυτά αυτή να ζητήσει βιβλιογραφία και να συμπληρώσει τις σημειώσεις της'...
κι όντως, τη ρώτησε.
και τότε, το ζουμπαδάκι ξανάνοιξε τη στόμα της και είπε:
αχ, στο νησί τάδε (η χαζή δε θυμάται καν ποιο) δεν έχουμε βιβλιοθήκη, δεν μπορούσα να διαβάσω από αλλού, μόνο τις σημειώσεις μου στείλανε....
!!!!!!!!!!!!!!
το παιδάκι αυτό είχε πάει τόσο μακριά, που οι σημειώσεις δεν ήταν τίποτε μπροστά σ'αυτά στα οποία είχε φτάσει!.
της εύχομαι στη ζωή της να έχει πάντα τόσο ανοιχτές όλες τις πόρτες του μυαλού της...

δεν είναι μια υπέροχη ιστορία;
όχι, πέστε, δεν είναι;

θα καταφέρω να σας δείξω κάτι πολύ όμορφο που είδα;

http://users.ach.sch.gr/pchaloul/arab-art/index-arab.htm

http://www.discoverislamicart.org/

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

αυτά τα πουλιά και...

Αμπού Φιράς αλ-Χαμντάνι.
Γεννήθηκε το 932, και σε ηλικία 3 ετών δολοφόνησαν τον πατέρα του, που ήταν κι αυτός ποιητής. Η μητέρα του ήταν Ελληνίδα, και κατέφυγε στο Χαλέπι, στην αυλή του Χαμντανίδη Σάιφ αλ-Ντάουλα, συγγενούς του πατέρα του. Μορφώθηκε εκεί και έλαβε μέρος σε πολλές εκστρατείες εναντίον των Βυζαντινών στο πλευρό του Σάιφ. Αιχμαλωτίστηκε και πέρασε τέσσερα χρόνια της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη (962-966). Όταν επέστρεψε, επαναστάτησε εναντίον του γιου και διαδόχου του Σάιφ αλ-Ντάουλα, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε το 968. Ο χαρακτήρας του είναι ό,τι ακριβώς οι Άραβες θεωρούσαν "αραβικό ιδεώδες": ατρόμητος, γενναιόδωρος, ευγενικής καταγωγής (τίτλο ευγένειας αποτελούσε το γεγονός ότι είχε Ελληνίδα μητέρα). Αυτό εκφράζει και η ποίησή του. Έγραψε κασίντα πανηγυρικού και επικού χαρακτήρα, μικρότερα ποιήματα, όπου εξυμνούσε τη φιλία και τον έρωτα, καθώς και σιιτικές ωδές. Είναι όμως γνωστός για τα Ρουμιγιάτ, ‘Τα Ρωμαίικα’ (εννοείται: ποιήματα), που έγραψε όταν ήταν αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, γεμάτα νοσταλγία για την πατρίδα του, παράπονο και ηρωισμό. Η μελέτη των ποιημάτων αυτών θα ήταν σίγουρο ενδιαφέρον να γίνει για να γνωρίσει κανείς τη διαπολιτισμική πλοκή που είχε η ζωή του .

Αχ γειτόνισσα!

«Λέγω, καθώς μια περιστέρα θρηνούσε σιμά μου: Αχ γειτόνισσα, νοιώθεις τη συμφορά μου ;
Εσύ, δεν υποφέρεις ! Δε γνώρισες εσύ του χωρισμού το δρόμο κι ούτε περάσαν έγνοιες απ’ το νου σου.
Πώς λοιπόν θλιμμένη καρδιά κουβαλάν τα φτερά σου στον ψηλό τον κλώνο;
Αχ γειτόνισσα, ο χρόνος άνισα φέρθηκε με μάς τους
δύο ! Έλα τις λύπες να μοιραστούμε, έλα !
Έλα ! βλέπεις αποδυναμωμένη την καρδιά που κουβαλώ, σε παλιωμένο κορμί να σπαράζει !
Ένας αιχμάλωτος γελά μαζί σου, κι εσύ μια ελεύθερη να κλαις ! σιωπά ο θλιμμένος, κι η ανέμελη δακρύζει ;
Ταιριάζουν πιο πολύ σε μένα τα δάκρυα τούτα, όμως στη συμφορά μου και τα δάκρυα ακόμη σπανίζουν !»


[Μετάφραση Νασίφ Νταχντάλ]

(αυτός φυλακισμένος, η περιστέρα ελεύθερη)
(απόσπασμα από το βιβλίο εισαγωγή στη λογοτεχνία των αράβων, εκδόσεις ελληνικά γράμματα, αθήνα 2001.

να κι ένα άλλο απόσπασμα από ποίημα του χαμντάνι:

ω εσύ βασιλιά, περπατάς το χιτώνα της δόξας ντυμένος
στεφάνωσε η άνοιξη μ’ ομορφιά τους κάλυκες που χουν λούσει τα νέφη
θαμπώσαν τα μάτια στην ομορφιά του που λάμπει όπως το πρόσωπο αυτών που έχει αγγίξει η αγάπη
ήρθαν μπρος μας ποτά – μα πιοτί κανείς δε θα πιεί, καθώς εσύ λείπεις!


Petit, Odette, Voisin, Wanda, Abu Firas, chevalier poète, choix de poèmes traduits et présentés par…, Éditions Publisud, Paris 1990, ποίημα αριθμός 50, σελ. 101.
μετάφραση δική μου, αραβικό κείμενο και μελέτη της γαλλικής μετάφρασης)
Η δομή του ποιήματος φανερώνει με την επιλογή των λέξεων, νόημα πολύ εκτενέστερο από τη σημασιολογική βαρύτητα των τεσσάρων προτάσεων. Εντύπωση κάνει η επιλογή της πρώτης λέξης του κάθε στίχου: ο πρώτος είναι η κλητική με την οποία απευθύνεται ο ποιητής στον άρχοντα, και στους τρεις άλλους στίχους ένα ρήμα στον ‘αόριστο’, στην πιο λιτή μορφή του:
يَايّها
نَتَجَ
رَاعَ
حَضَرَ
Και η ομοιοκαταληξία, ακόμα πιο έντονη στα υπονοούμενα:
ساحب
سحائب
حبائب
غائب
Η αναλογία των δύο πρώτων στίχων θυμίζει το χριστιανικό λειτουργικό κείμενο όπου το ένδυμα του βασιλέα είναι παρόμοιο με το ένδυμα της οικουμένης: ‘πορφύραν περιβάλετο, ο περιβαλλόμενος της γην νεφέλαις’. Και τελικώς, ο περιβαλόμενος τον χιτώνα της δόξης, είναι ‘ΑΠΏΝ’, καλυμμένος μέσα στη δόξα του…

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

αυτά.

αυτά, αχ αυτά...
πριν μερικά χρόνια έλειπαν όλα. τα χρώματα, οι δυνάμεις, τα σκαλιά, η έδρα, τα παιδιά, το σπίτι, όλα.
ξεκίνησαν να υπάρχουν πάλι, πολύ δειλά στην αρχή. να δεις ξανά τα παιδιά, αυτά τα παιδιά, ή άλλα παιδιά. γιατί εκείνα ήταν τα παιδιά...
του 2003.
που δε χωρούσαν στην τάξη.
που μόνα τους αποφάσισαν να αλλάξουν θέση, μα περίμεναν στο διάδρομο να με πάρουν μαζί τους.
βρεθήκαμε στο πιο μεγάλο αμφιθέατρο της φιλσοφοφικής εκείνης της άγνωστης χώρας και πόλης. κανείς δεν τόλμησε να τα βγάλει έξω. για μένα ήταν ένα δώρο προετοιμασίας.
ζήτημα αν μπήκα δυο φορές εκεί μέσα.
ακολούθησε ένας βαθύς ύπνος, άλλοτε θα τα πούμε.
κι όταν μπορούσα να γυρίσω, την άλλη χρονιά, δεν ήθελα ούτε ομπρέλα με χερούλι μπροστά τους, ούτε μπαστούνι.
ήταν σεπτέμβρης κι ήμουνα σε άλλο αμφιθέατρο. αυτό το τωρινό. κατεβαίνεις καμιά δεκαριά σκαλιά. βαστιόμουν από τον τοίχο μη φάω τα μούτρα μου.
συγκίνηση για μένα, γι'αυτά ήμουν άγνωστη, ήταν καινούρια...
μα ήταν παιδιά.
μάθημα. όσο πιο αληθινό να μπορούσε να είναι αυτό.
μάθημα; ποιος να μαθαίνει άραγε πιο πολύ! ο εγωιστής κι αυτός που δεν ξέρει. ανήκω και στις δυο κατηγορίες.
όλα ήρεμα. μάτια ακέραια να κοιτάζουν.
διάλειμα στο τρίωρο, δε φεύγω από την έδρα, πώς να ξαναγυρίσω, δεν είναι αυτονόητο...
κι έρχονται σπουργίτια!
μέσα στην αίθουσα!
ανάμεσα στα έδρανα και την έδρα!
σε λίγο τα παιδιά επιστρέφουν. το μάθημα ξαναρχίζει. όλα ήρεμα, ανθρώπινα...
ανθρώπινα.
γίνεται μάθημα και ξαναμπαίνουν τα πουλιά. ανάμεσα στα παιδιά, δυο σπουργίτια κατεβαίνουν τις σκάλες του αμφιθεάτρου, ανάμεσα στα έδρανα.

το κρατάω για πάντα. νομίζω δε θα το ξεχάσω ποτέ.

------------------
φέτος ξανακάνω μάθημα σ'αυτό το αμφιθέατρο. έχω ωστόσο λείψει τόσον καιρό όσο να λένε μερικοί ότι δεν υπάρχω. ας είναι. τα παιδιά ήταν στην αρχή 6. τώρα μετά βίας να είναι 20, μάλλον δεν είναι.
η συνάντηση είναι όμως φανερή.
περιμένω με αγωνία να τα συναντήσω κάθε βδομάδα. χτες είχαμε μάθημα μαζί. μιλούσα. -κάνω και τίποτε άλλο θα μου πείτε;- μπαίνουν απ'το παράθυρο δυο σπουργίτια.
αμέσως θυμάμαι τη σκηνή και σταματάω το μάθημα, κοιτάζω και λέω στα παιδιά: 'μπήκαν δυο σπουργίτια, κοιτάχτε!'
τα παιδιά κοιτάνε, και χωρίς να χάσουν την παραμκρή στιγμή, γυρνάνε κατευθείαν ξανά μπορστά του, χωρίς μιλιά!
δλδ με βάζουν να συνεχίσω το μάθημα
τα σπουργίτια κάτι συζητάνε στα άδεια έδρανα, γυροφέρνουν λίγο, φεύγουν.
τα παιδιά είναι συνηθισμένα φαίνεται στα πουλιά.

η ζωή περνάει. να μια ομορφιά της.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

επτά ποτάμια και τρεις καημοί βιογραφία, θεουλίνι. ή ένα ποτάμι απλώς.

τέλος πάντων, μπερδεύτηκα και πάλι.
βιογραφικό τόσο υπέροχο σαν το 'ρεντίκουλουμ μπίτε', ρηχά είναι μπήτε, δε θα καταφέρω.
ο μοσέ με μάθαινε να γράφω τα κουρίκουλα βίτε, να έχει καλό.
κι εγώ αντί και κουρίκουλουμ θα πλέξω μια κουρελού. να τη στρώσω να κοιμηθώ πάνω της.
λοιπόν, νηπιαγωγείο δεν πήγα. όσο κι αν το 'θελα. δεν είχαν χρήματα οι γονείς μου, απλό ήταν.
όταν πήγα πρώτη δημοτικού ήρθε και μια 'γαλλίδα' σπίτι. ερχόταν δλδ τα απογεύματα, να μάθουμε γαλλικά με τον αδελφό μου. εμένα δε γίνόταν να με μάθει, με πόναγε υποτίθεται το στομάχι...
καλή γυναίκα ήταν και είναι. αλλά φαίνεται αυτή και το στομάχι μου, κάτι είχαν και δεν τα πήγαιναν καλά.
με συνάντησε μετά το θάνατο της μητέρας μου. φυσικά δε φόρεσα μαύρα. μ'αρέσει να φοράω ό,τι χρώμα θέλω, αρκετό ζόρι τραβάμε με την ίδια τη θλίψη, πρέπει και να την υπογραμμίζουμε; δε νομίζω.
να σου η χ η δασκάλα των γαλλικων μου, με βλέπει, και για να μην την καταλάβουν οι άλλοι, μου λέει γαλλικά:
δεν πέθανε η μαμά σου εσένα; ε; πέθανε, έτσι δεν ειναι; (νεσπά)
πέθανε
και γιατί δε φοράς μαύρα;
και γιατί να φορέσω.
γιατί είναι η παράδοση. (τραντισιόν)
ε, αφού δεν είναι παρά η παράδοση, δεν είναι θέμα αν φοράω ή δε φοράω.
λάθος, γιατί αν δε φοράς, δε δείχνεις σεβασμό σ'εμάς που σε βλέπουμε...

ίσως καταλαβαίνετε, ότι τα χρώματα που άλλαξα εγώ έδειχναν στους άλλους την κουβέντα...
δεν είπα τίποτα. ούτε συγκινήθηκα. απλώς μαύρισα από μέσα μου.
πέρασε ένα μισάωρο και ήρθε καταπτοημένη να ζητήσει συγγνώμη...
έχουν περάσει από τότε τέσσερα χρόνια. όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο πολύ με πληγώνει εκείνη η κουβέντα...

μάλλον είμουν σε υπερένταση σήμερα. τώρα πρέπει να κοιμηθώ. το λέω με μιά παράξενη συναίσθηση ότι γύρω μου πολλά πράγματα και όντα κοιμούνται έναν παράξενον ύπνο...
να ηταν ένας ύπνος δικαίου...
να ήταν δίκαιο ό,τι συμβαίνει στη ζωή μας
κι ακόμη καλύτερα, να καταλαβαίναμε το βαθμό του κάθε δίκαιου πάνω μας, ακριβώς όπως ένας χρυσοχόος ξεχωρίζει τα μέταλλα!
θα μπορούσαμε να φτιάξουμε καμπάνα από τα χώματα της ιστορίας μας, όπως στο έργο αντρέι ρουμπλιέφ, του ταρκόφσκυ.
και να ηχούσαμε τραγούδι.
ένα δικό μας τραγούδι.
καλησπέρα σας.
καληνύχτα σας.

λοιπόν ...

734

Πέρα από τα σύννεφα, συνήλθε πρόσωπό εξαγνίζοντας αγριότητα
Ψυχή, φωνή, καλό μου πρόσωπο, πού πας, για πού το ‘βαλες μοναχό σου;
Ποια μοίρα σε ταξιδεύει γλυκά, κι ανάλαφρα, και πικραμένα;
Διψάς και τρέχεις νερό να πιεις
ξέχασες πως δεν έχεις σώμα;
Κι ο θάνατος μια δίψα είναι
Κι εσύ
Στου θανάτου το κατόπι ζυγώνεις διψασμένο, ερωτευμένο, καρτερικό.
Πεθαίνει το τραγούδι μέσα σου.
Σβαρνάει το μονοπάτι δρόμους αντίξοους και διαφορετικούς, και σε κάθε μια ζωή σου, το ιδανικό πάει παραπέρα, πετά σ’ άλλο δρόμο, σ’ άλλη μεριά, σ’ άλλο ποτάμι, σ’ άλλη πλαγιά
Μεγαλώνει ο κόσμος τελειώνοντας.

Ξεφτίζουν φώτα και προφητείες λάμπουν σαν την τροφή του πεινασμένου
η δίψα σκίζει τη ζωγραφιά που ρίχνει το φεγγάρι στα νερά
Και πεταρίζει ένα λουλούδι
Λουλούδι των νεκρών
Χρυσάνθεμο; Ιβίσκος; Ζωηρή κάλα;
Μέσα ένα κομπόδεμα λουλούδια φυλαγμένα σε εικόνες βιβλίων, σε σημειώσεις μικρές φριχτές και παιδικές…
Ανηφοριές σιωπηλές.
Μονάχο εσύ
Στην πιο μεγάλη μοναξιά μου

ελένη κονδύλη.‏2008‏‏-‏11‏‏-‏11‏



735 ΠΡΩΤΟΠΟΡΕΙΕΣ

Σε συμβουλεύω να φερθείς σαν πολίτης
Να αλητέψεις σε δρόμους να διασυρθείς σε πρωτοπορείες να αναστήσεις τον ποδηλάτη που αιμόφυρτος τρέχει πίσω σου καβάλα σ’ ένα ουράνιο τόξο
Σε συμβουλεύω να φυτρώσεις πάνω στη γη των ονείρων
Που συμπλέκονται με κάκτους και θυρεά οράματα
Και μη ρωτάς
Αν υπάρχει λέξη
Αν υπάρχει όνομα
Βδελυγμία αρχαία, χαρά αγοραία
Η ντροπή λουφάζει στο δρόμο, μου έχει κλείσει ραντεβού κι ένα μάτι, πάντα γυμνή πηγαίνω σε κυκλώπεια τείχη, μου λεν πόρνη μπορεί να είσαι. Λέω, ίσως. Το μάτι ωστόσο δε μάτωσε ποτές ντροπή, μόνε απελπισία.
Και η συνάντηση, είναι κρυφή και δε μιλιέται. Φωνάζουν τα τείχη αέρινα λόγια. Δεμένος ο κύκλωπας στη σκιά μου περνά. Έξω κάνει κρύο.

Περνά μια καρότσα στο δρόμο. Μαζεύει τα πάντα. Εγώ και πάλι περιμένω, ανάμεσα σε ειδήσεις και θηριοτροφεία.

ελένη κονδύλη.‏2008‏‏-‏11‏‏-‏11‏


\\

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ραψωδέ, είσαι να γράψουμε μαζί για το θωμά που γνωρίσαμε στο σαλόνικα;

καλημέρα σε όλους!
πήγα θεσσαλονίκη και σάββατο πρωί ήπιαμε καφέ με το ραψωδό το φίλο μου, και μετά περπατώντας γνωρίσαμε έναν εξαιρετικό τύπο. νομίζω καλλιτέχνη. δε θέλω όμως να γράψω μόνο εγώ πώς τον ένιωσα, ραψωδέ, πες αν θες, ή εδώ ή στο μέιλ και κάνουμε κοινή ανάρτηση! είσαι;
παιδιά ο ραψωδός είναι μεν νεαρός (θα μου πεις κι εγώ είμαι)
αλλά αυτός είναι πραγματικός διανοούμενος.
καλημέρα, καλή βδομάδα σε όλους!

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

ρε, μήπως μας δουλεύουνε;

εντάξει, άγχος έχω για άλλα,
αλλά είναι δυνατόν να μιλάμε με τέτοιο στόμφο για αλλαγή στην αμερική επειδή ο ομπάμα είναι μαύρος;
πιο πολύ είμαστε στο ότι είναι μαύρος, χωρίς να λέμε τι στο καλό θα τον αφήσουν να κάνει...
ναι, είναι πολύ σπουδαίο συμβολικά να ψηφιστεί και εκλεγεί ένας μαύρος για πρωτη φορά,

μα

μήπως είναι πολύ ρατσιστική κατά βάθος αυτή η εμμονή στο μαύρο;


σα χαζή και σαν αγχωμένη, ρωτάω!


μη βαράτε, απαντήστε!

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

ο αραβικός κόσμος χτες και σήμερα



Ο Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειλογίας του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. σας προσκαλεί στην επίδοση Τιμητικού Τόμου στον Ομότιμο Καθηγητή κ. Γρηγόριο Ζιάκα, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της
Ημερίδας που διοργανώνει η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Σπουδών Μέσης Ανατολής με θέμα

Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 7 Νοεμβρίου 2008, ημέρα Παρασκεή, στο Α' Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής (2ος όροφος) σύμφωνα με το πρόγραμμα που ακολουθεί.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Α'ΜΕΡΟΣ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΙΜΗΤΙΚΟΥ ΤΟΜΟΥ
17.30'-18.30': Χαιρετισμοί και επίδοση Τιμητικού Τόμου στον Ομότιμο Καθηγητή κ. Γρηγόριο Ζιάκα:

Χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής καθηγητή κ. Ιωάννη Κογκούλη
Χαιρετισμός του Διευθυντή του Τομέα Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας καθηγητή κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου
Χαιρετισμός της Προέδρου της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Σπουδών Μέσης Ανατολής κας Ελένης Κονδύλη-Μπασούκου, αν. καθηγήτριας Αραβολογίας Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Χαιρετισμός και παρουσίαση του Τιμητικού Τόμου από τον αν. καθηγητή κ. Παναγιώτη Παχή
Επίδοση του Τιμητικού Τόμου από τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας καθηγητή κ. Πέτρο Βασιλειάδη
Αντιφώνηση του τιμώμενου πμότιμου καθηγητή κ. Γρηγορίου Ζιάκα

διάλειμμα

Β' ΜΕΡΟΣ: Ο ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
19.00' Νίκη Παπαγεωργίου, επ. καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.: Οι χριστιανικές κοινότητες σης Μέσης Ανατολής
19.20' Μανώλης Γεωργουδάκης, ιστορικός ισλαμικής τέχνης, φιλόλογος: Η Αραβία στην εποχή του Μωάμεθ
19.40' Μαίρη Χριστοδούλου, υπ. Δρ. αραβικής φιλοσοφίας: Αραβική φιλοσοφία: η ανάπτυξη της λογικής
20.00' Κυριάκος Νικολάου-Πατραγάς, Δρ. Νομικής, ισλαμολόγος: Από τη Σαρία στο Φικχ. Η πορεία από το απόλυτο στο σχετικό
20.20' Συμπεράσματα.

οργανωτική επιτροπή
νικη παπαγεωργίου
αγγελική ζιάκα
μαίρη χριστοδούλου

κάτι σε σχέση με τα προηγούμενα




αντιγραμμένη φυσικά. μια εικόνα που δεν είναι αραβούργημα.

μια εικόνα, εφτά λέξεις.


μια εικόνα, χίλιες λέξεις.


μια λέξη, μυριάδες εικόνες.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

arabesque



μία σελίδα που να λέγεται ‘αραβούργημα’ και να είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα ήθελε να είναι, αν ήταν ‘αραβούργημα’
είναι μια σελίδα με όλα τα γράμματα του αλφαβήτου, όποιου αλφαβήτου (εδώ του λατινικού), ζωγραφισμένα και φυλακισμένα μέσα σε ένα τετράγωνο θανάτου: γραμμές που αρχίζουν και τελειώνουν γεωμετρικές μεν, πεπερασμένες δε.


Το αραβούργημα γεμίζει το κενό επαναλαμβάνοντας διαρκώς, το ‘διαρκώς’ είναι ένας σαρκασμός του υπαρκτού, άρα του πεπερασμένου, την έκλαμψη της δημιουργίας, δλδ την πιο απλή, αφαιρετική τομή του βλέμματος πάνω σ’ένα ζωντανό πράμα, ας πούμε πάνω σ’ένα φύλλο ή πάνω σ’ένα αγκάθι, για να πούμε με νέα γράμματα τις παλιές βυζαντινο ρωμαικές και περσικές ακάνθες, για να θυμηθούμε κιονόκρανα ιωνικού ευλύγιστου ρυθμού
Κι εδώ, χωρίς κολόνες, χωρίς ξεχωριστή επιφάνεια, το αραβούργημα είναι η επανά-ληψη και η αφ-αίρεση του πιο κτιστού, του πιο υλικού από τα δημιουργήματα: την πιο βαθιά υπογραφή του θεού ψάχνει ο βλέπων και γράφων. Ο γιγνώσκων, ο εν-νοών…
Το αραβούργημα δεν έχει τέλος. Του είναι αδύνατον, παράλογο, να επαναπαυθεί σε ένα σχήμα. Χύνεται σε μια επιφάνεια και καλεί την επιφάνεια αυτή να πάψει να έχει τέλος. Να γίνει απλώς ανάμνηση μιας δομής που την καλύπτει.
Να είναι μνεία της δημιουργίας, κι όχι υποκείμενο. Να είναι αντικείμενη στην πραγματική δημιουργία, που αναιρεί την ύλη πάνω στην οποία εγγράφεται, και προκαλεί πολλές αφαιρέσεις: πιο μακριά από τα σχήματα της δημιουργίας για να πας στο δημιουργό, πιο μακριά από τα σχήματα του αλφάβητου για να πας στο βάθος που το πρακάλεσε,
Τον Νου, που στόλισε τον κόσμο με λέξεις και μνήμες πριν από το θάνατο.

Μνήμη θανάτου η δημιουργία.
Συνεχής θάνατος είναι η ζωή, όσο τη φοράμε σα μανδύα που κρύβει το κλάμα και το φόβο μας.
Τώρα είναι η πιο σκοτεινή στιγμή της μέρας.
Ραμφίζουν φως μονάχα τα πουλιά
Στριγγιά η φωνή της μουσικής κουρελιάζει έξω σκοτάδια
Το τραγούδι της είναι πανέμορφο
Θα φέρει φως σε λίγο, μα τώρα δεν υπάρχει.
Ίσως η κάθε τέχνη να είναι η στριγγιά φωνή πάνω στο σκοτάδι, που ανασύρει πόλεμο και ελπίδα.
Ένα αραβούργημα απλώνει πάνω στο ποίημα
Ένας ψαλμός διανύει το τέλος της ομοιοκαταληξίας μέσα σε μια επανάληψη
Ένας ρυθμός
Μια γραμμή που κινείται σα φύκι μέσα στο κύμα
Ένα τραγούδι

Κι εγώ προσπέρασα το όριο, και κάθησα μπροστά στην πιο παλιά μουσική που ξέφτισε.
Το αραβούργημά μου έλιωσε.
Ένα ξύλινο μικρό κουτί, μ’ένα μολύβι, ένα φτερό
Πανδώρα εγώ
Που αναγνωρίζω το μηδέν επάνω μου.

‏2008‏‏-‏11‏‏-‏01‏